Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014



                                                          HTAN MIA ΠΕΜΠΤΗ
                                                               
                                                          Η    Μ Ε Τ Α Ξ Ι Α  




       Την πρώτη μέρα που μπήκα στην τάξη τους κι άρχισα να παίρνω παρουσίες, παρατήρησα ότι κατά έναν περίεργο λόγο, τα ονόματα ήσαν όλα κάπως ξενικά, αλλά μελωδικά και εύηχα. Ρωξάνη, Ελβίρα, Ζαΐρα, Βαλέρια, Κερασία, Σιμέλα, Γαλήνη, Μεταξία. Τα επίθετα όλα σε -ίδου. Εξεπλάγην που η τάξη είχε μόνο κορίτσια. Πού ζούμε;.. Ο καιρός των παρθεναγωγείων πέρασε ανεπιστρεπτί. Τι γίνεται εδώ;.. “Κυρία, είμαστε όλες Πόντιες. Μας έβαλαν σε μια τάξη. Και τις τριάντα μαζί…” Καθώς δεν υπήρχε καμιά λογική εξήγηση που να είχε περιέλθει εις γνώση τους, αναφώνησα με χαμόγελο: “Πολύ ωραία ονόματα έχετε!” 

      Παρόλο που η “τάξη με τις Πόντιες” είχε φοβερές ελλείψεις στα Γαλλικά, στην τρίτη λυκείου πια, όταν τις πήρα εγώ, υπήρξε η καίριας σημασίας απόφαση, να αναλάβουμε την ευθύνη μιας ομάδας, όπου θα έπρεπε να αρχίζαμε από μια νέα βάση, θεωρώντας ότι επιβαλλόταν να εκμεταλλευτούμε το χρόνο που έμενε ως το τέλος του σχολικού έτους. Στην αρχή βρέθηκα μπροστά σε έναν τοίχο άρνησης, καθώς επέμεναν ότι δεν είχαν κατά νου, κανένα επάγγελμα που να τους επέβαλλε τη γνώση της γαλλικής, αλλά εμένα πάντα μου άρεσε να διατείνομαι ότι μια σφαιρική μόρφωση περικλείει και δεύτερη γλώσσα, και τελικά καταλήξαμε σ’ ένα είδος πρωτότυπης συμφωνίας. Θα εστιαζόμασταν σε απλούς χρήσιμους διαλόγους της καθημερινότητας, ώστε να είναι σε θέση να συνεννοηθούν en francais facile. Πετύχαμε να γίνεται το μάθημα υπό μορφή θεατρικού έργου, όπου ο κάθε ρόλος θα έπρεπε να παίζεται σωστά, χωρίς λάθη, άσχετα με το αξάν. Εγώ ως σεναριογράφος επινοούσα τα θέματα, άκρως ενδιαφέροντα ως φλέγοντα για εκείνες.

       Στο τέλος είχαμε καταλήξει να δεθούμε τόσο πολύ, ώστε όταν κόντευε το τέλος του Μάη και η καθεμιά θα έπαιρνε το δρόμο της, τις προσκάλεσα στο σπίτι μου. Αυτό τις είχε ενθουσιάσει. Μου έφεραν δε και ένα υπέροχο δώρο. Ήξεραν τη λατρεία μου για τις γάτες (μια φορά είχα αναφέρει ότι παρόλο που έχω 26 γάτες στην αυλή μου, καιγόμουν να είχα μια κάτασπρη, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα). Μόλις ανοίγω την πόρτα, η Μεταξία μού δίνει ένα πάνλευκο γατάκι, απαλό σαν αληθινό μετάξι. Ήταν πολύ ασυνήθιστο, αφού είχε το ένα του μάτι γαλάζιο και το άλλο καφετί, σαν τον David Bowie, που λάτρευα κάποτε. Απ΄ότι έμαθα αργότερα, το είχαν αγοράσει από μια Αγγλίδα, η οποία τους το χρέωσε ένα κάρο λεφτά, επειδή ανήκε σε σπάνια ράτσα και αρχαία φυλή, υπέρ το δέον ευφυές και τρυφερό. Με κατασυγκίνησαν και μου’ ρθε βούρκωμα στα μάτια. 

    Καθήσαμε εδώ κι εκεί, όπου χωρούσαν, κάτω στα χαλιά, σε μαξιλάρια, όπου νάναι βολεύτηκαν τα τριάντα χαμόγελα που επιβεβαίωναν την γλυκάδα του γυναικείου φύλου. Η σχέση μας ερχόταν σε αντίθεση με την άποψη ότι καλύτερα να τηρείς τις αποστάσεις από τους μαθητές για να μη σου παίρνουν τον αέρα. Και δεν καταλάβαινα όσους μου έλεγαν να κρατάω μια πισινή με τους ξένους. Εμείς είχαμε γίνει μια παρέα, εγώ πάντα έτοιμη να ακούσω ό,τι τις απασχολούσε, και δεν ήταν λίγα για όσους γυρεύουν καινούρια πατρίδα, και εκείνες πάντα πρόθυμες να μου απλώσουν τη ζωή τους. 

       Εκείνη τη μέρα, η τελευταία Πέμπτη του Μάη ήταν, ήπιαμε χυμούς και αναψυκτικά, αλλά γελούσαμε τόσο πολύ σαν να είχαμε μεθύσει. Μου είχαν κάνει ένα σωρό αποκαλύψεις. Πως όταν έβαζαν το κινητό στην έδρα, (εντολή του λυκειάρχη), κρατούσαν ένα δεύτερο στην τσάντα τους, πως το λευκοπλάστ στη μύτη, δεν ήταν για σπυράκι, αλλά για το σκουλαρίκι… Όταν έφυγαν, αφού με είχαν βοηθήσει να μαζέψω, είχαν πλύνει όλα τα ποτήρια και έβαλαν τα μαξιλάρια στη θέση τους, πήρα τη γατούλα μου και τη βάφτισα. Μεταξία!.. Είχε τόσο μαλακό τρίχωμα σαν μετάξι. Αλλά και η Μεταξία, που την κράταγε όταν ήρθαν, ήταν η πιο όμορφη και εντυπωσιακή από όλες. Όταν της είχα κάνει παρατήρηση για τις απανωτές στρώσεις μεϊκάπ στο βελούδινο δέρμα της και την υπερβολική μάσκαρα στις τεράστιες βλεφαρίδες της, λέγοντας της με αγάπη: “Είσαι τόσο όμορφη!” , η απάντησή της με ξάφνιασε: “Γι’ αυτό βάφομαι κυρία”.

        Η γατούλα μου άρχισε να εξερευνά τους καναπέδες και να νιαουρίζει χαδιάρικα. Πήγα στην κουζίνα να της βάλω λίγο γάλα και η ματιά μου έπεσε στον πάγκο, όπου το προηγούμενο βράδυ είχα παρατήσει το πανάκριβό μου ρολόι, δώρο, αφού εγώ μόνο φω μπιζού αγοράζω. Το ρολόι δεν ήταν εκεί… “Λες;” σκέφτηκα με αγανακτισμένη καρδιά, καθώς τα έβαζα με την κακή μου συνήθεια, να μην φυλάω τα κοσμήματά μου. Άντε τώρα να ψάχνω ποια από τις τριάντα το σούφρωσε… Σκέφτηκα ότι το πιο πιθανό θα ήταν να το είχε κλέψει η Μεταξία, ως η πλέον κοκέτα, κι άρχισα να μετανιώνω για το όνομα της γάτας μου. 

     Αλλά έτσι είμαι εγώ. Δεν υπολογίζω κανενός τη γνώμη περί δυσπιστίας. Υψώνω στην καρδιά μου τη σημαία της αδερφοσύνης, συμπονώντας τους πάντες επειδή δεν μου πάει να κλειδαμπαρώσω το χαμόγελό μου. Αντίθετα με τη γενικευμένη τάση να φυλαγόμαστε από αγνώστους, εγώ πορεύομαι καλή τη πίστει, ανοίγοντας την πόρτα μου στον πάσα ένα, χωρίς να σκοτίζομαι και πολύ. Καλά να πάθω. 

      Το βράδυ πήρα την Μεταξία στο δωμάτιό μου και άνοιξα ένα συρτάρι, να βρω μια κορδέλα για να παίξουμε. Το ρολόι μου ήταν εκεί μέσα…

       Τριγύρω ελλοχεύει η καχυποψία. Όχι σε μένα… 

      Απόλαυση η Μεταξία καθώς κάνει γύρους για να πιάσει την κορδέλα…




      Κατερίνα Μαυρομμάτη. 17. 4. 2014