Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

   
    
       Αμερικάνικη λογοτεχνία και πάλι, όχι γιατί είναι η αγαπημένη μου, αλλά τυχαίνει με αυτή τη σειρά να βρίσκεται στο τετράδιό μου, όπου σημείωνα τα βιβλία που με είχαν κάνει να δακρύσω.
   Το πρώτο πράγμα που είχα σκεφτεί διαβάζοντας το "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν", ήταν ότι η ηρωίδα (που είναι η ίδια η συγγραφέας), δεν θα' πρεπε να είχε κάψει τις ιστορίες της. Μεγαλωμένη από γονείς μετανάστες στις φτωχογειτονιές του Μπρούκλιν, η Μπέττυ Σμιθ γράφει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, αν και η ίδια το είχε αρνηθεί. Ίσως με την πρώτη ματιά θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για νεανικό, κάθε άλλο όμως...

    Πάντως όταν βρέθηκα στη γέφυρα του Μπρούκλιν, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν το βιβλίο αυτό, ξέχειλο από το συναίσθημα στέρησης των ανώνυμων φτωχών μεταναστών που πρωτοήρθαν εδώ σε σκληρές εποχές. Τίποτε πια δεν θυμίζει εκείνα τα αδυσώπητα χρόνια.

     Θα μεταφέρω εδώ κάποια στοιχεία από το μυθιστόρημα που με είχαν ενθουσιάσει τα μέγιστα: 
Η αγάπη για ανάγνωση ("το μυστικό για μια καλύτερη ζωή είναι το διάβασμα"),
ο αγώνας για επιβίωση ("πάλι κουάκερ; - Θα βάλουμε και γάλα σήμερα, θα είναι ωραία"), 
η υπακοή στους κανόνες ηθικής ("θα κόψω τα μαλλιά μου όταν κλείσω τα δεκαοχτώ"),
η εκμετάλλευση των φτωχών ("να μου δώσετε τον τίτλο ιδιοκτησίας")
η επιρροή της θρησκείας ("μη μιλάς έτσι για τον Θεό, θα ρίξει φωτιά και θα σε κάψει"),
το αμερικάνικο όνειρο ("θα γίνω χρηματιστής,  όπως τα αφεντικά μου"), 
ο ενθουσιασμός για την κατάταξη στον στρατό ("ελπίζω να μην τελειώσει πολύ γρήγορα ο πόλεμος, να μεγαλώσω για να πάω στο ναυτικό"), 
ο ανιδιοτελής σεβασμός στον πατέρα ("έχει μεγάλο ταλέντο στο πιάνο και στο τραγούδι. Θα μπορούσε να ήταν στο θέατρο"),  
το ανεξίτηλο στίγμα του πρώτου έρωτα ("θα παντρευτούμε όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα με περιμένεις όσο κι αν χρειαστεί να λείψω,  ποτέ σου δεν θ' αφήσεις κανέναν να σε φιλήσει, να μην παντρευτείς άλλον αν δεν γυρίσω από την Γαλλία").


     H Nέα Υόρκη είναι μια πόλη που υπόσχεται απόδραση από τη φτώχεια. Τα δυο παιδιά της οικογένειας Νόλαν, όπως ανήκουν σε μια μη προνομιούχα τάξη, αναγκάζονται να πουλάνε μικροπράγματα από το σκουπιδαριό του ποταμού, για να κερδίσουν πενταροδεκάρες. Η μητέρα καθαρίζει πατώματα και ο πατέρας είναι άνεργος και αλκοολικός.
    Μεγαλώνουν δια μέσου πλήθους απογοητεύσεων και αβεβαιοτήτων κι όμως έχουν ενθουσιασμό και συμμετοχή στους αγώνες της άδικης ζωής τους. Η αποφασιστικότητά τους να ανορθωθούν μέσα από την ακραία ένδεια, τους κάνει να βλέπουν μπροστά τους μόνο ευκαιρίες και τρόπους για να απολαύσουν την αθλιότητα.  Χαίρονται που το μικρό τους αδερφάκι θα ζήσει σε καλύτερες εποχές από τη δική τους.

 "Σε πέντε μέρες είναι Χριστούγεννα" λέει η Φράνσυ με μεγάλη θλίψη επειδή τους λείπει ακόμα και το φαγητό. "Θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί που τα μυριζόμασταν τα Χριστούγεννα; Τώρα μπορούμε να τα μυρίζουμε;" αναρωτιέται ο αδερφός της.

   Μπαίνει το 1917 και τα δυο αδέρφια χαίρονται με την σκέψη ότι ο καινούριος χρόνος θα φέρει την προσδοκώμενη αλλαγή. "Ξέρεις αδερφούλι μου, το 17 θα' ναι μια χρονιά σπουδαία! Θα' ναι η σπουδαιότερη χρονιά! Θα' χουμε ηλεκτρικό και θέρμανση με ατμό. Και θα μπούμε και στον πόλεμο! Μεγαλείο!"
  Όταν ο πατέρας πεθαίνει από πνευμονία, η Φράνσυ θα ριχτεί στη μάχη για επιβίωση, εγκαταλείποντας το όνειρο της για το γυμνάσιο. Όχι όμως και για το διάβασμα.

    Το δέντρο της άθλιας και μελαγχολικής τους γειτονιάς, ένα δέντρο που μεγαλώνει πάνω στο τσιμέντο, χωρίς νερό και φως, είναι δυνατό, γιατί ο σκληρός αγώνας για να ζήσει το κάνει δυνατό.
"Δεν φτάνει που το κόψανε, βάλανε φωτιά στις ρίζες του και το κάψανε. Τι τους έφταιξε;"

Οι φράσεις που με άγγιξαν:

"Ω μαγική ώρα, όταν ένα παιδί πρωτομαθαίνει να μπορεί να διαβάζει τυπωμένες λέξεις!"

"Ο καθένας ζει το είδος της ζωής που έχει μέσα του για να ζήσει".

"Η τελευταία φορά για οτιδήποτε, έχει τη δριμύτητα του ίδιου του θανάτου".

"Γεννήθηκες για να γλείφεις αυτή τη σάπια ζωή".

"Τίποτα δεν μπορεί να το αφανίσει" (για τον συμβολισμό του δέντρου). Και ναι, η ομορφιά βρίσκεται γύρω μας, φτάνει ν' αφεθούμε να τη δούμε: "Αν υπήρχε μόνο ένα δέντρο σαν αυτό στον κόσμο, θα σκεφτόσουν ότι είναι όμορφο;"

    Επίκαιρο όσο ποτέ αφού και σήμερα επιθυμούμε τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι, αλλά δεν είναι.
    Μπαίνουμε στο 17,  λένε τα παιδιά του 1917, κι εμείς μπαίνουμε σ' ένα άλλο 17,  και τα δικά μας παιδιά του 2017, φαντάζονται ότι θα είναι μια σπουδαία χρονιά!

Κατερίνα Μαυρομμάτη.