Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

      Δεν ξέρω γιατί το τραβώ ξανά από τη βιβλιοθήκη και το απολαμβάνω πάλι σαν να γεύομαι μια αγαπημένη σοκολάτα από τα παλιά ή σαν ν' ακούω ένα τραγούδι που θυμίζει περασμένους έρωτες... Είναι που βρίσκω και τόσα πολλά κοινά ανάμεσα στις χώρες μας, σαν να μιλά για εμάς η Αλιέντε, σαν να μας ξέρει καλά, μας επινοεί μέσα από τη δική της ζωή. Κάθε φορά που διαβάζω αυτό το βιβλίο, με εντυπωσιάζει από τη μιά, το αίσθημα νοσταλγίας για μια πατρίδα που σε ανάγκασε να την εγκαταλείψεις και να βγάλεις άλλες ρίζες σε άλλη γη, και από την άλλη η άνεση να μιλάς όχι εγωκεντρικά, αλλά με κάποια εύγευστη πίκρα για όλες τις άσχημες εμπειρίες που έζησες όταν ξαφνικά κατάλαβες ότι η ζωή σου κόπηκε κι ότι ο μόνος δρόμος είναι αυτός της φυγής.

          Στα ελληνικά ο τίτλος μεταφράστηκε "Η ονειρεμένη πατρίδα μου", αν και κατά λέξη στο πρωτότυπο θα πει "Η επανεπινοημένη πατρίδα μου", πράγμα καθόλου ταιριαστό για έναν τίτλο.

      Αν και πέρασαν πολλά χρόνια από την έκδοσή του, είναι τόσο ευχάριστη η ανάγνωση αυτής της αφήγησης και πέρα από αυτό, την ευχαρίστηση,  ξαναβρίσκω εκείνη την αίσθηση που μου άφησε τότε στην πρώτη ανάγνωση, όταν με έκανε να βάλω το βιβλίο στο ράφι για εκείνα που αξίζουν να διαβαστούν και δεύτερη φορά.

        Η Αλιέντε δεν ανήκει στους συγγραφείς που αγαπώ όλα τους τα βιβλία. Μόνο μερικά. Αυτό κατέχει ίσως την πρωτιά, μαζί με τις "Ιστορίες της Εύα Λούνα" και την "Πάουλα", όπου δεν γίνεται να μην κλάψεις.

        Στο "Mon pays reinvente" (δεν βρίσκω τους τόνους),  η αφήγηση είναι πέρα για πέρα νοσταλγική, με μεγάλη δόση χιούμορ και αγάπης για τη χαμένη πατρίδα.  Αρχίζοντας την περιγραφή της χώρας  της, της Χιλής, η Αλιέντε αναφέρει:  "Για να δει κανείς τη χώρα μου με την καρδιά του, πρέπει να διαβάσει τον Πάμπλο Νερούδα, τον εθνικό ποιητή".

        'Ισως να μην είναι τυχαίο που η Αλιέντε διάλεξε να ζει στη Δυτική Ακτή, στο Σαν Φρανσίσκο, που τόσο πολύ μοιάζει με την χιλιανή ακτή. 
       Διαβάζοντας, έχεις την εντύπωση ότι η συγγραφέας κρατά το μολυβάκι της και γράφει, γράφει, γράφει ακατάπαυστα, χωρίς διορθώσεις, έτσι όπως τα σκέφτεται, εντελώς αυθόρμητα κι ανθρώπινα. Και είναι τόσο πλούσιες και μεστές οι λέξεις, οι φράσεις, όλες οι σελίδες, γεμάτες από αναμνήσεις παιδικές, από αναφορές στις πολιτικές αναταραχές, στους πολέμους, στους σκοτωμούς,  αλλά και στην νοοτροπία των χιλιανών, τόσο κοντά στη δική μας νοοτροπία. Και ο τρόπος που μεγάλωσε η ίδια, τόσο οικείος, σαν να περιγράφει τα δικά μας περιβάλλοντα, τους δικούς μας κανόνες και φόβους. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να μην μιλήσει για την δικτατορία και τις ιστορίες της ως ανηψιά του Σαλβατόρ Αλιέντε. Ο δρόμος για την εξορία της, είχε διάφορες περιπέτειες, μέχρι να φτιάξει το νέο της σπίτι στην Καλιφόρνια.

        Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, με την απουσία του πατέρα να σημαδεύει την παιδικότητά της, με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973, να της αλλάζει την πορεία της ζωής της. Αν και έχει γράψει κάτι παρόμοιο, το "Όλες οι μέρες", όπου κάνει έναν απολογισμό της ζωής της, στην "ονειρεμένη πατρίδα μου", η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική.  Εδώ πρόκειται για έναν ύμνο στην Χιλή, σαν να είναι το βιβλίο ολάκερο ένα τραγούδι, μια μπαλάντα για τη χώρα αυτή. 

              Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η Ιζαμπέλ, έχοντας αποφασίσει ότι με τον Πινοσέτ στην εξουσία δεν μπορεί πια να είναι μια δημοσιογράφος με ελεύθερο πνεύμα, καλεί τα δυο παιδιά της, τους ανοίγει τον παγκόσμιο χάρτη στο πάτωμα  και τους λέει να διαλέξουν χώρα για να μεταναστεύσει η οικογένεια. 

              Αν και έχω δει το μέρος όπου ζει τώρα η Αλιέντε, το Sausalito, ένα πανέμορφο τοπίο στην Καλιφόρνια, όταν είχα διαβάσει αυτό της το βιβλίο, μου γεννήθηκε η πολύ μεγάλη επιθυμία να επισκεφτώ τη Χιλή.  Οι περιγραφές είναι φαντασμαγορικές και δελεαστικές, χωρίς ωστόσο να διστάσει να κριτικάρει καυστικά τους συμπατριώτες της με τις προλήψεις και τα κουσούρια τους.  Αγαπά την πατρίδα της, όμως η Χιλή είναι η χώρα που θα διώξει πολλά από τα παιδιά της, βρίσκοντας άλλο τόπο για ν' απλώσουν ρίζες, (οι περισσότεροι Λατινοαμερικάνοι ζουν στην Καλιφόρνια) που ωστόσο πάντα θα νιώθουν την πίκρα του μετανάστη, ακόμα κι αν εκεί που πήγαν είναι καλύτερα από τη χαμένη πατρίδα.  Και πάντα η μνήμη θα επιστρέφει σ' αυτήν την απούσα πατρίδα, στους παππούδες και στην παλιά ζωή, που δεν υπήρξε και τόσο εύκολη. 
                       
               Η αφήγηση ξεκινά έτσι:

"Je suis née au milieu de l'épaisse fumée et de la mortalité de la Seconde Guerre mondiale, et la plus grande partie de ma jeunesse s'est passée à attendre que la planète vole en éclats lorsque quelqu'un appuierait distraitement sur un bouton et que les bombes atomiques exploseraient. Personne ne s'attendait à vivre très longtemps ; nous étions pressés, dévorant chaque instant avant que l'apocalypse ne nous surprenne, aussi n'avions- nous pas le temps d'examiner notre nombril et de prendre des notes, comme c'est l'habitude aujourd'hui".

         Με δυο λόγια, η συγγραφέας λέει ότι γεννήθηκε στη μέση του πυκνού καπνού και του θανατικού του πολέμου και πέρασε τη νιότη της περιμένοντας ότι ο πλανήτης θα ανατιναχτεί και κανένας δεν έλπιζε να ζήσει για πολύ...

   Κάτι που κουβαλούν πολλοί άνθρωποι σαν κληρονομιά από την πατρίδα τους.

Κ.Μ