Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

                                          YΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Όταν με έπλασε ο Θεός ως κατσίκα, νόμιζα ότι μόνο στους αγρούς και στους γκρεμνούς θα τριγυρνούσα και εκεί όπου τέλος πάντων θα έβρισκα πράσινο ή ξερό χόρτο να μασουλάω. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι θα ατένιζα ολημερίς σχεδόν, τα γαλάζια κύματα και τους άσπρους αφρούς από τα καράβια όπου θα με επιβίβαζαν καθημερινά.
Αλλιώς είχα ονειρευτεί τη ζωή μου. Εγώ δεν είμαι γλάρος μήτε θαλασσοπούλι. Δεν είμαι καπετάνιος μήτε τουρίστας. Πώς και κάθε μέρα ταξιδεύω από νησί σε νησί κι από στεριά σε στεριά; Ποιός την τύχη μου την ορίζει, ποιος τη μοίρα μου την αλυσοδένει πάνω στις θάλασσες;
Όταν γεννήθηκα, με αμόλησαν μέσα σ’ ένα τοπίο της χλόης, όπου επικρατούσαν οι πενήντα αποχρώσεις του πράσινου, του αθασιού και του λαδιού και όπου βύζαινα από τη μάνα μου μόλις πεινούσα λίγο. Η ρόδα της ζωής μου κυλούσε χοροπηδηχτά στις πέτρες και στους  θάμνους, και μόνο από πολύ μακριά γνώρισα τη θάλασσα, εξ όψεως που λένε. Πού να ήξερα ότι θα τη μάθαινα απέξω κι ανακατωτά, σε όλες τις φάσεις της, θυμωμένη ή γαλήνια, γρίζα ή τυρκουάζ, βαθιά ή ρηχή…
Σαν κι εμένα ζούσαν όλες οι κατσίκες του αφεντικού μου, κάμποσες, παρδαλές, σοκολατί, ζαχαρένιες,  μαυροτσούκαλες. Είχαμε το δικό μας σπίτι όπου κάθε δείλι πριν γύρει ο ήλιος πίσω από το βουνό, μπαίναμε μέσα για να ξεκουραστούμε από το σουλάτσο και να κουτσομπολέψουμε κάμποσο πριν κοιμηθούμε. Τώρα πια κάθε βράδυ κι άλλο μέρος για να  γέρνω το κορμί μου, σε ξένα σεντόνια και σε κάμαρες άγνωρες.
Μας ξυπνάνε πρωί πριν το χάραμα και μας πάνε στο λιμάνι μέσα σ’ ένα φορτηγό της κακιάς ώρας όπου στριμωχνόμαστε σαν σε σαρδελοκούτι και ούτε να βελάσεις δεν μπορείς. Μετά μας ανεβάζουν σ’ ένα καράβι και ξεκινά το ταξίδι μας. Εμένα με πιάνει ναυτία και δεν αντέχω το πάνω κάτω των κυμάτων. Άρρωστη φτάνω στον προορισμό μας. Κάθε μέρα και σε διαφορετικό λιμάνι μας ξεφορτώνουν. Λες και δεν έχουμε ψυχή, δεν καταλαβαίνουν το μαρτύριο του ξεριζωμού μας.
Κι όλο πιστεύω ότι εκεί που πάμε θα καθίσουμε στο εξής, κι όλο πάλι αναχωρούμε γι’ αλλού. Θα μου πεις γιατί να παραπονιέμαι καθώς έχω την ευκαιρία να γνωρίσω άλλα μέρη της όμορφης χώρας μας, αλλά εμένα με πειράζει η θάλασσα. Κι ούτε χαίρομαι την αγκαλιά της μάνας μου, γιατί κι αυτή ζαλισμένη και βουρλισμένη είναι πάνω στο κατάστρωμα, όπου μάταια αναζητούμε κάποιο χορταράκι για να βοσκήσουμε.
Ύστερα έρχεται ένα καινούριο αφεντικό να μας παραλάβει. Κάθε φορά και άλλο. Τι στο καλό γίνεται; Μας πουλάνε και μετά αλλάζουν γνώμη και δε μας θέλουν; Η μαμά μου είπε πως μας ενοικιάζουν.
Οι άνθρωποι σκαρφίζονται ένα σωρό τεχνάσματα για να ξεφύγουν από τη φτώχεια και για να κερδίσουν ένα εισόδημα επιπλέον, χωρίς πολύ κόπο. Δεν ήξερα εγώ περί ανθρώπινης φαντασίας, αλλά η μαμά μου έμαθε καλά τα κόλπα των κτηνοτρόφων, που βούλιαξαν μέσα στην οικονομική κρίση.  Για να πάρουν χρήματα, δεν ξέρω ποιος τα δίνει, αλλά από κάπου τα τσεπώνουν, θα πρέπει να έχουν ένα κοπάδι, κάποιο αριθμό υπολογίσιμο για να θεωρούνται  δικαιούχοι ενός επιδόματος.
Στο νησί μας, μόνο ένας έχει τόσα πολλά κατσίκια. Το αφεντικό μου. Αυτός λοιπόν, αφού πήρε το δικό του επίδομα, δάνεισε το κοπάδι του σε έναν κουμπάρο του στο απέναντι νησί, ώστε τη μέρα που θα ερχόταν ο υπεύθυνος του υπουργείου για να καταγράψει τα ζώα, να τα δει εκεί στην μάντρα του. Έπεσαν οι υπογραφές, αφού μας μέτρησαν πρώτα, πού να μας γνωρίσουν ότι ήμασταν οι ίδιες κατσίκες του προηγούμενου τσοπάνου και όχι του άλλου κτηνοτρόφου της πλαγιάς από απέναντι… Την άλλη μέρα μας έβαλαν στο καράβι και επιστρέψαμε στο αφεντικό μου. Αλλά είναι και άλλοι, κάμποσοι, που θέλουν να μας έχουν για μια μέρα, εκείνη που θα υπογραφούν τα περίφημα  χαρτιά, και εμείς θα ανήκουμε τάχα σε μια άλλη κτηνοτροφική μονάδα. Κι έτσι καταντήσαμε να διασχίζουμε ολομερίς τις θάλασσες και να παθαίνουμε ζαλάδα, σκοτοδίνη και ορθοστατική υπόταση… Για μια υπογραφή, για ένα επιδομα, εγώ έγινα ταξιδιωτική ρεπόρτερ.  

Κατερίνα Μαυρομμάτη 13/9/2015