Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018


     Άλλο ένα βιβλίο για τη σχέση παιδιού και μάνας, εντελώς αλλιώτικο από το προηγούμενο, μάνα και κόρη αυτή τη φορά, μια αφήγηση - παράπονο από μια γυναίκα η οποία αναστενάζοντας συνεχίζει να βολοδέρνει μέσα στο αίνιγμα όπου ένα μικρό κοριτσάκι εκλιπαρεί για την αγάπη της μαμάς, μια αγάπη που θα' πρεπε να ήταν δεδομένη, με αποδείξεις και εκδηλώσεις καθημερινές. Δεν ήταν όμως. Κι αυτό, αλλοίμονο, στοιχίζει στη ζωή ενός παιδιού, στοιχίζει πανάκριβα και το πληρώνει ως την ενηλικίωση, μπορεί και ως την ωριμότητα, μπορεί και ως το τέλος.

   Δυο Μαργαρίτες, η μάνα Λυμπεράκη και η κόρη Καραπάνου, δυο ζωές που έχασαν την αγάπη κι όταν την βρήκαν ήταν πια πολύ αργά. Δυο ίδια  ονόματα που θα τονίζουν για πάντα τη διαφορά ανάμεσα στη μεγάλη και στη μικρή Μαργαρίτα, η οποία θα παραμένει μικρή και μελαγχολική όσων χρόνων κι αν γίνει.

   Μια κόρη που στροβιλίζεται μέσα στον εφιάλτη της έλλειψης της πιο σημαντικής παρουσίας και μέσα στον επόμενο εφιάλτη της συνεχούς περιπέτειας του συναισθήματος. Μια μαμά άγνωστη, εντελώς ξένη, που "αλληθωρίζει ψυχικά" και που δεν γνωρίζει το παραμικρό για το παιδί της.



"Της δείχνω τις κούκλες μου...
- Όλες τις λένε μαμά. Εσύ ποιά είσαι;"

        Πόση φτώχεια κουβαλούν τα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς αγάπη, χωρίς μητρικά χάδια, χωρίς μαμά... Πόση ζημιά στην ψυχή μιας κόρης που έτυχε να έχει μια μητέρα ψυχρή και απορριπτική... Πόσος χαμένος χρόνος που θα είχε αφιερωθεί στο δόσιμο, το ανιδιοτελές δόσιμο γονιού... Αλλά η μητρική αγάπη είναι πολύ παράξενη καμιά φορά, είναι τσιγγούνικη, μπορεί και ανύπαρκτη. 
       Και οι άνθρωποι που θα μας αγαπούσαν όσο κανέναν άλλον, θα μας λάτρευαν, αυτοί μας καταστρέφουν. Για να οδηγηθούμε στον αργό σταθερό θάνατο του εαυτού μας.

      Αν τα πρώτα χρόνια μουλιάζουν μέσα στη στέρηση της αγάπης, την ανασφάλεια και τον φόβο, το πιθανότερο είναι πως τα τελευταία χρόνια θα μουλιάζουν μέσα στον βάλτο της κατάθλιψης. Εκεί όπου συνεχώς λες "δεν μπορώ". Εκεί όπου η ευτυχία είναι άγνωστη λέξη.
   
     Η Μαργαρίτα Καραπάνου θα μπορούσε να είχε περάσει μια όμορφη ζωή, χωρίς φάρμακα, χωρίς κλινικές και ψυχιάτρους. Μια ζωή φωτεινή και όχι σκοτεινή. Μια ζωή όπου δεν θα χρειαζόταν να αντέξει τη δυστυχία. Βίωσε τη μοναξιά μέχρι το τέλος, ένα τέλος περίεργο και άδικο για μια ζωή περίεργη και άδικη. 
   "...βόλτες μόνη μου μέσα σε άγνωστες πόλεις, βιβλία πεταμένα γύρω από το κρεβάτι μου τη νύχτα και ανοιγμένα τυχαία σε κάποια σελίδα..."

    Κι όταν ο κόσμος σου έχει πια κουραστεί, δεν αντέχεται η μέρα που ξημερώνει. Γι' αυτό καλύτερα να μην ξημερώσει. Να σε βρουν το πρωί στο κρεβάτι σου πεθαμένη. Από ατύχημα, από λάθος ζωή. 
  
 Γιατί...
"Η ζωή είναι αγρίως απίθανη".


Κ.Μ