Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018



Δέντρο που' χει τις ρίζες του, μισές σε νερό και μισές σε βράχο. 
 Σου φαίνεται πως ως την αυγή, μπορεί και να' ρθει να ξεραθεί.
 Μα ένα τυχερό ποτέ δεν του λείπει.
 Πρωινός ήλιος κι αγέρας απαλός. 
Κι εκκολάπτεται η ανάσα πάλι.
 Μ ' ένα κοπάδι γίδια στον ίσκιο του 
και τα πεσμένα του φύλλα η ίδια η ζωή.
 Της αγάπης το δέντρο έχει προσαρμογή στο πάντα;




Πομακοχώρια κρυμμένα λες
στους απόμακρους όγκους της Ροδόπης.
Ρεματιές που σ 'αφήνουν έκπληκτο,
μαχαλάδες που αγνοείς ότι ζουν ακόμα,
χωματόδρομοι που βυθίζονται στο πράσινο,
λιβάδια που λουλουδιάζουν λικνίζοντας...
Τοξωτή πετρογέφυρα και καβάκια σεινάμενα.
Κορίτσια με μαντήλες, αγκαζέ περπατούν,
όλη η ώρα είναι δική τους στα σοκάκια...
Γριές κάθονται κατάχαμα στο πεπρωμένο...

Καθόλου αρνητικά στιγματισμένοι
οι Πομάκοι της Θράκης σήμερα.
Κολλημένοι στα βουνά, κάπως ανύπαρκτοι.
Κι όμως ντροπιασμένη ένιωσα εγώ.
Σαν να τους βάλαμε σε χαρτόκουτο
και τους πασάραμε εκτός πατρίδας.
Έμαθα ότι η πρόσβαση ούτε καν ελεύθερη
για τα χωριά τούτα ως πριν λίγα χρόνια.

Τα ελληνικά τους λίγα, για μια τέτοια γη,
τα τουρκικά επιβάλλονται, λειχήνα σωστή.
Αφουγκράζεσαι τα λάθη μιας πικρής Ελλάδας,
όταν τους νιώθεις να πελαγοδρομούν άτσαλα,
σαν πουλιά που αιωρούνται αμπαρωμένα,
για να εντοπίσουν τις βαθιές ρίζες τους.
Την έννοια "έθνος", τη βρίσκεις κατά τύχη.
Κι εκεί στους μαγευτικούς παραπόταμους,
ξεχειλίζουν τρεις γλώσσες, μισές κι αυτές.
Οι Πομάκοι μ ' ένα κώδικα ξεφτισμένο,
ανασκουμπώνονται άχρονα μα νηφάλια,
μειονοτικά να δρασκελίσουν τη ζωή!..


Πώς σ' ένα τσαμπί είναι μαζί ρόγες άγουρες κι άλλες παραγινωμένες, σταφύλια νιόβγαλτα και κάποια σταφιδωμένα, στην ίδια κληματαριά να κρέμονται παρέα;.. Πώς ένας μοναχικός εργένης και μια πεταλουδίτσα της νύχτας δένουν σαν μια ψυχή;.. Και πώς οι θεοσεβούμενοι κάθονται στον ίδιο καφενέ με τους αλλόθρησκους, για ουζάκι του ίδιου δημιουργού;.. Εκκλησιές και τζαμιά βόσκουν στο ίδιο λιβάδι… Καπναποθήκες τεράστιες και μικρομάγαζα, τεκέδες, χάνια, καφετέριες, η Παλιά Πόλη με καλντερίμια και στην πλατεία με το ρολόι, μείγμα ανθρώπων σαν λαχματζούν και πίτσα. Μαγκιά, τσιγάρο, τάβλι, φραπέ. Μαντηλοφορούσες καθισμένες στου μαχαλά τα σκαλοπάτια, γδέρνουν τη φτωχολογιά φουμάροντας… Ελληνικά και τόυρκικα σμίγουν σαν τους καπνούς που ανεβαίνουν στο ίδιο νέφος, επινοώντας διαφορές που κυοφορούν μια παραίτηση για έχθρα.
 Σπίτια αμέριμνα προδίδουν ένα αλλοτινό μεγαλείο, που σαν αγέλαστα χείλη πια, καταπιέζουν τη λήθη… Ιταλικοί και ανατολίτικοι ρυθμοί στις προσόψεις των αρχοντικών. 
Η ζωή σε τούτο τον τόπο κυλάει σαν το νερό. Η πόλη, εκεί που τη βλέπεις ξαπλωμένη, ανασηκώνεται και χορεύει παθιασμένα.  Στους έρημους δρόμους ξαφνικά γίνεται "πατείς με πατώσε"… Παζάρι, καβουρμάς, καργιόκες.  Και οι διαδρομές του σήμερα και του άλλοτε μπερδεύονται.




Ο Μάης έχει τον τρόπο να αφανίζει τις τρύπες από τα βόλια της συννεφιάς του.
 Πετάει λίγο κόκκινο, όσο μια σταγόνα αίμα, και κρατάει στην παλάμη του την άνοιξη!
Το χρώμα του Μάη δεν πιάνεται κορόιδο. Κεντά το περίτεχνο μονόγραμμά του στη θέα μας. Μας κάνει να ξεχνάμε ότι διασχίσαμε ένα χειμώνα.



Απόλυτα συγκεντρωμένη στην ομορφιά, η φύση δεν αφήνει του ήλιου το χάδεμα να πάει στράφι… Σκούρα και ανοικτά τα χρώματα, εύθραυστα σαν κρύσταλλα, διασχίζουν το χαοτικό γαλάζιο.  Σπρώχνουν αυθαίρετα τα καφετιά χωράφια , ξεγυμνώνοντας την αύρα τους με τόλμη και θάρρος.  Τα χρώματα πάντα αποτολμούν και αναθαρρεύουν. Εισβάλλουν στο βλέμμα μας για να επιβάλλουν τη ρέμβη!




Μια χούφτα ζωή, κι ο θάνατος βουνά και ποτάμια και ουρανοί… Η ομορφιά κι η μοναξιά σπεύδουν να φτάσουν στο τέλος, να συναντήσουν γρήγορα το μαρασμό. Χωρίς του λογισμού το μοίρασμα, μονάχα για λίγη χαρά, μια φωτεινή στιγμή, μια γιορτή κι ένα τραγούδι.  Νεκρά δέντρα και ζωηρά πουλιά, μέσα στην ποταμίσια ορμή, μια χούφτα ζωή. Κι ο θάνατος ωκεανός.

Γι αυτό υπάρχει η αγάπη…. Για να σέρνει το φόβο, μην τυχόν και δεν την συναντήσεις ποτέ…


Μου φτάνει μόνο το φως από τα μάτια σου για να ξημερώσω.
Μου φτάνει η γεύση του φιλιού σου για να ζήσω.
Μου φτάνει η μυρωδιά της αγάπης σου για να διασχίσω το θάνατο.


Είναι βέβαιο ότι στον Παράδεισο θα πάμε. Η Κόλαση δεν μπορεί, λέει, να δεχθεί άλλους. Έχει υπερβεί το όριο. Είναι Full… Εκτός κι αν κάνει δεύτερο προφίλ.



Πώς να σ ' αγγίξω;..
Να ξεκολλήσω ετικέτες,
να λύσω σπάγγους,
ν ' ανοίξω το καπάκι,
να ψαχουλέψω το μέσα...
Αφού στην ψυχή σου,
έβαλες με κεφαλαία
σε μαύρο τόσο παχύ,
την ένδειξη
"ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ".




Ο έρωτας ποτέ δε γίνεται μια νοσταλγία. Δε στραγγίζει. Μήτε ζαρώνει στης ψυχής τις δίπλες. Μένει σαν ένα ξεραμένο γιασεμί στο βιβλίο της ζωής. Μέσα στη σιωπή του ζει ακόμα. Προσωδιακός. Δε σκυθρωπιάζει, δε μικραίνει κι ούτε χωρά σε θήκη καμιά. Συνταξιδεύεις σακουλιάζοντας τους καιρούς. Τον φοράς σαν καύκαλο καρδιάς. Σε κρατά το εγκαταλειμμένο άρωμα και δεν έχεις παρά να συνταυτίζεσαι.  Δεν τον περιγράφεις, ούτε τον αναπολείς. Μοναχά τον βρίσκεις ξανά μέσα σε έναν αναστεναγμό.



Ήρθες ξαφνικά!
Με μια κιθάρα κι ένα χαμόγελο.
Σαν θάλασσα νιότης, σαν πρώτο φως.

Ήσουν εσύ!
Μια λάμψη που ξεμυτά
πίσω από το γαλάζιο της ζωής μου.
Το γέλιο σου ήλιος
που ορμάει πρωινός.
Κι αλλάζει ο ουρανός μου.

Ήσουν εσύ!
Αγάπης ακτίδα δυνατή,
ξηλώνοντας τα νέφη της ζωής μου.
Οι νότες σου ταξίδι
που με πάει σε σένα.
Κι έφυγες πάλι ξαφνικά,
παίρνοντας το φως όλο.
Έσβησε της μέρας μου ο ήλιος.

Κι έγινες εσύ!