Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

       'Αργησα πολύ ν' αποφασίσω να διαβάσω επιτέλους τους "Τυφλούς" του Νίκου Μάντη, δίνοντας προτεραιότητα σε πιο μικρά βιβλία που τελειώνουν γρηγορότερα, αλλά μόλις επιτέλους το άνοιξα, σκεφτόμουν ότι δεν θα το άφηνα ατέλειωτο με καμιά δικαιολογία, και χωρίς να διαβάσω κριτικές για το πολυπρισματικό αυτό βιβλίο, ξεκίνησα ολοταχώς για τις 600 πυκνές του σελίδες. Μόνο συνεντεύξεις του συγγραφέα είχα διαβάσει (και ακούσει), μαθαίνοντας κάποια πράγματα για το ιδιοφυές αυτό άτομο. Και ήξερα ότι είχε πάρει το βραβείο μυθιστορήματος στα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη για το 2018, οπότε θα έπρεπε να βουτήξω χωρίς δισταγμούς σ' αυτή την περιγραφή του άγριου παρελθόντος της Ελληνικής Ιστορίας.

     Στην αρχή, στον "προθάλαμο" σε προδιαθέτει για μια υπέροχη παράνοια: "Ας μείνω λοιπόν σφηνωμένος εδώ, μέχρι ο Θάνατος κι εγώ να γνωριστούμε κάπως καλύτερα".

       Στο "πλέγμα" στέκεσαι μπροστά από τα αμοντάριστα πλάνα από εικόνες της πόλης σε διαφορετικά πλαίσια κάθε φορά, αλλά με το ίδιο θέμα του εθνικού μας διχασμού και της  πανταχόθεν παράνοιας, ακροαριστερά  και ακροεθνικισμός, όλα σμίγουν μέσα στο χάος με τις βιαιοπραγίες εναντίον διαφωνούντων, τους οργανωμένους προπηλακισμούς μεταναστών, με τους διπλοπελεκίτες και τους νεοφασίστες.

            Νόμιζα ότι ήμουν κι εγώ μέσα σ' εκείνον τον λαβύρινθο του Νίκου Μάντη, χωρίς ωστόσο να ψάχνω κανέναν μίτο για να βγω, μόνο ακολουθούσα ξοπίσω τα βήματα του Ισίδωρου, στο χάος του κέντρου, βρέθηκα να περιπλανιέμαι κι εγώ χωρίς σκοπό, μάλλον με σκοπό την απόλαυση της ανάγνωσης, που ξεφεύγει από μια συνήθη βύθιση και σε μπάζει σε αβύσσους, σε συγκρίσεις τοπίων, ανάμεσα στις "αρχαίες πολυκατοικίες" και στα "λουσάτα σοκάκια", ακούγοντας γύρω φωνές οργής, βρισιές αγανακτισμένων. Συνέλαβα τον εαυτό μου να γίνεται μέρος αυτού του παραλόγου, με είδα καθαρά να μπήγομαι στο πλήθος των διαδηλωτών,  κι ύστερα να παρατηρώ τους "τυφλούς" να αυξάνονται ολοένα, αφύσικα και προκλητικά να διαδίδεται γύρω μου η τύφλωση. 

      Αυτό είναι το πέμπτο βιβλίο του Μάντη, ογκώδες, επικό, πυκνογραμμένο, με ατέλειωτες προτάσεις, ένα κείμενο γεμάτο εικόνες απτές όπου φιγουράρει η πόλη, το κέντρο της Αθήνας, και στο νου μου ήρθαν στίχοι, αντίποδες στο μυθιστόρημα, τραγούδια για μια πόλη, όπως το  "Sous le ciel de Paris" ή το "New York",  που όταν τα ακούς σε απασχολεί για λίγο και σε παρασέρνει πέρα από τη μουσική, η νοερή πόλη, η ίδια η πόλη, σαν να αποτελείς κι εσύ ατόφιο κομμάτι της. 

     Η συναρπαστική ιστορία της Αθήνας, παρουσιάζεται στο βιβλίο με πρόθεση να σε κάνει να πάψεις να νιώθεις αιώνιο θύμα των άλλων, να αναλογιστείς τις δικές σου ευθύνες για την πόλη σου, μια πόλη "γυφτο - πριγκίπισσα, γεμάτη γητειές και λίγδα".  Και να ελαφρύνεις το βάρος της αρχαίας κληρονομιάς και του ασήκωτου παρελθόντος.

     Ο Μάντης σε κάνει να πιστεύεις ότι σχεδόν όλα όσα περιγράφει στο βιβλίο αυτό, αποτελούν προϊόν εμπειρίας δικής του, πράγμα που ίσως να αληθεύει για ορισμένα τουλάχιστον θέματα, (όπως η θητεία του ως εύζωνας, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξή του). Εντυπωσιάζει η περιγραφή του τελετουργικού του ντυσίματος που απαιτείται για την επίσημη περιβολή των ευζώνων, καθώς επίσης έκπληξη προκαλεί η λεπτομερής ανάλυση των χορογραφημένων κινήσεων  στη "διαδικασία ευζωνικής αλλαγής" κατά το δρομολόγιο "στρατόπεδο Φρουράς - Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη" εικόνες που βλέπεις μέσα από διαφανές παραβάν στο κεφάλαιο με τίτλο "κέντρο" όπου μεταφερόμαστε στο 1972, για ν' ακολουθήσουμε τη ζωντανή αποτύπωση της εθνικής ιστορίας και να θυμηθούμε την εποχή της δικτατορίας. 

    Στο "πλέγμα" δρασκελίζουμε το χρόνο ξανά για να πάμε στο 1985, πίσω σ' ένα άλλο ενοχικό παρελθόν του Ελληνισμού, με θεωρίες εξίσου παρανοϊκές διαμέσου μιας εκρηκτικής μυθοπλασίας.  Τα κουβάρια μπλέκονται με αλλοπρόσαλο, αλλά δεξιοτεχνικό τρόπο μέσα στις κατακλυσμιαίες ατέρμονες παραγράφους όπου βασιλεύουν οι αυταπάτες και οι περιπλανήσεις του νου.

           Τέλος, στον "μίτο" ξανασυναντούμε τους ίδιους ήρωες του πρώτου κεφαλαίου να ακολουθούν μια μυστηριώδη κάθοδο σε κρύπτες και καταπακτές, μια άλλη πόλη, μια υπόγεια Αθήνα. "Ποιος ξέρει. Μπορεί πραγματικά η πόλη να είναι το βιβλίο κι εμείς τα γράμματα μες στις σελίδες. ... ... Μπορεί η επιφάνεια της πόλης, οι δρόμοι, οι πλατείες και γενικά οτιδήποτε διαδραματίζεται στο έδαφός της, να είναι απλά το εξώφυλλο. Και το αληθινό περιεχόμενο να βρίσκεται από κάτω, στα έγκατα, στο λαβύρινθο που σίγουρα υπάρχει".

        Πρωταγωνιστές στο βιβλίο είναι η Αθήνα, το Σύνταγμα,  το Καλλιμάρμαρο, το μυστήριο, η άκυνθος, το θέατρο, η ποίηση και βέβαια η εθελοτυφλία. 

Κ.Μ