Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

      Είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω από κοντά την Κλαίτη Σωτηριάδου, που εδώ και δεκαετίες διαβάζω τις τόσο καλές μεταφράσεις της, από την Αλλιέντε ως τον Σάμπατο, για τον οποίο μας μίλησε σε λέσχη ανάγνωσης στην Αθήνα.

Για το βιβλίο του Ερνέστο Σάμπτατο "Το τούνελ", η μεταφράστρια είχε δηλώσει:


"Μεταφράζοντας το Τούνελ δεν μπόρεσα να μην προσέξω την ομοιότητα της πρώτης παραγράφου αυτού του μυθιστορήματος με την πρώτη φράση στο Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. 

Ο Ερνέστο Σάμπατο αρχίζει έτσι:«Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου».
Και το μυθιστόρημα του Κολομβιανού αρχίζει με αυτή τη φράση:
«Τη μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν ο Σαντιάγο
Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμισι το πρωί για να υποδεχτεί το πλοίο που θα έφερνε τον επίσκοπο».

Από τις πρώτες λέξεις και οι δύο συγγραφείς δίνουν στον αναγνώστη την έκβαση της ιστορίας, το τέλος του μυθιστορήματος. Πράγμα που όμως δεν σταματά το ενδιαφέρον, αντίθετα το μεγαλώνει. Ο Σάμπατο ανήκει στην τριάδα των πιο καταξιωμένων συγγραφέων της Αργεντινής μαζί με τον Μπόρχες και τον Κορτάσαρ, αλλά και στην ομάδα των συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής που προκάλεσαν τη λογοτεχνική έκρηξη με τα μυθιστορήματά τους. Με τη διαφορά ότι είναι λιγότερο πληθωρικός από τους υπόλοιπους παραμυθάδες και εμβαθύνει στην εσωτερικότητα του ανθρώπου και στη μοναδική προσωπικότητά του.

Πρόκειται για ένα κλασικό βιβλίο που έχει αντέξει στο πέρασμα του χρόνου γραμμένο από έναν συγγραφέα με μια πολύ ιδιαίτερη θεματολογία και γραφή".

"Το τούνελ" πρωτοκυκλοφόρησε το 1948 και είναι από τα βιβλία που θαυμάζω όχι για την έκβαση της ιστορίας, αλλά για την ίδια την περιπέτεια και την απόλαυση της ανάγνωσης. Από την αρχή ο αφηγητής δηλώνει ότι οδηγήθηκε στο φόνο της αγαπημένης του που την ζήλευε παράφορα και όλο το μυθιστόρημα δεν αποτελεί παρά τον μακρύ μονόλογο ενός περίεργου και καταθλιπτικού ανθρώπου, που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα πάθη του.

"Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ' έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά". 

Η αγωνία, ο έρωτας, η ματαίωση, το αδιέξοδο,  εισβάλλουν διαπλάθοντας τον ψυχισμό ενός ζωγράφου που απεχθάνεται τους κριτικούς ζωγραφικής, που εστιάζεται σε μια γυναίκα η οποία ήταν η μοναδική που είχε παρατηρήσει μια λεπτομέρεια σ' έναν πίνακά του κι από εκεί ξεκινά η άγρια συναισθηματική μάχη μέχρι τη δολοφονία. Ο συγγραφέας με την τέχνη του κατεβαίνει στα υπόγεια της ψυχής και παρουσιάζει την ανθρώπινη περιπλοκότητα.

Κ.Μ