Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Aυτό το συλλεκτικό έργο της Ρέας Γαλανάκη (την διαβάζω μανιωδώς), το περίμενα πώς και πώς, έχοντας πληροφορηθεί την κυκλοφορία του, αφού πρόκειται για το σύνολο της διηγηματικής της δουλειάς, σαν να μας χαρίζει όλα τα διαμάντια της σ' ένα κουτί, σ΄έναν τόμο.

Η παραδοξότητα της ομορφιάς εδώ εντοπίζεται στην αλήθεια του παραμυθιού, στην ιστόρηση ενός γεγονότος μιας περασμένης εποχής. Πίσω από τις πτυχές του μύθου βρίσκουμε μια πραγματικότητα, αλλοτινή, διακριτική αλλά αυτούσια. Οι ιστορίες, ονειρικοί εξωτισμοί, έχουν ήρωες ανθρώπους μακρινών, ή όχι και τόσο, εποχών,  ανθρώπους που μπερδεύτηκαν με την ιστορία του τόπου τους, που έζησαν πάθη που δεν τα σήκωνε η κοινωνία του τότε και οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις τιμωρήθηκαν ή αυτοτιμωρήθηκαν κουβαλώντας  την ριψοκίνδυνη αποκοτιά τους, την αιδώ και το φορτίο της,  για μια ζωή.

Το ποιητικό στοιχείο πλέει παντού, ανθίζει και στα έντεκα διηγήματα, για να νιώθει ο αναγνώστης ότι δεν είναι η ιστορία που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά η λέξη, η γλώσσα, το ύφος, το ταλέντο της σημαντικής αυτής συγγραφέως να μας μπάζει βαθιά στο συναίσθημα, να μας τυλίγει μ' ένα ατέλειωτο πέπλο λυρισμού, να μας ανοίγει τις αισθήσεις. Οι δοξασίες ενός τόπου, οι ιστορίες που αφηγούνται οι παλιοί, δεν θα ξεθωριάζουν κι ούτε ποτέ θα εξαφανιστούν από τις καρδιές των ανθρώπων, καθώς οι λέξεις, στην προκειμένη περίπτωση, δομούνται σε μυθικά διηγήματα, για να τις διατηρήσουν αθάνατες αναβιώνοντας έρωτες και δολοπλοκίες παράξενων χρόνων.

Η φωτογραφία της συγγραφέως στο οπισθόφυλλο, ήταν μια ωραία έκπληξη.

Τα αποσπάσματα είναι από το τελευταίο διήγημα "Η ιστορία της Όλγας" :

"Οι φλόγες των κεριών έτριβαν πάνω στο στήθος της χρυσούς αμπρακάμους και μποτόνια, χρυσαφικά από  τον πρόσφατο γάμο της. Έλιωνε όμως το χρυσάφι  κι έσταζε κερί στα μάρμαρα, γιατί αυτή η γυναίκα αμφέβαλλε για το σωστό. Ο διάβολος αντέψελνε μέσα της: σωστό είναι μόνο ό,τι τρυφερά ορέγεσαι. σωστό είναι το στοιχειωμένο δέντρο όταν επιστρέφεις. σωστό είναι οι σκέψεις των μικρών παιδιών. Γι' αυτό κοιτούσε πέρα και χαμογελούσε, λες και δεν παρευρισκότανε στη λειτουργία".

"Ο δάσκαλος έφερνε στις συναντήσεις τους το αναγνωστικό κρυμμένο μέσα στο κεντητό γιλέκο του. Της μάθαινε τα γράμματα χαράζοντας μ' ένα ξυλαράκι το σχήμα τους πάνω στο χώμα, ή με το δάχτυλό του πάνω στο γυμνό της σώμα. Της έφερε δώρο από το Ηράκλειο ένα λεπτό τετράδιο κι ένα μολυβάκι από το βιβλιοχαρτοπωλείο των Αλεξίου, για να μπορεί να κρύβει εύκολα το αμάρτημα της γραφής, που ήταν βαρύ για τις γυναίκες όσο και το αμάρτημα της μοιχείας".

Κ.Μ