Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

                                               
                                                            ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

                                                         Μια δυστυχισμένη Ευτυχία.



      Ας ξεκινήσουμε σήμερα με κάτι από τα παλιά, εκείνα τα θλιμμένα παλιά που μου άφησαν κάτι ανεξίτηλο και που έρχεται καμιά φορά στο όνειρό μου ακόμα και τώρα, σαράντα χρόνια μετά κάνοντας τον ύπνο να παραστρατίζει. 

        Την Ευτυχία την είχα γνωρίσει στο καράβι που μας έπαιρνε για πρώτη φορά πέρα από τη μικρή μας πατρίδα, στην άλλη πατρίδα, τη χιλιοποθητή. Θυμάμαι πάντα την ημερομηνία εκείνη: 18 Σεπτέμβρη 1975. Και ήταν μια Πέμπτη! 

        Η αποπνικτική ατμόσφαιρα της καμπίνας, με ανάγκαζε ν’ ανεβαίνω τις περισσότερες ώρες στο κατάστρωμα, αγναντεύοντας τους μπλε ορίζοντες και τους σκοτεινούς βυθούς, που θα έπρεπε να τους αντέξω για τρεις ολόκληρες μέρες ώσπου να φθάσω στο όνειρο. Εκεί ανάμεσα στο χάος του ουρανού και του νερού, την τελευταία νύχτα την είδα. Αν δεν με εμπόδιζε το σκοτάδι θα παρατηρούσα την απελπισία της που ξεχείλιζε μπόλικη, ώστε να την φέρει ως το σιδερένιο κάγκελο του πλοίου, που θα αποτελούσε το τελευταίο πιάσιμο στη ζωή, σαν κλωστούλα θα την κρατούσε λίγο ακόμα πριν πέσει στα μαύρα χαντάκια που αφήναμε πίσω μας, ταξιδεύοντας για τη σοφία και τη δύναμη. Αυτό το κορίτσι που το έλεγαν Ευτυχία, μόνο δυστυχισμένο ήταν. Την πρόλαβα και την τράβηξα από τη μακριά της φούστα. Το προηγούμενο βράδυ σκαρώναμε τραγούδια, όταν όλο το καράβι κοιμόταν. Ο παιδικός μου φίλος, έπαιζε την κιθάρα του και κατασκευάζαμε όμορφους σκοπούς. Ήταν φοιτητής της φιλοσοφικής και τον έλεγαν Μάριο Τόκα. Κάτι παρηγορητικό, απαλό και γλυκό, φτιάξαμε για την περίπτωση της Ευτυχίας. Αλλά εκείνη, μας δήλωσε σαν κάποιος που ήξερε πολύ περισσότερα από τον καθένα μας:

     “Αν αυτό το καράβι τρυπήσει κι αρχίσει να μπάζει νερά, θα βουλιάξει, τίποτε δε θα το σταματήσει”. Προσπάθησα να την πείσω ότι το παρελθόν μπορεί να μην αλλάζει όπως λένε, αλλά άμα θες τα καταφέρνεις να φτιάξεις στο μυαλό σου ένα αλλιώτικο παραμύθι για όσα πέρασες, ώστε να ξεθωριάσουν λίγο λίγο τα σκούρα και τα άσχημα. Να φανταστείς ότι όλα συνέβησαν σε ένα άλλο κορίτσι, όχι σε σένα, δεν ήσουν εσύ στο χωριό, ποτέ δεν σε βίασαν Τούρκοι στρατιώτες, ποτέ δεν έζησες κανένα πόλεμο. Μας περιμένει η Αθήνα, η σχολή, τα όνειρα...

     Δεν μπόρεσα ωστόσο να πω ότι της έσωσα τη ζωή. Η Ευτυχία μετά από πέντε μήνες, ανέβηκε μια μέρα στον πύργο Αθηνών και έπεσε. Έγινε μια φασαρία στη γειτονιά, το μάθανε σε όλη την περιοχή και ακούστηκε πως ένα κορίτσι από την Κύπρο, έπασχε από κάτι ψυχολογικά… Μονορούφι κατεβαίνει η αηδία για μερικούς ανθρώπους. Κανένα όνειρο δεν μπόρεσε να αποτρέψει το καράβι της ψυχής της από το χαμό του, καθώς λαβωμένο, μόνο έμπαζε νερά, και η τρύπα ήταν πολύ μεγαλύτερη από το φόβο. Ο φόβος είναι απαίσια φυλακή.

     Ξαφνικά τσάκωσα τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται: “Μήπως τελικά το παρελθόν είναι μια σφήνα στο νου, που με τίποτε δεν βγαίνει;” 


Κατερίνα Μαυρομμάτη 4. 6. 2015