Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015


                                                        ΗΤΑΝ  ΜΙΑ  ΠΕΜΠΤΗ

                                                           ΣΑΝ  ΤΑ  ΠΟΥΛΙΑ

                                                  

           Το εξουθενωτικό συναίσθημα με το οποίο είχε ποτιστεί, μετέτρεπε την Λένη σε μια άβουλη κοπέλα με μοναδικό σκοπό να αφεθεί να λιμνάζει στην ασφάλεια ενός σπιτιού. Με άλλοθι την αποφυγή δυσκολιών της αληθινής ζωής, παρέμενε μέσα σε καλούπια φοβισμένα που εξαιτίας μιας ατυχίας, αφέθηκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Να υπονομεύουν τη θέληση και την ενέργειά της και να τη σφίγγουν παραλύοντας τα όνειρά της.
             Σε άλλες εποχές, πιο μεσαιωνικές, τα ορφανά κορίτσια τα έκλειναν σε μοναστήρι, να κρυφτούν από την αυθεντική όψη της επιλογής. Στην εποχή της Λένης, η σπατάλη της ζωής για τα άμοιρα νεαρά θηλυκά, θα ξεκινούσε και θα τέλειωνε μέσα σ’ ένα αρχοντικό, όπου θα είχαν να φάνε και να κοιμηθούν, ας τραβούσαν τα χίλια ζόρια. Όλα τα κουκούλωνε μια ψευτοθαλπωρή, εξαιρετικά ειρωνική, διαμέσου του μονολιθισμού μιας αποσταγμένης κοπέλας, που θα φορούσε φουστάνι όμορφο για να γευτεί τη βόλτα της Κυριακής. Η ζωή της μοναχική. Κάτι σαν εκείνα τα μικροσκοπικά εκκλησάκια που φαίνονται ν’ αποτελούν μέρος ενός βράχου, αλλά που πάντα προδίδουν κάτι το ξενικό με το τοπίο, σαν πρόσθετο κομμάτι που είχε ξεχάσει ο Θεός να βάλει στη γη. 
          Η Λένη, βουλιαγμένη στην αφόρητη δυσπραγία που εμφανίστηκε ξαφνικά, βρέθηκε μέσα σε μια φοβισμένη απραξία και ένα αχανές άγνωστο. Μουδιασμένη και συφοριασμένη, μπήκε σ΄έναν ολοκαίνουριο κόσμο, αλλιώτικο από εκείνον που ήξερε ως τότε. Άγνωστη σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον, στην αρχή θα νόμιζε κανείς πως έπασχε από κάτι. Αμίλητη, ξερή, γεμάτη μαρασμό. Υποταγμένη. 
            Με τα χρόνια όμως έγινε μια κοπελίτσα γλυκομίλητη και πανέμορφη. Όταν βγήκε από το αυγό της, φανερώθηκε ένα πλάσμα αυθεντικής ηθικής και ομορφιάς. Ο άντρας που θα ταυτιζόταν με την καρδιά της ήταν ο Άρης, ο γιος των αφεντικών της. 
Πίεσε πολύ τον εαυτό του για να μην αφεθεί σ’ αυτό το παρακινδυνευμένο αίσθημα, αλλά όσο κι αν αυτοβασανίστηκε, κατέληξε στην ιδέα ότι δεν μπορούσε να υπάρξει ζωή χωρίς την Λένη. Οι κανόνες της κοινωνίας θα έπρεπε να περάσουν σε δεύτερη μοίρα, κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο.
          Οι γονείς του Άρη αντέδρασαν ακαριαία. Με απειλές, εκβιασμούς, ακόμα και κατάρες. Τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή, όταν με γνώμονα τη δική τους λογική, έδιωξαν την Λένη από το σπίτι. Κατηγορώντάς την ως χαμηλής ποιότητος και δευτέρας διαλογής ον, που δεν σκαμπάζει γρι περί της πρέπουσας κοσμιότητος και της επιβαλλόμενης αβρότητος, το τακτ και η λεπτότητα, τα οικόσημά τους, σ’ εκείνη παντελώς ανύπαρκτα, απένταρη και άξεστη πώς φαντάστηκε ότι θα έμπαινε στην οικογένειά τους; Σαν δούλα ναι, αλλά και σαν κυρά; Με οικονομικά κριτήρια χωρίζονται οι κοινωνίες και η κυρίαρχη τάξη δεν ήταν πάντα και η πιο αγγελικά πλασμένη. Οι μικροί έπρεπε να παίρνουν μαθήματα για να “ματαιώνονται οι μάταιες” επιθυμίες τους.
          Οι ανθρώπινοι νόμοι μπορούν να καταφέρουν να στενέψουν επικίνδυνα τις ευαίσθητες καρδιές. Αλλά η κάθε εποχή σηματοδοτεί και ένα τέλος. 
           Ο Άρης πήρε την απόφασή του. Και την κράτησε γερά, με σταθερή καρδιά. Η απόφαση είναι σαν τον γάντζο στον κοφτερό βράχο του ορειβάτη. Χρειάζεται να στερεωθεί καλά, πριν κάνεις το επόμενο βήμα. Ήταν μια Πέμπτη όταν πήγε και τη βρήκε: “Μου λείπει το άρωμα των μαλλιών σου”, είπε και της ανακοίνωσε τα σχέδιά του. 
             Οι αντιλήψεις όπως υιοθετούνται, αναπλάθονται μέσα στη σχετικότητά τους, ώστε να αποτινάσσονται οι καταστροφικές οδοί, και οι άνθρωποι να μπορούν να απαλλάσσονται τελικά από όλα όσα μοιράστηκαν ως αναλλοίωτες ιδέες. 
             Έτσι βρέθηκαν στο Λονδίνο. Παντρεύτηκαν και έφτιαξαν μια όμορφη οικογένεια. Η ζωή τους φωτίζεται από τη λάμψη της αγάπης. Κι αυτό που διδάσκουν στα παιδιά τους είναι η σοφία του άδολου αισθήματος, που ξετρυπώνει την ακρούλα της κλωστής. Η ζωή μπορεί να έχει την έννοια ενός παραμυθιού, όπου οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ακριβώς ό,τι και τα πουλιά μέσα στην καταιγίδα. Κόβουν γύρους στη βροχή, ώσπου να βρουν καταφύγιο να κουρνιάξουν και να περιμένουν τις λιακάδες για να φτιάξουν τη φωλιά τους… Γιατί τα πουλιά έχουν μόνο ένστικτο. Και γιατί μετά την μπόρα, πάντα βγαίνει ο ήλιος.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 26. 3. 2015