Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι με αποστρέφονται. Ούτε να με αντικρίσουν δεν καταδέχονται, πόσω δε μάλλον να με γλυκοκοιτάξουν ή να με πλησιάσουν στοργικά. Ούτε χάδι γνώρισα ποτέ, ούτε καλή κουβέντα. Μόνο “άντε χάσου από δω” και “φύγε γρήγορα από μπροστά μου” και κάτι τέτοια. Τις προάλλες μια κυρία μόλις με βλέπει, άρχισε να φτύνει τον κόρφο της. Και να γυρίζει την πλάτη της υποτιμητικά.
       Δεν ξέρω γιατί τόση απέχθεια εναντίον μου. Εγώ κανέναν δεν πείραξα ποτέ. Ούτε παίζω την μοιραία, όλους τους καταδέχομαι. Όποιο αρσενικό με πλησιάσει πονηρά, εγώ παραδίνομαι, δεν κοιτώ αν είναι όμορφος ή από σόι. Όλοι μ’ αρέσουν. Τις νύχτες αφήνομαι στο ένστικτό μου και απολαμβάνω αυτό για το οποίο βρέθηκα στη γη. Μια φορά βγήκαν κάτι νοικοκυραίοι και με κατσάδιασαν γιατί τους ενόχλησαν τα ξεφωνητά μου. Είχα τότε  έναν αγαπητικό παχουλό και τροφαντό, πανέμορφο πρασινομάτη, όλο με κυνηγούσε όπου με έβρισκε. Ήταν ξανθός και τρυφερός, του άρεσα φαίνεται κι εγώ γιατί δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί.  
  “΄Οχι όμως και να σε παντρευτώ”, του ξηγήθηκα, καθώς εγώ θέλω να γυρίζω ελεύθερη, δεν είμαι πλασμένη για δεσμεύσεις εγώ. Μήπως γι’ αυτό να με αντιπαθούν όλοι οι άνθρωποι και να με διώχνουν; Δεν μπορούν να ανεχτούν ότι δεν έχω ηθική και αναστολές σαν εκείνους, ότι είμαι μια του δρόμου. Χθες πάλι, δεν πρόλαβα καλά καλά ν’ ανοίξω το μάτι μου και ακούω έναν στρατιωτικό να μου φωνάζει: “Πρωί πρωί εσύ  βρέθηκες μπροστά μου; Να μου χαλάσεις τη μέρα…” Και άρπαξε ένα λάστιχο ποτίσματος για να με καταβρέξει.
      Θεέ μου, λέω, γιατί να με διώχνουν έτσι όλοι τους; Τι τους έχω κάνει; Ούτε ζωγραφιστή δε θέλουν να με δουν.  Μα τι φταίει;..
     Εκεί που τριγυρνούσα μια μέρα, μπήκα σε μια αυλή. Tόλμησα να περάσω μέσα στο σπίτι από την ανοιχτή πόρτα, παρόλο που φοβόμουν ότι θα με έδιωχναν κακήν κακώς και πάλι. Περπάτησα αθόρυβα στο μωσαϊκό του χολ και προχώρησα στο μέσα δωμάτιο. Ένας μεγάλος καθρέφτης ήταν πάνω στο μπροστινό φύλλο της ντουλάπας. Ολόσωμος! Τι παράξενο όμως! Μέσα εκεί είδα δυο μάτια να με κοιτάνε, χωρίς αποστροφή. Ήρεμα και αγαπησιάρικα σχεδόν.         
        Στον καθρέφτη είδα κάποιον που έκανε ό, τι ακριβώς έκανα κι εγώ. Άπλωσα το χέρι μου να τον αγγίξω και τ’ άπλωσε ταυτόχρονα κι εκείνος, όταν η κυρία έμπηξε τις φωνές:
         ‘Έξω γρήγορα σκατόγατα! Θα μου φέρεις γρουσουζιά !”
        Είχα τότε αντιληφθεί ότι εγώ ήμουν στον καθρέφτη. Για πρώτη φορά έβλεπα τον εαυτό μου. Και ανακάλυψα ότι δεν είμαι κάτι το συνηθισμένο, ειδικά για τούτη τη γειτονιά με τις αιώνιες προλήψεις. Είμαι μια μαύρη, κατάμαυρη γάτα!

Κατερίνα Μαυρομμάτη. 21/10/2015