Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Αυτό ήταν το ντεπούτο του νομπελίστα Ισιγκούρο, μια πλοκή που μπορεί να φαίνεται από ανάλαφρη ως ανύπαρκτη, η οποία όμως κρύβει πίσω της αλήθειες σκληρές που αφορούν τον πόλεμο, την απώλεια, την μελαγχολία.

Μετά την καταστροφή του, το Ναγκασάκι πασκίζει να ξαναγίνει πόλη, και οι άνθρωποι που επέζησαν να ξαναχτίσουν την ψυχή τους. Για κάποιους είναι ανέφικτο (η Κέικο δεν θα αντέξει τα νέα δεδομένα της ζωής της και θα κρεμαστεί).

Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές στην παλιά Ιαπωνία και τις νοοτροπίες που πια έχουν αλλάξει κατά πολύ και ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει ιδέες που λίγο πολύ ίσχυαν και στην Ευρώπη και που πια δεν ισχύουν. Ή και το αντίθετο.



Ο ρεαλισμός είναι εμφανής σε όλο το βιβλίο με την ηρωίδα να έχει περίεργη συμπεριφορά και να είναι αντικοινωνική, αποτέλεσμα των φρικτών εμπειριών που πέρασε κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού.

Ο αναγνώστης κατανοεί την Μαρίκο και την συμπονεί εξαιρετικά, ιδίως στην σκηνή με τα γατάκια της. Οι φοβερές αναμνήσεις έρχονται και στοιβάζονται μέρα με τη μέρα καθώς η πόλη αναπλάθεται μέσα από τα ερειπωμένα κτίρια και τα μπάζα. 

Η Ιστορία σημαδεύει εσαεί κάποιους ανθρώπους, που ωστόσο κάνουν ό,τι μπορούν για να συνέλθουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, όπως κάνει η Ετσούκο, που τώρα ζει στην Αγγλία και ονειρεύεται να πάει στην Αμερική για μια νέα αρχή.

Κλείνοντας το βιβλίο, (την οθόνη κατακρίβειαν αφού το αγόρασα ηλεκτρονικά), η "Αχνή θέα των λόφων" παρέμεινε αχνή αν και περίμενα να γινόταν πιο ξεκάθαρη, αλλά ο συγγραφέας μου έδωσε την εντύπωση ότι η ιστορία αφήνεται στην τύχη της, ή στην επιλογή του κάθε αναγνώστη, σαν να με έριξε σε μια ανεπάρκεια γενικώς.

Σίγουρα  το  "A pale view of hills" δεν συγκρίνεται με το "Never let me go"  ή ακόμα με το     "The remains of the day".

K.M