Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017




       Η πλοκή κουβαλά μια συμφόρηση από περιγραφές συναισθημάτων όλων των ανθρώπων του βιβλίου και κυρίως της Rachel, η οποία φαίνεται να καταρρέει και να μην κουμαντάρει τον εαυτό της. Αλκοολική, χάνει τον έλεγχο, ζηλεύει αυτούς που αγαπιούνται, δεν μπορεί να θυμηθεί καταστάσεις, νιώθει να την περιφρονούν, να την κοροϊδεύουν. Επισκέπτεται ψυχοθεραπευτή, κάνει πιλάτες, αλλά ο κλονισμός της όλο και μεγενθύνεται και οι εμμονές της την οδηγούν στο να παρενοχλεί τον πρώην σύζυγό της (του οποίου το όνομα διατηρεί ακόμα) και την καινούρια του γυναίκα, που τους νομίζει το τέλειο ζευγάρι.

“I feel a real sense of disappointment, I feel as though I have been cheated on. A familiar ache fills my chest. I have felt this way before. On a larger scale, to a more intense degree, of course, but I remember the quality of the pain. You don’t forget it”.

Ένα κείμενο μια ολάκερη εξομολόγηση για την τεταμένη ψυχολογία μιας γυναίκας που στέκεται στην άκρη ενός κενού, τρομαγμένη, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς φοβάται. Τον ίδιο της τον εαυτό προφανώς.

“I’m frightened, but I’m not sure what I’m afraid of, which just exacerbates the fear. I don’t even know whether there’s anything to be frightened of”.
   
     Συμπρωταγωνιστής της είναι το τραίνο, ο προαστιακός, ένα βαγόνι, ένα κάθισμα στο παράθυρο απ’ όπου παρακολουθεί εικόνες που της φαντάζουν άγριες, ληστρικές, ανήθικες μα και ξεκάθαρες. Οι δονήσεις των αμαξοστοιχιών, η θέα, κάθε μέρα η ίδια, το παρελθόν που μαστιγώνει, είναι οι συνταξιδιώτες της. Το τρένο περνά κι από το πρώτο της σπίτι που προσπαθεί να μην το δει γιατί δεν αντέχει. (Πάντα το βλέπει).

“On the train, the tears come, and I don’t care if people are watching me; for all they know, my dog might have been run over. I might have been diagnosed with a terminal illness. I might be a barren, divorced, soon-to-behomeless alcoholic”.
     
      Δεν στέκομαι στο γεγονός των δολοφονιών και τη διαδικασία της αστυνομικής έρευνας, μα στη δομή της αγωνίας μιας γυναίκας που θεωρεί ότι η ζωή της στροβιλίζεται από μυστήριο ανατριχιαστικό. Νιώθει τόσο μπερδεμένη που σέρνεται σε απόγνωση, με κρίσεις πανικού, είναι συνεχώς άρρωστη και αναστατωμένη, προδομένη από την ίδια της τη μνήμη. Την αποδιοργανώνει και η έλλειψη ύπνου, κάτι που μισεί αφάνταστα.

“I am exhausted, my head thick with sleep. When I drink, I hardly sleep at all. I pass out cold for an hour or two, then I wake, sick with fear, sick with myself”.
   
    Δεν ξέρει τι πήγε στραβά και η απογοήτευση του Tom, που τον αποκαλεί πάντα σύζυγό της, καθρεφτίστηκε πάνω της. Και δεν ξέρει πια πού να εστιαστεί. Nιώθει ένοχη, αλλά όχι αρκετά, έχει νευρικότητα και νομίζει πως κάτι κακό έγινε κάτω από τις γραμμές του τρένου στο σκοτεινό τούνελ, αλλά δεν της είναι καθαρό. Δεν ξεχνά απλώς, δεν έχει αναμνήσεις για να ξεχάσει.

“There is nothing to remember. It is, will always be, a black hole in my timeline”.

    Της λείπει η ουσιαστική φυσική επαφή με ένα άλλο άτομο. Eίναι ένα παγιδευμένο πουλί, μια γυναίκα νοητικά ασταθής. Σκέφτεται να δοκιμάσει την ύπνωση, αλλά δεν πιστεύει ότι αυτό θα βοηθήσει τη μνήμη της ή να την κάνει να επιστρέψει στο νορμάλ.

“I wait for the memory to come. Sometimes it takes a while. Sometimes it’s there in front of my eyes in seconds. Sometimes it doesn’t come at all”.
   
      Ντρέπεται γι’ αυτή την εκδοχή του εαυτού της, θα πρέπει να τα βάλει με τη συσσωρευμένη πίεση, να πάψει να παραπαίει ανάμεσα στη θολούρα του νου, έρμαιο των σκέψεών της και στην εσωτερική της λογική, ώστε να διασώσει κάτι για να μην νιώθει άχρηστη. Θα τα καταφέρει;

“Usually, I would pretend to be nice, but this morning I feel real, like myself. I feel high, almost like I’m tripping, and I couldn’t fake nice if I tried”.
 
    Όσο για την εξαφάνιση της Megan, ο καθένας τους είχε κίνητρο για να διαπράξει φόνο.
Ποιος σκότωσε ποιον και ποιος θα σκοτωθεί στο τέλος δεν έχει τόση σημασία όταν πρόκειται για λογοτεχνία και όχι για μια ταινία ψυχολογικού θρίλερ που στόχο έχει να σπάσει τα ταμεία.

K.M