Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

                                              ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

                                    Σόδα   με   λεμόνι




Περπάτησε ως την πλατεία. Μπήκε στη γνωστή καφετέρια και κοίταξε αν ήταν άδειο το τραπεζάκι. Αυτό που διάλεγε πάντα, με το νούμερό της. Κάθε φορά σ’ αυτό κάθεται. Είναι πέρα στη γωνιά, πάντα το βρίσκει ελεύθερο.  Φέρνει ένα γύρο το βλέμμα, σαν να περιμένει κάτι να δει, κάποιον ίσως. Βολεύεται απλώνοντας το σακάκι και το κασκόλ της στη ράχη της καρέκλας. Το γκαρσόν φέρνει τον κατάλογο, χαιρετώντας με ευγένεια ξερή, όπως να μην την ήξερε. Περιμένει υπομονετικά για την παραγγελία, αν και τη γνωρίζει εκ των προτέρων. Ωστόσο την παρατηρεί να ψαχουλεύει τις σελίδες, με τα ποτά, τα γλυκά, τα επιδόρπια, σαν να δίσταζε για ν’ αποφασίσει. Με προσοχή γυρνά από την άλλη μεριά τον κατάλογο,  με τους καφέδες, τα ζεστά ροφήματα, μήπως να πάρει ένα πράσινο τσάι, μα τελικά καταλήγει πάλι στο σύνηθες. “Μια σόδα με λεμόνι, παρακαλώ…”
      H χριστουγεννιάτικη διακόσμηση γύρω, της φαίνεται κάπως μπανάλ, αλλά από το φυσικό της να δικαιολογεί τα πάντα, σκέφτεται ότι σε πολλούς αρέσει, και κυρίως σε όσους έχουν χαρά στην καρδιά αυτές τις μέρες.
    Έφερε το δεξί χέρι της και έπιασε τον αριστερό καρπό περιστρέφοντας το ρολόι της.  Κοίταξε την ώρα. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε το κινητό της. Παλιομοδίτικο. Το άφησε πάνω στο τραπεζάκι, μην τυχόν και η μουσική γύρω, την εμποδίσει ν' ακούσει κάποια κλήση. Θα σκεφτόταν κανείς ότι την είχαν στήσει, ένιωθε κάπως ξεκρέμαστη, σαν να πατούσε σε ετοιμόρροπη σκάλα που θα την έριχνε κάτω από στιγμή σε στιγμή.
   Η αλήθεια είναι ότι ποθούσε μια αλλιώτικη ρότα στη μέρα της, κάποιος να εμφανιζόταν σήμερα. Μια ιδέα, έτσι σαν κύμα που ανεβαίνει ψηλά με τον αέρα, της ήρθε. Μπορεί  να της κάνανε έκπληξη. Να 'ρχοντουσαν στο σπίτι. Γι’ αυτό είχαν πει οι φίλοι της ότι αδυνατούσαν να έρθουν στην καφετέρια. Γιορτές, ετοιμασίες, τρεχάματα έχουν.
   Θα έπινε τη σόδα της και θα γύριζε νωρίς απόψε. Αλλά οι ιδέες έρχονται και φεύγουν γρήγορα, σαν πλάνα ταινίας. Όπως και οι εικόνες που εναλλάσσονται μπροστά της, αλλά πάντα με το ίδιο φόντο και στο ίδιο τέμπο. Τα καΐκια, τις ψαρόβαρκες και τα δίχτυα, τα έβλεπε σχεδόν σαν ιδιοκτησία της. Οι γλάροι την συντρόφευαν με τα κοντινά πετάγματα για να της δείξουν ότι την αναγνώριζαν. Η καρέκλα θα σχημάτιζε την ίδια λακουβίτσα όταν θα σηκωνόταν,  θα ίσιωνε το μαξιλάρι σαν να ήταν στο σπίτι της, θα άφηνε ένα γερό πουρπουάρ, όπως αυτό που συνηθίζουν οι μοναχικές καρδιές.
    Μια σόδα με λεμόνι, ένα χαμόγελο, κουβέντες από τα διπλανά τραπεζάκια, ένα ευχαριστώ βαθιά βγαλμένο. Αυτό το απόβραδο της σημερινής Πέμπτης, είναι ελκυστικό μέσα στην πλήξη του. Κι όμως κάτι την κάνει να χάνει τον ειρμό, να δομεί μια αυταπάτη, να παλεύει με ένα σύνδρομο.
    Φτάνει στο σπίτι και ανεβαίνει τη σκάλα. Η ηλικία της την υποχρεώνει να κρατά την κουπαστή και να βαριανασαίνει. Στο κεφαλόσκαλο κοντοστέκεται. Πάνω, τα ευρύχωρα δωμάτια, είναι άδεια. Παλιά έπιαναν το χώρο τα παιγνίδια, οι κιθάρες και τα ντραμς, τα στερεοφωνικά και τα ηχεία, οι αθλητικοί σάκοι. Τώρα τα παιδιά βγήκαν στο κατόπιν της δικής τους ζωής, κι εδώ έμειναν οι φωτογραφίες και η σιωπή. Μια σιωπή σχεδόν τιμωρός.
   Ανάβει όλα τα φώτα. Βάζει μουσική. Τέτοια μέρα άλλες χρονιές, το σπίτι ολόφωτο, γιόρταζε. Αλλά το παρελθόν δεν είναι ένα μέρος όπου θα πρέπει να γυρνάς. Είναι ανυπόστατο, και το να μπαίνεις εκεί με το τίποτε,  μοιάζει με σίγουρη καταδίκη.
    Έγειρε στο κρεβάτι και κάρφωσε το πρόσωπο στο ταβάνι σαν να έψαχνε εκεί πάνω μια απόφαση. Αμέσως τινάχτηκε, κατέβηκε στο ψυγείο, πήρε ένα κομμάτι σοκολατόπιτας που’ χε περισσέψει εδώ και πολλές μέρες και το σέρβιρε στην καλή της πιατέλα.  Άναψε ένα κερί και το έμπηξε στην καρδιά του  μισοξεραμένου γλυκού. Έσκυψε σιγοτραγουδώντας την ευχή, που πια είχε χάσει την ισχύ της: “...μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά”,  φυσώντας να σβήσει η χοντρή φλόγα, η μόνη ζεστή παρέα που είχε φέτος στα γενέθλιά της.
      Την ίδια ώρα χτύπησε το τηλέφωνο. Από την Αυστραλία ήταν. Τα παιδιά.
   “Χρόνια πολλά μαμά!”  Αμέσως σαν να της φάνηκε πως τα ποτήρια στο στολισμένο τραπέζι, γέμισαν για να ανασηκωθούν και να τα τσουγκρίσουν με γιορτινή διάθεση. Και στο άδειο πιάτο με τα υπολείμματα της σοκολατόπιτας, βρέθηκε ως δια μαγείας ένα δώρο για εκείνη.
       Καραβοτσακισμένη, σαν βάρκα που κόντεψε να βουλιάξει, αλλά κόπασε ο καιρός και τελικά κατάφερε να βγει στο λιμάνι. Έτσι ένιωθε. Και ήταν τόσο ανακουφιστική η αίσθηση ότι μπορεί να εφευρεθεί και πάλι η χαρά της ζωής. Για να περισπά τους ανθρώπους από τη θανατηφόρα μοναξιά…

Κατερίνα Μαυρομμάτη. 18. 12. 2014