Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

"Η Ζωή από τη Θεσσαλονίκη ξεκινάει μια καινούρια ζωή ως καθηγήτρια στη Θράκη, αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Αυτό όμως που φοβάται περισσότερο επαναλαμβάνεται σαν κακή φάρσα: οι άντρες που σχετίζονται μαζί της δεν έχουν καλό τέλος..."
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Θεόδωρου Γρηγοριάδη "Ζωή μεθόρια", που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. (εκδόσεις Πατάκη).

Η Ζωή, νεοδιόριστη καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας, (πρωτοδιορίζεται στον Έβρο), επιλέγει να ζει σε μια μεθόρια διάσταση,  επιλέγει την αποστασιοποίηση από τα συμβάντα της εποχής της, επιλέγει την απομόνωση οδεύοντας προς την ελευθερία της. 
Ως αριστερή η Ζωή μισεί το δημόσιο, νιώθει σχεδόν ανάπηρη να το υπηρετήσει, μίζερη, παρά τις εσωτερικές της διαμαρτυρίες.

Κουβαλά την δική της κουλτούρα, στο μεταίχμιο της κοινωνικής πίεσης και της τάσης για αυτονομία,  αλλά κουβαλά και μια "κατάρα": οι εραστές της όλοι πεθαίνουν. Ένα σημείο αξιοπερίεργο που ίσως αναλύοντάς το να καταλήξουμε ότι αυτό τελικά είναι που υποσυνείδητα επιδιώκει: την μοναξιά, μέσω της οποίας κερδίζει την ελευθερία της. Νιώθει αβεβαιότητες σχετικά με τον συναισθηματικό της κόσμο, βουτά σε μια αντικομφορμιστική μορφή του έρωτα πέρα από τον πατροπαράδοτο ρόλο της σαν γυναίκα. Τα προσωπικά ζητήματα πάντα εμπλέκονται με την πολιτική του τόπου, καθώς η Ζωή ενηλικιώνεται στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, και όπως οι άνθρωποι της εποχής, και οι τόποι της ελληνικής μεθορίου, ζητούν μια νέα ταυτότητα. 

Αποσπάσματα:

"Δεν μπορούσα να ανεχτώ καμιά απαγόρευση στη ζωή μου και κάτι τέτοια περιστατικά, ασήμαντα για άλλους, με ταρακουνούσαν και μου θύμιζαν τις μέρες της Χούντας, που ήμουν μαθήτρια στο σχολείο και μου απαγορεύονταν τα πάντα".

"Με τα προσόντα του θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε γυναίκα. Άρχισε πάλι η αυτοκριτική και η αποδόμηση. Τι μου έβρισκε; Εγώ, ώρες ώρες, αισθανόμουν σαν ένα παζλ που έχει ενωθεί αλλά νιώθει τους τριγμούς τις ενώσεις του. Μπορεί να είχα στρωτές και δημιουργικές στιγμές, αλλά, πολλές φορές τη μέρα, να μην πω και κάθε ώρα, κάτι ανήσυχο μαύριζε στον ορίζοντά μου. Κάτι που άφηνε όλα τα υπόλοιπα στη σφαίρα του προσωρινού. Ακόμα κι όταν απολάμβανα ένα βιβλίο, μια βόλτα, ήξερα ότι ήταν πρόσκαιρο, γιατί εκείνο το δίχτυ που είχε πέσει γύρω μου με τύλιγε για τα καλά".

"Είχε τη γρουσουζιά μέσα της, ήταν μια αλλόκοτη και απροσάρμοστη τύπισσα. Μια λαϊκότερη κυρία την αποκάλεσε "φαρμακομούνα".

"Τα κορίτσια χαμογελούσαν: "΄Ηταν το πιο άκακο και γλυκό κορίτσι που γνωρίσαμε στη ζωή μας. Μακάρι να είχαν τη δική της ευαισθησία και οι άλλοι".

Κ.Μ