Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

 

               Έρωτας εμπνευστής

Η πιο παράξενη αμμουδιά ήταν η δική σου.

Άπλωνες πάνω της το κορμί μου
κι όπως έγερνες και με φιλούσες χόρευαν τα φύκια ανελέητα
τέντωνε το κύμα σε δροσερή θραύση τολμούσαν οι σταγόνες
ν’ ακουμπούν την αμμουδένια γύμνια μας.
Τα όστρακα και τα κρινάκια της θάλασσας
βγάζαν το καπέλο στον έρωτά μας.
Γινόμασταν οι εμπνευστές τους για να ζωντανέψουν
γεύοντας φωτός χάδι και ήχους ερωτευμένων.
Τότε δεν φοβόμουν μην και δεν μας ανήκει το αύριο.
Ήμουν ζωντανή και πεπεισμένη πως όλα τα δικά μου
κανείς δεν τα διεκδικεί έτσι κι αλλιώς.
Μήτε ο θάνατος μήτε η αθανασία.
Και η φθορά αρνείται να πλαισιώνει
νεανικές καρδιές και σφριγηλό αίμα.
Ένα κομμάτι θάλασσας και η συλλεκτική αμμουδιά
ήταν στ’ αλήθεια τα τσιφλίκια σου.
Μου το επιβεβαίωνε η λάγνα σου ηλιογεννημένη σπίθα.
Έτσι τα χείλη μου τ’ ανήξερα, ποτέ τους δεν εζήτησαν χάρες,
ούτε παράπονα έβγαζαν
μονάχα ανασαιμιές στο φεγγαρόφωτο λουσμένες.
Τον παράδεισο τον ζεις σαν αρπακτικό διατεθειμένος
να πας και στην κόλαση για χάρη του.
Τις καρδιές τις σαρώνουν όλα τα πρώην
επίμονα περασμένα και δη η πρώην αχανής ευτυχία.
Κι ύστερα αποσύρεται κείνο το αχανές
και μένει μόνο η ευτυχία
ώσπου λιποθυμώντας κυλιέται στην άμμο σμίγει με το νερό
μπερδεύτεται με τα φύκια
και πια δεν υφίσταται τίποτε εξόν από ένα “πρώην”
απερίσκεπτο, που δεν αντέχεται.





Κοιτώ τα κόκκινα σύννεφα κι αναρωτιέμαι από τι να' χουν ποτιστεί. Μην είναι απ' του ήλιου την αγωνιώδη τροχιά να πέσει στο γυάλινο δειλινό ακουμπώντας κάπου ανώδυνα τη φιγούρα του;
Μην είναι απ' της θάλασσας την αντανάκλαση καθώς πάλλουσα αιμορραγεί πριν το επερχόμενο σκότος;
Ή μήπως να βγαίνει τούτο το βαθυκόκκινο απ' τις ψυχές εκείνων που πολύ αγαπήσαμε κι εδώ δεν είναι πια; Προφανές πως πασκίζουν με τόσο θεαματικά εφέ, μέσα από την αχλή τ' ουρανού να μας δώσουν με φουντωμένο το αίμα τους την πιο ζεστή ευχή τους για μια καληνύχτα ερωτική;


Το πουλάκι στο μπαλκόνι μου για την φρέσκια μυρωδιά της μέρας, για την φιδογυριστή βόλτα του στη ζωή, ν’ αδράξει χειμαρρωδώς τα οικεία επουράνια, να γευτεί την ανόθευτη ομορφιά, να υμνήσει επαξίως το σύμπαν! “Ποιος σε δίδαξε να τραγουδάς τέτοιες άριες;”, το ρωτώ εκ προθέσεως. “Το ξεδιάντροπο χρώμα της βουκαμβίλιάς σου”, απαντά με πονηριά και σκέρτσο. Ανυπόκριτη κουβεντούλα μόλις τώρα!


Ν' αγαπάς τους ανθρώπους όπως αγαπάς τον καφέ σου...


Είκοσι εννέα ψυχολόγοι συνιστούν επιστράτευση της φαντασίας για να ξεμπλοκαριστεί η ζωή μας. Αυτοί ξέρουν...


                    ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

"... και μιαν ωραίαν τινά πρωίαν, ξαφνικά την είδαν στο facebook!

...

Δεν είναι σαφές πού ακριβώς ανήκει, αν είναι πολιτικά τοποθετημένη, αν πιστεύει στο Θεό, αν αγαπά την Ελλάδα ή αν μισεί τους Έλληνες… Μερικοί την φθονούν. Σιγά σιγά χάνει την αίγλη, σαν να μην κουμαντάρει το προφίλ της, δεν προσέχει την ρότα, αργοσαλεύει. Θα νόμιζες πως μπλοφάρει κάπως. Και ο κόσμος έχει μια σύγχυση, ένα μπέρδεμα για την ιδεολογία της. Οι αριστεροί την διαγράφουν ως εθνικίστρια και οι δεξιοί την μπλοκάρουν ως κομμουνίστρια. Οι άθεοι την αντιπαθούν ως θρησκευόμενη, και οι θρησκόληπτοι την αποφεύγουν ως άθρησκη. Οι γκέι την μισούν ως ομοφοβική, και οι φιλομετανάστες την αποστρέφονται ως ρατσίστρια. Οι συντηρητικοί την αγνοούν ως ανάγωγη και οι αθυρόστομοι την θεωρούν σεμνότυφη". Κ.Μ

Απόσπασμα από διήγημα δημοσιευμένο στο 19ο τεύχος του Fractal.



Για πες μου πώς θες
την αγάπη να μετρήσω;
Σε μίλια είναι μυριάδες,
σε χρυσό είναι τόνοι.
Πλάθει και θεριεύει ουρανούς
να τους στραφταλίζει αενάως
των ματιών σου ο ήλιος.
Λευκορόδινα άνθη αμέτρητα πέμπει
στ’ απαλό της όψης σου αχνόφωτο.

Δεν κρύβεται η μαεστρία του κόσμου
πίσω από τοπία της αυγής,
μήτε κάτω από αχούς ακροποταμιάς.

Ουδόλως ποντάρει σε καλή ζαριά
αυτή η απλωσιά της αγάπης.
Ακραία λανσάρεται και θάλλει,
ακαριαία ξεπερνά τα όρια.
Ανεβάζει καρδιές σε θρόνο.

Δεν το βρίσκω ψυχή μου πώς μετριέται,
μα αλματικά διαγράφει τροχιές
μέσα από στεντόρειες ευφορίες.
Κράτιστος ο ήχος της αγάπης!




Κι οι θάλασσές μας ξεβράζουν παιδάκια…
Όνειρα ανθρώπων, μουσκεμένα όνειρα, μισοπεθαμένα.
Ποιος την ανθρωπότητα την τυλίγει σε μια λαδόκολλα
κι όπως όπως την πετά στα πιο βέβηλα ρίσκα;
Κι αυτό ακόμα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης,
ριγμένο στα κύματα της διαφθοράς...

Εκείνο το κλειδί που κουβάλησαν μαζί τους,
τραβώντας την εξώθυρα πριν φύγουν
σε ποια απελπισία θα ταιριάξει;

Παθητικέ συνένοχε!
Ποιανής ανθρωπότητας τα μούτρα να σπάσεις;

Κ.Μ 30/10/2015



Συγκινούμαι βαθύτατα όταν μου γράφουν ότι σε σχολικούς
εορτασμούς στην Κρήτη, διαβάζουν αποσπάσματα από την
"Ενοχή των Αθώων".


"Μακάβριες μοιάζαν οι φιγούρες μας καθώς τα' χαμε μισοχαμένα.... Σειρές από όρθια φαντάσματα, περιμένοντας τις ριπές των πολυβόλων για να πέσουμε στα χαντάκια του μεγάλου Ράιχ...
Κάποιες γριές με μαύρα τσεμπέρια, λιγνόκορμες και ρυτιδιασμένες, θύμιζαν σκιάχτρα, και οι γέροι με τα τσιγκελωτά μουστάκια, ριζωμένα πάνω τους, έμοιαζαν να μην είχαν ζήσει ποτέ με αξιοσύνη και φρονιμάδα... Έτσι όπως μας στοίβαξαν, φύρδην μίγδην, γίναμε ένας όγκος πιο σκούρος κι από τα σκότη και πιο στέρφος κι από τους βράχους... Όλα αυτά μου γεννούσαν μια πολύ μεγάλη ευτέλεια, που επισκίαζε ακόμα και το φόβο του θανάτου...
...Σύντεκνοι, η Κρήτη δεν ήτονε δική τωνε να τους την εχαρίσομε".


"Η ενοχή των αθώων" Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Έβγαλε απόψε έναν ουρανό η αγάπη,
πάνω από τις νοτισμένες αποβάθρες,
πανσέληνος σκυθρωπή απλώνεται
με ανταύγειες από την ψυχή σου... Κ.Μ