Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

                                                            ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

                                               Βιβλιοθήκες (Έντυπες και ηλεκτρονικές)








     Κάποτε περηφανευόμουν ότι θα αφήσω κληρονομιά στα παιδιά μου την τεράστια βιβλιοθήκη μου, για την οποία κορδωνόμουν τόσο πολύ, όπως οι γιαγιάδες μας με τα χειροποίητα αριστουργήματά τους, που φαντάζονταν πως θα στόλιζαν αιωνίως τα σπίτια, χωρίς ποτέ να έρθει ο καιρός που τα εγγόνια τους θα τα έβρισκαν εντελώς αταίριαστα με τη ζωή τους. 

     Στα σπίτια των νεαρών ζευγαριών σήμερα πια, η βιβλιοθήκη αποτελεί ένα ξεπερασμένο είδος, όπως σε εμάς η σερβάν της μαμάς μας.

     Ακούω πολλούς σήμερα να αναρωτιούνται τι θα απογίνουν τα βιβλία τους, όταν οι ίδιοι θα έχουν φύγει από τη ζωή. Το χειρότερο που μπορούν να φανταστούν είναι ότι τα άμοιρα χάρτινα τιμαφλή θα καταλήξουν σαν αδέσποτα ζωάκια που κανείς δεν είναι πρόθυμος να τα υιοθετήσει. Φοβάμαι πως οι απόγονοι των βιβλιόφιλων, να τα θεωρήσουν τόσο άχρηστους όγκους, που να τα ρίξουν σε φλόγες ή άντε σε ανακύκλωση χάρτου. Αυτό με τρομάζει ως ιδέα, αλλά στα σχολεία όπου δίδαξα όλα τα χρόνια, είχα δει αρκετούς μαθητές να καίνε βιβλία κατά το τέλος της χρονιάς, μάλιστα με ισχυρή δόση απέχθειας, που με έκανε να κλάψω αρκετές φορές. 

     Αν όμως, ακουλουθώντας την αναπότρεπτη τροχιά της αλλαγής ιδεών που επιφέρει συνεχώς η τρομερή έφοδος της τεχνολογίας, τα βιβλία καταντήσουν αντικείμενα που δεν χρησιμοποιούνται πια, τότε τι μπορεί να αναχαιτίσει την πεποίθηση ότι το χαρτί αποτελεί μοναδική απόλαυση για την ανάγνωση; ΄Ηδη μου έχει συμβεί να συλλάβω τον εαυτό μου, (εγώ που καιγόμουν να κρατώ ένα βιβλίο στα χέρια μου, σε κάθε φάση της μέρας μου), να προτιμώ να διαβάσω σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκοντας περισσότερα πλεονεκτήματα, παρά μειονεκτήματα. Δε χρειάζομαι γυαλιά πρεσβυωπείας, δεν επιλέγω από πριν ποιο βιβλίο θα πάρω για το Σαββατοκύριακο, έχω αμέσως όποιο τίτλο θελήσω, διαβάζω κριτικές άπειρες, βρίσκω χωρίς πολύ ψάξιμο αυτό που θέλω καθώς μέσα στο λάπτοπ μου κρύβονται όλες οι βιβλιοθήκες του κόσμου. 

      Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία χάνει κάτι από την αξία της, αν διαβάζεται από οθόνη αντί από χαρτί. Και το λέω αυτό εγώ, που ανέκαθεν υπήρξα λάτρης της μυρωδιάς των βιβλίων, αγοράζοντας αμέτρητα, κάνοντας δώρα σχεδόν αποκλειστικά βιβλία και φουλάροντας τα ράφια των βιβλιοθηκών μου από το πάτωμα ως το ταβάνι. 

      Τώρα διερωτώμαι κι εγώ όπως χιλιάδες άλλοι, τι θα απογίνουν όλα τούτα τα ανεκτίμητα βιβλία, ποια θα είναι η τύχη τους όταν κανείς δε θα είναι ευτυχής ή έστω πρόθυμος να τα δεχτεί ως κληρονομιά. Ούτε καν σε δημοτικές βιβλιοθήκες δε θα τα θελήσουν, το έχω ψάξει αυτό. Ήταν μια Πέμπτη, όταν συνάντησα σε δρόμο της Αθήνας ένα καρότσι γεμάτο βιβλία, όλα με τιμή τρία ως πέντε ευρώ. Ρώτησα τον μικροπωλητή γιατί τόσο φτηνά κι εκείνος μου απάντησε: “Αφού κανείς δεν τ’ αγοράζει πια”. 

      Αχ αγαπημένα μου βιβλία, ποιος θα βρεθεί ποτέ να νιώσει εκείνη τη χαρά που έκανα ως παιδί, όταν ο νονός μου πήρε τρία δερματόδετα από τη βιβλιοθήκη του, εκδόσεις του 1862, και μου τα χάρισε με αφιέρωση που με έκανε να πιστέψω ότι αυτό είναι η καλύτερη εκδοχή της αγάπης και της προσφοράς; Νομίζω δύσκολο να βρεθεί κανείς πια...

Κατερίνα Μαυρομμάτη 25/6/2015