Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
                                                                             
       
"Γιατί κάθε φορά που σκέφτομαι
ότι μπορεί να πεθάνεις
με πηγαίνεις πίσω
στην παιδική σου ηλικία;"

Ποίηση, ποιητική φόρμα, πρόζα σε ποίηση, ποίηση σε πρόζα; 
Όπως κι αν είναι, όσοι έχουμε χάσει τη μητέρα μας, δεν μπορεί να μην μας αγγίξει βαθιά αυτό το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου.

 Η αρχή του τέλους για τη μαμά μας, τι είναι για εμάς;
Όταν το νιώθει και το νιώθουμε κι εμείς ότι όπου να' ναι θα φύγει και θα μας αφήσει, γιατί υπάρχει η ανάγκη για τις στιγμές του αποχαιρετισμού, του απολογισμού, των αναμνήσεων, των τύψεων;... 
Και πώς θα τις βιώσουμε αυτές τις στιγμές;


Είναι κάτι φρικτό ο θάνατος; Θα την ταλαιπωρήσει, θα την τρομάξει;


"Μαμά μη φοβάσαι".

  Βλέποντας τη μαμά να υποφέρει, υποφέρεις κι εσύ, το παιδί της, γιατί η τελική ευθεία είναι βασανιστική και για σένα.

Ο πνιγμός συμβαίνει και στις δυο. Πνίγεσαι μαζί της στη θάλασσα, ναυαγείς, δεν αντέχεις.

Γίνεσαι ο άγγελος φύλακας, την προσέχεις και κυρίως την καταλαβαίνεις.

"Δεν ήθελα να γίνω γιαγιά.
Ήθελα να φλερτάρω".
  

Η μητέρα - ναυγός σε παρασέρνει στο βυθό.

"Να κοιμηθείς μαζί της μια νύχτα".

Την λυπάσαι, την συμπονείς, την συγχωρείς!

Η ασθένεια που καταβάλλει και το τέλος που καλπάζει σε τραυματίζουν, σε σφάζουν.

"Ένα γερασμένο σώμα που κανείς δεν το χαϊδεύει πια". 

Η απώλεια του γονιού, η κατάρρευση , η ανημποριά του να κάνεις κάτι ώστε να ανατρέψεις την πορεία του θανάτου, σε στιγματίζουν και μένεις απαθής να παρακολουθείς το βύθισμα. 

"Ένα κομμάτι αποσπάται από τη μητέρα".

Κ.Μ