Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Έλλης Φιλοκύπρου. Τίτλος "Η Κάρι  μας".   Παλαιότερα είχε κυκλοφορήσει και από άλλους εκδοτικούς με κάπως διαφορετικό τίτλο.
 Το βιβλίο του Αμερικανού Theodore Dreiser "Sister Carrie" γράφτηκε στις αρχές του 1900, και πια θεωρείται κλασσικό, και συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα. Με την "Κάρι" φαίνεται ν' αλλάζει κατεύθυνση η αμερικάνικη λογοτεχνία, όταν όλα καταλήγουν να ανατρέπονται και το όνειρο να γκρεμίζεται, αφήνοντας τις ανθρώπινες καρδιές διαλυμένες. 

Τελικά πολλά βιβλία αξίζουν να ξαναγεννηθούν από τις στάχτες τους, να αναστηθούν για να διαβαστούν από νέες γενιές. 
"Η Κάρι μας", σύμβολο του ρεαλισμού, αποτύπωση της αμερικάνικης κοινωνίας της εποχής, (αρχές του 20ου αιώνα), ωδή στον καπιταλισμό που αναφαινόταν τότε με τα οικονομικά αγαθά να παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην αστική αντίληψη.  Η αλόγιστη και άκρατη κατανάλωση παρεμποδίζουν την ύπαρξη βαθιάς και ειλικρινούς σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν έναν έρωτα, αφού οι έρωτες είναι επιφανειακοί και πρόσκαιροι με τα πάθη και τις επιθυμίες να στέκονται πάνω από τα αισθήματα και την ηθική.

Η ιστορία της Κάρι έχει περίπου ως εξής:

Στα δεκαοκτώ της η Καρολίνα γεμάτη από τις αυταπάτες της άγνοιας και της νιότης ξεκινά από το χωριό της με το τρένο για το Σικάγο έχοντας για μοναδική περιουσία ελάχιστα φτηνοπράγματα,  και μια τσάντα ιμιτασιόν. Προορισμός της το σπίτι της αδερφής της.

When Caroline Meeber boarded the afternoon train for Chicago, her total outfit consisted of a small trunk, a cheap imitation alligator-skin satchel, a small lunch in a paper box, and a yellow leather snap purse, containing her ticket, a scrap of paper with her sister's address in Van Buren Street, and four dollars in money. It was in August, 1889. She was eighteen years of age, bright, timid, and full of the illusions of ignorance and youth. 

Είναι η εποχή που το αμερικάνικο όνειρο συνδέεται με την απόκτηση όσων περισσοτέρων αγαθών μπορεί κάποιος να φανταστεί και όλων των λαμπερών πραγμάτων που φαντάζουν στα καταστήματα των μεγάλων πόλεων (Σικάγο και Νέα Υόρκη στο βιβλίο) και η Κάρι θαμπώνεται από την πολυτέλεια στις ωραίες βιτρίνες και θέλει να αγοράζει ακριβά ρούχα.  

The poor girl thrilled as she walked away from Drouet. She felt ashamed in part because she had been weak enough to take it, but her need was so dire, she was still glad. Now she would have a nice new jacket! Now she would buy a nice pair of pretty button shoes. She would get stockings, too, and a skirt, and, and—until already, as in the matter of her prospective salary, she had got beyond, in her desires, twice the purchasing power of her bills.

Το φτωχό κορίτσι είχε γνωρίσει τον Ντρουέ ο οποίος της έδωσε χρήματα που τόσο πολύ τα είχε ανάγκη που την έκαναν χαρούμενη αφού θα μπορούσε ν' αγοράσει ένα όμορφο ζευγάρι παπούτσια, κάλτσες, μια φούστα. Αλλά αυτά που επιθυμούσε ήταν διπλάσια από το μισθό της.

In Carrie—as in how many of our worldlings do they not?—instinct and reason, desire and understanding, were at war for the mastery. She followed whither her craving led. She was as yet more drawn than she drew.

Στην Κάρι, το έντσικτο και η λογική, η επιθυμία και η κατανόηση, πάλευαν ποιο θα επικρατούσε. Εκείνη ακολουθούσε  τους πόθους της. Την κατεύθυναν, δεν τα κατεύθυνε η ίδια.

Carrie recognised the glance and the girl. She was one of those who worked at the machines in the shoe factory. The latter looked, not quite sure, and then turned her head and looked. Carrie felt as if some great tide had rolled between them. The old dress and the old machine came back. She actually started.

Σε κάποιο δρόμο ενώ περπατούσαν με τον Ντρουέ,  η Κάρι αναγνώρισε ένα κορίτσι από εκείνα που δούλευαν στο εργοστάσιο παπουτσιών μαζί της, όταν έπιασε την πρώτη της δουλειά ως εργάτρια. Ένιωσε σαν να είχε περάσει ένα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα ανάμεσά τους. Θυμήθηκε τα παλιά ρούχα και τις παλιές μηχανές.
Carrie had no excellent home principles fixed upon her. If she had, she would have been more consciously distressed. Now the lunch went off with considerable warmth. Under the influence of the varied occurrences, the fine, invisible passion which was emanating from Drouet, the food, the still unusual luxury, she relaxed and heard with open ears. She was again the victim of the city's hypnotic influence.

Η Κάρι δεν είχε πάρει γερές αρχές από το σπίτι της. Αν είχε, θα ήταν πιο ανήσυχη με τη συνείδησή της. Τώρα, το γεύμα ήταν απολαυστικό υπό την επίδραση του πάθους που έτρεφε για εκείνη ο Ντρουέ, την ασυνήθιστη πολυτέλεια... Ήταν ξανά το θύμα της υπνωτικής επίδρασης της πόλης...

Η Κάρι θα γνωρίσει ακολούθως τον Χάρστγουντ ο οποίος θα την γοητεύσει με τον πλούτο που διαθέτει, την κοινωνική υπόληψη και θα φύγει μαζί του στην Νέα Υόρκη.
Hurstwood was something of a romanticist after his kind. He was capable of strong feelings—often poetic ones—and under a stress of desire, such as the present, he waxed eloquent. That is, his feelings and his voice were coloured with that seeming repression and pathos which is the essence of eloquence.

Αλλά σύντομα η Κάρι θα μάθει ότι ο Χάρστγουντ είναι παντεμένος και καλός οικογενειάρχης, άνθρωπος με αρχές, πράγμα που θα δυσκολέψει τη ζωή και των δυο.

Hurstwood was a man of authority and some fine feeling, and it irritated him excessively to find himself surrounded more and more by a world upon which he had no hold, and of which he had a lessening understanding.

Κάπως ηλικιωμένος, είχε θελήσει να κρατήσει τη φωτιά της νιότης μέσω ενός θερμού και παράλογου πάθους.

Hurstwood, being an older man, could scarcely be said to retain the fire of youth, though he did possess a passion warm and unreasoning.

Η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει και θα χάσει και την Κάρι, η οποία εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει φήμη καθώς έγινε ηθοποιός, και μάλιστα μεγάλο αστέρι. Ο Χάρστγουντ θα δει τη ζωή του να γκρεμίζεται,  έχοντας ως μοναδική ελπίδα τη στήριξη από την Κάρι.

So this was the game, was it? Shut him out and make him pay. Well, by the Lord, that did beat all!

His condition was bitter in the extreme, for he did not want the miserable sum he had stolen. He did not want to be a thief. That sum or any other could never compensate for the state which he had thus foolishly doffed. It could not give him back his host of friends, his name, his house and family, nor Carrie, as he had meant to have her. He was shut out from Chicago—from his easy, comfortable state. He had robbed himself of his dignity, his merry meetings, his pleasant evenings. And for what?

Νιώθει αναξιοπρεπής, χαμένος, όλα έχουν διαγραφεί για εκείνον, φίλοι, όνομα, σπίτι και οικογένεια, ακόμα και η Κάρι.

Σε εποχές κρίσης και αναζήτησης, οι άνθρωποι αφήνονται να κυβερνούνται από ένστικτα και ορμές, ζουν χωρίς ηθικό υπόβαθρο κι όταν έρθει η ώρα της διάψευσης,  μπορεί κάποιοι εύποροι που έκαναν τη μεγάλη ζωή, να βρεθούν στις ουρές των αστέγων, έχοντας χάσει και κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. 

Το αμερικάνικο όνειρο της εποχής δεν προέβλεπε την αλληλεγγύη όταν όλα θα κατέρρεαν, δεν προέβλεπε το μέγεθος της θλίψης όταν το όνειρο θα καταντούσε εφιάλτης. Οι παλιοί φίλοι θα είναι πρόθυμοι  να βοηθήσουν; Η Κάρι τι θα κάνει για την καταστροφή του Χάρστγουντ; Θα τον στηρίξει όταν εκείνος θα έχει την ανάγκη της και θα βρεθεί βουτυγμένος μέσα στην ντροπή χάνοντας τον έλεγχο της ζωής του;
Πού θα οδηγηθεί η Κάρι ακολουθώντας την ομορφιά και κυνηγώντας τα λούσα; 
Η επίπλαστη ευμάρεια, ο ξερός κυνισμός και ο εύκολος δρόμος για την κατάκτηση του αμερικάνικου όνειρου, γίνονται τα στοιχεία με τα οποία ο κορυφαίος συγγραφέας με αληθινή τέχνη αποτυπώνει την εποχή του και την μεταφέρει στον αναγνώστη όλων των εποχών.

Κ.Μ