Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015



HTAN MIA ΠΕΜΠΤΗ

Δυο ιστορίες σε μια





          Στο βιβλίο μου “Η ενοχή των αθώων” περιγράφω τη σκηνή όπου οι Γερμανοί εισβολείς στην Κρήτη, εκτέλεσαν έναν αθώο άνθρωπο, στις 20 Οκτωβρίου του 41. Επρόκειτο για μια στυγνή δολοφονία, αφού ο ανυποψίαστος χωρικός δεν ήταν καν αντάρτης. Γύριζε από το αλβανικό μέτωπο, χωρίς να έχει ιδέα ότι το χωριό του είχε καεί κι ούτε ήξερε για την τύχη των δικών του. Μόλις ενημερώθηκε για το ολοκαύτωμα, πήγε να δανειστεί ένα ζευγάρι δέρματα για τα πόδια του, ώστε ν’ αντέξουν το μεγάλο περπάτημα που θα έκανε για να συναντήσει την οικογένειά του στο μέρος όπου είχαν μεταφερθεί σαν πρόσφυγες. Έμεναν προσωρινά σε μια σχολική τάξη, κάπου σ’ ένα χωριό μακρινό.

       Πυροβολήθηκε στο κεφάλι ενώ παρακαλούσε να τον αφήσουν να φύγει για να βρει τα παιδιά του. Με κλάματα έκανε νοήματα για να τους εξηγήσει ότι είχε πέντε παιδιά (“...έδειξε με τα δάχτυλά του, πέντε, το ένα πίκολο, τους έλεγε, έκανε πώς νανουρίζουμε ένα μωρό στην αγκαλιά μας). “Πέντε μπαμπίνι”, σαν πέντε θρηνητικά τραγούδια βοούσαν οι λέξεις του.

       Την αμείληκτη εκτέλεση παρακολούθησαν από το παράθυρο οι γυναίκες, σκούζοντας σε ρυθμό αρχαίου χορού. Με τις προβιές δεμένες σφιχτά στα πόδια του, για ένα ταξίδι που δεν έγινε, ξεψύχησε φωνάζοντας “τα παιδιά μου!” και προφέροντας το όνομα του μικρότερου γιου του με σπαραγμό.
        Ο πόλεμος έχει έναν μόνο στόχο: Να διδάξει στους ανθρώπους το μίσος.

    Μέχρι που εκδόθηκε “Η ενοχή των αθώων” αγνοούσα την παρακάτω ιστορία. Μια άγνωστη μου γυναίκα, από τη Λευκωσία, που είχε διαβάσει το βιβλίο, επικοινώνησε μαζί μου για να μου τη διηγηθεί. Ήταν πριν λίγο καιρό, μια Πέμπτη συννεφιασμένη με ραγισμένο το μπλε του ουρανού. Η γυναίκα ανέφερε ότι ενώ διάβαζε το βιβλίο μου, ο νους της έτρεξε σε μια άλλη, ίδια περίπτωση, τριάντα τρία χρόνια μετά. 

        Όταν μπήκαν οι Τούρκοι εισβολείς στο χωριό τους, το 74, συνέλαβαν έναν κτηνοτρόφο, που πήγαινε να βάλει νερό στα ζώα, καθώς δυο μέρες είχαν μείνει διψασμένα, μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, όταν αναγκάστηκε να τα εγκαταλείψει. Είχαν ήδη πάει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σε ασφαλές μέρος, σ’ ένα χωριό, μακριά από τη δίνη του πολέμου. Κοιμόντουσαν σε μια σχολική τάξη ( ! ), όπου θα έμεναν ώσπου να γυρίσουν στο σπίτι τους. Εκείνος το άλλο πρωί δεν άντεξε και πήγε στο χωριό τους για να φροντίσει τα ζώα, να μην πεθάνουν από τη δίψα. Τον πυροβόλησαν στο κεφάλι, ενώ τους παρακαλούσε να του χαρίσουν τη ζωή, καθώς όχι μόνο δεν πείραξε κανέναν, αλλά μάλιστα είχε στη δούλεψή του και δυο Τουρκοκύπριους. Κλαίγοντας ικέτευε τους εισβολείς να λυπηθούν τα πέντε παιδιά του. Δεν έγινε ποτέ γνωστό ποιες ήταν οι τελευταίες του λέξεις, αλλά κι αν δεν πρόλαβε να τις προφέρει, σίγουρα θα τις είπε από μέσα του. Κάποια ονόματα… Πέντε! Τα οστά του βρέθηκαν όταν κάποιος από τους δολοφόνους υπέδειξε το πηγάδι όπου τον είχαν ρίξει τότε.

         Δεν μου αρέσει καθόλου η φράση “η ιστορία επαναλαμβάνεται”. Ως πότε, άλλωστε;

    “Ο πόλεμος καρφώνεται σαν πρόκα στις καρδιές μας, με μοναδικό σκοπό να τις σκουριάσει γρήγορα. Διαφθείρει καπηλεύοντας την ανθρώπινη υπόσταση. Και ιδιοποιείται τον εξευτελισμό. Παραβλέποντας συνέπειες”.

       Οι συνέπειες και στις δυο ιστορίες ήταν οδυνηρές. Η καθημερινότητα κόλλησε σ’ ένα παρελθόν που θόλωσε τη χαρά. Και η αναφορά στον πόλεμο γίνεται μόνιμη ενασχόληση, διαμέσου της αναζήτησης για ενοχές και λάθη και της σισύφειας προσπάθειας για αποκατάσταση της χαμένης ισορροπίας. Κι ύστερα γράφουμε αντιπολεμικά βιβλία, πονεμένα ποιήματα και χειμαρρώδεις ομιλίες. Κάνουμε τρισάγια και δεήσεις. “Απ’ όπου περνά ο πόλεμος τα κάνει όλα ρημαδιό”. Κι άντε μετά να τα βάλεις με τα χαλάσματα μέσα σου. Και να καταφέρεις να γυρίσεις το βλέμμα σου προς τη μεριά της ευτυχίας… 

Κατερίνα Μαυρομμάτη 30/7/2015