Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020


Ξαναδιάβασα τον "Ντέμιαν" του Έσσε. Από μια παλιά έκδοση (Ηριδανός) σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα.  

(Αυτό το διάστημα διάβασα πολλά βιβλία για δεύτερη φορά, όπως και άλλα καινούρια, δεν έβρισκα όμως τη διάθεση να γράψω σχολιάζοντας τις εντυπώσεις μου, τώρα νομίζω θα αρχίσω να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις).

Στον "Ντέμιαν", πέρα από το θέμα της εφηβείας και την αγωνία της ενηλικίωσης, πέρα από την έρευνα του εαυτού και το ταξίδι της αυτογνωσίας διαμέσου της ψυχανάλυσης, αυτή τη φορά η ματιά μου ήταν περισσότερο εστιασμένη στις αναφορές σχετικά με τις ανησυχίες για το μέλλον της ανθρωπότητας και για όσα καλούμαστε να βιώσουμε ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως ένας πόλεμος ή μια καταστροφή.

Ίσως το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Έσσε, ένα χρονικό της εφηβείας, της κρίσης συνειδήσεως και της διαμάχης με τον εαυτό και τον γύρω κόσμο, γραμμένο μέσα σε μελαγχολική αίσθηση για τα ερωτήματα που τον βασάνιζαν σχετικά με τα αιώνια θέματα της νεότητας, του έρωτα, της θρησκείας, του πνεύματος, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Και φαίνεται ότι γινόμαστε σοφοί όταν μια μέρα ανακαλύπτουμε ότι "το ποτάμι του κόσμου δεν κυλούσε πια κάπου δίπλα μας, μα ξαφνικά περνούσε ίσια μέσα από τις καρδιές μας..."

Αποσπάσματα που τα θεώρησα επίκαιρα ενώ το βιβλίο έχει γραφτεί το 1919:


"Θα χρειασθή να θυσιασθούμε. Μπορεί να σκοτωθούμε κι εμείς. Αλλά το πνεύμα και τα έργα μας θα μείνουν. Γύρω απ' ό,τι επιζήση από τον σημερινό κόσμο ή γύρω από όσους γλυτώσουν θα συγκεντρωθή η θέληση της ανθρωπότητας.... Και μια μέρα θα γίνη αντιληπτό ότι η θέληση της ανθρωπότητας δεν ήταν ποτέ μέσα στις κοινότητες, τα κράτη, τα πλήθη και τις εκκλησίες, αλλά ότι ο σκοπός στον οποίο τείνει να φθάση η φύση μέσα από την ανθρωπότητα είναι χαραγμένος πάνω στον καθένα, σε μένα, σε σένα".

"Με τον καιρό κατάλαβα ότι είχα υποτιμήσει τους ανθρώπους. Σε πείσμα της τυποποίησης που ήταν αποτέλεσμα του στρατού και του κοινού κινδύνου που αντιμετωπίζαμε, είδα πολλούς ζωντανούς και άλλους που πέθαιναν δίπλα μου, να δέχωνται με υπέροχο τρόπο τη θέληση της μοίρας".

"Με πίεζε η ανάγκη να συλλογισθώ την αναπάντεχη δυστυχία που με είχε βρει και να μπορέσω να βρω μια λύση, όμως μου ήταν αδύνατο να σκεφθώ. Όλη τη βραδιά χρειάστηκε να προσαρμοσθώ στην καινούρια ατμόσφαιρα του σαλονιού.... Με την καρδιά παγωμένη χρειάσθηκε ν' αντικρύσω την μέχρι σήμερα αθώα κι ευτυχισμένη ζωή μου να ελευθερώνεται, να πετά και να γίνεται παρελθόν. Ένοιωθα την άλλη ζωή να απλώνη βιαστικά άπληστες ρίζες μέσα μου και να με δένη με τον σκοτεινό κόσμο. Για πρώτη φορά γευόμουν το θάνατο. Κι ο θάνατος ήταν κάτι πικρό".

"Τότε όλοι οι άνθρωποι έγιναν αδέλφια. Μιλούσαν για πατρίδα και τιμή. Μόνο που δεν ήταν αυτό στο βάθος που τους πλησίαζε, αλλά το γεγονός πως για λίγο είχαν δει τα χαρακτηριστικά της μοίρας, χωρίς τον πέπλο που τα έκρυβε".

Κ.Μ