Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Δεν έχω πολλούς Έλληνες σύγχρονους συγγραφείς για τους οποίους να λέω ότι ανήκουν στους αγαπημένους μου, που διαβάζω όλα τα βιβλία τους περιμένοντας το επόμενο. Ο Δημήτρης Σωτάκης είναι ίσως το νούμερο ένα. 

Για το τελευταίο του βιβλίο "Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ",  αν γινόταν να το διάβαζα χωρίς να ήξερα την ταυτότητα του συγγραφέα, θα μπορούσα να πω ότι αυτό είναι κείμενο του Σωτάκη. Μου θύμισε κάπως το "Θαύμα της αναπνοής" ή και τον "κανίβαλο" του, όπου οι συλλογισμοί, οι συμπεριφορές του ήρωα λειτουργούν σαν ένα ντόμινο, σαν κάτι τόσο εξαίσια παράξενο για το οποίο δεν ξέρεις πού θα τελειώσει όταν θα έχουν πέσει κάτω όλα τα "τουβλάκια". Κι εδώ τα τουβλάκια είναι  εξαιρετικά προσεκτικά και έντεχνα στημένα από τον συγγραφέα. 

Το παιγνίδι εξουσίας, ο αφέντης και ο δούλος, η ψυχολογική πίεση και η αγωνιώδης ζωή του ήρωα, η παραίτηση από την αληθινή προσπάθεια για να βγάλει την καθημερινότητά του και να αποδεχτεί ένα καθορισμένο κοινωνικό πλαίσιο, η στροφή προς τον εσωτερικό κόσμο του και η συζήτηση με τον εαυτό του, η υπαρξιακή αναζήτηση και το υπερβολικό άγχος, οδηγούν σε μια παράξενη μοναξιά που καταντά τελικά απολαυστική μέσα στην αντικοινωνικότητά της.
Ο ήρωας φτάνει στο σημείο να νιώθει ένα είδος ενθουσιασμού με την ανάθεση δικών του καθηκόντων σε έναν άλλον (τον Μάριο τον οποίο έχει προσλάβει ως βοηθό του). Αδυνατεί να βάλει σε τάξη τη ζωή του, ή απλά βαριέται να το κάνει και θεωρεί ότι δεν θα ήταν καθόλου παράδοξο αν το έκανε αυτό ένα άτομο που θα αναλάμβανε τα πάντα για λογαριασμό του και έτσι ο ίδιος θα έχει το κεφάλι του ήσυχο και τις σκοτούρες  του ξεχασμένες. Όλα τακτοποιούνται πια στο μυαλό του και στη ζωή του. Η οποία δεν θα του ανήκει στο εξής, αλλά αυτό δεν τον ανατριχιάζει, δεν τον απασχολεί καν. 

Το παράλογο του Καμύ, που δεν κατανοεί τις συμβατικές ερωτικές σχέσεις, βρίσκεται εδώ με τόσο περίτεχνο εκφραστικό τρόπο. Οι ιδιότυποι προβληματισμοί και ο αλλόκοτος προσανατολισμός σε κάνει να απολαύσεις ξανά τον αγαπημένο πια Σωτάκη.

Αποσπάσματα:

"Η πόλη έσφυζε από ζωή. Ο αχός της έφτανε στ' αυτιά μου σαν ένα απόκοσμο βουητό μέσα από μια μαύρη τρύπα, ένας ήχος από ένα ολοζώντανο μελίσσι, μια αλεσμένη ευτυχία. Πώς είχε γίνει έτσι η δική μου ζωή; Ήμουν ανίκανος, ήταν απλό. Οι συνθήκες ήταν περισσότερο από ευνοϊκές, διέθετα όσα πολλοί επιθυμούσαν, μα το σημείο αναφοράς μου ήταν πια ένας χαμένος έρωτας και ο Μάριος. 'Ισως και η εμμονή στη δουλειά μου, που ευτυχώς με κρατούσε σε ένα επίπεδο πνευματικής ετοιμότητας, αν το έβλεπε κανείς, τέλος πάντων, από τη σωστή οπτική γωνία. Αυτό ήταν όλο; Δεν υπήρχε άραγε καμιά παραπάνω συγκίνηση για να βιώσω; Δεν μπορούσα να απολαύσω και πολλά πράγματα, και όσα απολάμβανα είχαν ένα ορατό όριο, το φαγητό, το αλκοόλ, ο έρωτας με μια γυναίκα. όλα είχαν ένα προβλέψιμο σύνορο ηδονής, κάτι που με εξόντωνε όταν γινόταν μια συνειδητή αλήθεια". 

"Ας περίμενα κι εγώ λίγο τις εξελίξεις, έπρεπε να φροντίζω να μη με επηρεάζει τόσο πολύ το άγχος, ας το έβλεπα πιο ψύχραιμα. Αυτή ήταν η μοίρα μου, ήμουν ένας άνθρωπος σε συνεχή διάλογο με τον εαυτό μου, η εσωτερική μου φωνή τρυπούσε τον εγκέφαλό μου, το κρανίο μου σαν ένα αιμάτινο αντηχείο εκσφενδόνιζε όλους τους κραδασμούς και τις εσωτερικές κραυγές, μα εκείνες επέστρεφαν ξανά και ξανά και διέλυαν τη συνείδησή μου. είχα τόσο πολλά να επιλύσω, που τελικά δεν είχα τίποτα. Κατά συνέπεια κάθε σκέψη μου κατακρημνιζόταν από την προηγούμενη και κάθε λογικός συνειρμός μού έμοιαζε την επόμενη στιγμή παράλογος και δυστοπικός, δημιουργώντας κάθε φορά μια νέα αλήθεια για τη ζωή μου, την οποία μάλιστα υπερασπιζόμουν με πάθος".

Κ.Μ