Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Τ Ο Κ Λ Ο Υ Β Ι




    

      Την πλησίασα με την ελπίδα μιας άγνωστης εξομολόγησης, που ωστόσο ήξερα ότι θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο ώσπου να διαγράψει τον κύκλο της αυτή η παράξενη σιωπή της. Η Παναγιώτα καθόταν μόνη της σε μια γωνιά της αυλής, και τρώγοντας το σάντουιτς της στα μουλωχτά, σου έδινε την εντύπωση ότι κάπου ταξίδευε, χωρίς προορισμό. Και κάθε μέρα σαν να άλλαζε πορεία. Όταν την ρώτησα γιατί δεν κάνει παρέα με τα άλλα κορίτσια, έβαλε κάμποσες λέξεις σκόρπιες, σαν να τις μάζεψε από δω κι από κει, ώστε η απάντησή της έμοιαζε με έναν πίνακα αφηρημένης τέχνης όπου σχήματα και χρώματα μπερδεύονται, χωρίς να ξεχωρίζει κάποια μορφή.

        Πρόσεξα ότι αυτό που έτρωγε δεν ήταν ακριβώς σάντουιτς, παρά σκέτο ψωμί, αλειμμένο με κάτι που έμοιαζε με βούτυρο. Η φούστα της ήταν λεκιασμένη εμφανώς και το άσπρο της πουκάμισο φαινόταν να είχε χάσει για πάντα την καθαρή λευκότητά του μ’ έναν ανεπανόρθωτο τρόπο.
       
           Σκεφτόμουν πως το μόνο που δε χρειαζόταν αυτό το δεκατριάχρονο κορίτσι, σ’ εκείνο το μέρος όπου τα βάσανα των ανθρώπων έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την ομορφιά του τοπίου, ήταν το να μάθει Γαλλικά… Όταν ανέφερα στην υποδιευθύντρια ότι θα με ενδιέφερε να εξετάσουμε σχολαστικά το περιεχόμενο της ζωής κάποιων παιδιών, όπως η Παναγιώτα, εκείνη πήρε ένα κέρινο χρώμα, ενώ τα μάτια της αγρίεψαν δηλώνοντάς μου πως εγώ δεν είχα παρά να μπαίνω στην τάξη, να κάνω το μάθημά μου και να φεύγω, χωρίς να ανακατεύομαι σε οικογενειακές υποθέσεις των μαθητών. Τότε ήταν που πείσμωσα πιο πολύ και παίρνοντας κάποια δικαιώματα από μόνη μου, άρχισα να παρακολουθώ κάθε κίνηση της Παναγιώτας. Τα διαλείμματα, πάντα μοναχή της, εκεί που έτρωγε το μπαγιάτικο ψωμί της, αμίλητη και θολωμένη, σαν να ήθελε να σβήσει κάποια ίχνη ντροπής, την κουβέντιαζα, ρίχνοντας άδεια για να πιάσω γεμάτα.

       Την είχα ρωτήσει τι κάνει όταν γυρίζει στο σπίτι μετά το σχολείο. Μια λέξη είπε και κατάλαβα χίλια πράγματα. “Μαγειρεύω”. Μου αποκάλυψε σιγά σιγά, εκείνο το κοριτσάκι της πρώτης γυμνασίου, ότι είχε κάθε μέρα ένα βαρύ έργο. Φρόντιζε οχτώ άτομα, μόνο αυτή είχε την ευθύνη για το φαγητό τους, και επιπλέον έπλενε, κάτω από πρωτόγονες συνθήκες, και καθάριζε τα ζώα στη στάνη. Οι γονείς δούλευαν στα χωράφια ολημερίς. Ένα κουσούρι έμοιαζε η ζωή της Παναγιώτας. Για να βεβαιωθώ ότι έλεγε αλήθεια, της ζήτησα να μου πει μερικές συνταγές, ανακαλύπτοντας ότι ήξερε καλά να φτιάχνει όλα τα φαγητά, από γίγαντες μέχρι παστίτσιο…

      Η στολή της, μονίμως ασιδέρωτη, με έκανε να ψάχνω επίμονα, ώσπου μια φορά επισκέφτηκα το σπίτι της στο χωριό. Η πρώτη εντύπωση ήταν ένα σοκ, κάτι σαν παρανομία μέσα στην κοινωνία της ευημερούσας Κύπρου, πριν κάμποσα χρόνια. Τα ρούχα όλης της οικογένειας ήταν κρεμασμένα πάνω σ’ ένα σχοινί στη μέση του δωματίου, η ντουλάπα ήταν ανύπαρκτη, όπως και αρκετά έπιπλα που θα έπρεπε να έχει κάθε σπίτι. Στο πάτωμα, πεταμένα σε μια πλήρη ακαταστασία, παπούτσια, βιβλία, μπουκάλια, πατάτες, κρεμμύδια, κάλτσες…

      Ανάμεσα σε άλλες αποκαλύψεις της Παναγιώτας ήταν ότι ποτέ της δεν είχε πυτζάμες και κοιμόταν με τα ίδια ρούχα όπως ερχόταν στο σχολείο. Αλλά μετά από λίγες μέρες, στη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης, όπου πίεσα υπέρ του δέοντος την Παναγιώτα, έμαθα το μεγάλο της μυστικό.
       Ο πατέρας της, την επισκεφτόταν τις νύχτες στο κρεβάτι της. Αυτό το κορίτσι, που κάθε πρωί μύριζε σκόρδο και σάλτσα, που απόδιωχνε τις φίλες, και που εγώ τη μάθαινα Γαλλικά, φαινόταν ότι η ζωή του θα πήγαινε κατά διαβόλου.


     Στο γραφείο της υποδιευθύντριας, δεν είχα να περιμένω παρά μια φουσκωμένη απογοήτευση. Μολονότι έδειξε να νοιάζεται, αδυνατούσε, όπως είπε, να κάτι κάτι. Στην επιμονή μου, που είχε τόνους ολάκερους ορκισμένου ζήλου, καθώς της έλεγα ότι εγώ δε θα άφηνα το κορίτσι στα χέρια ενός ανώμαλου, εκείνη με απείλησε ότι αν έγραφα κάτι και έβγαινε στα κανάλια οτιδήποτε που θα μπορούσε να μολύνει το καλό όνομα του σχολείου, θα μου έκανε αναφορά στο υπουργείο. Δεν πτοήθηκα καθόλου. Το μόνο που είχα να χάσω, θα ήταν η δουλειά στο δημόσιο, αλλά η Παναγιώτα θα έχανε όλη τη ζωή σαν γυναίκα.


      Αναρωτιέμαι γιατί μου είχε λείψει το κουράγιο να τα βγάλω όλα στη φόρα, αλλά μια συνάδελφος μού είχε πει ότι ήρθε στο σχολείο ο πατέρας της Παναγιώτας, εξαγριωμένος και φώναζε πως θα μου έκαιγε το αυτοκίνητο και άλλα διάφορα, αν ανακατευόμουν στα πόδια του. Εκείνη τη μέρα εγώ ήμουν σε άλλο σχολείο και έτσι δε συνάντησα ποτέ τα μάτια του τέρατος. Και όταν πήγα να βρω τη θλιμμένη μου μαθήτρια στη γωνιά της, μου δήλωσε ότι ο πατέρας της από αγάπη το κάνει, όπως κάνουν όλοι οι πατεράδες που λατρεύουν τις κόρες τους. Την είχε μπάσει στην ιδέα ότι μόνο εκεί μέσα μαζί του θα ήταν ασφαλής. Της είπα τότε ότι και το πουλί συνηθίζει το κλουβί κι αν το ελευθερώσεις, δεν έχει πού να πάει, μόνο στη θέα των γραμμών του κλουβιού του νιώθει οικεία.

      Την περασμένη Πέμπτη επισκέφτηκα τις φυλακές για να δω την Παναγιώτα. ΄Εχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Όταν ακούσαμε στις ειδήσεις για την απόπειρα φόνου, οι πάντες έσπευσαν να πουν περί χαλασμένης προσωπικότητας, ψυχικών διαταραχών και ατόμου νικημένου από σχιζοφρένεια. Γιατί, ποια κόρη θέλει να δολοφονήσει τον πατέρα της, αν είναι στα καλά της;...

         “Νιώθω ολοκληρωμένη… Ποτέ δεν είχα βάλει σε τάξη τη ζωή μου… Θυμάστε που μου λέγατε για τα φτερά του πουλιού που νεκρώνονται από τη μόνιμη κλεισούρα σ’ ένα κλουβί;.. Κι όταν το αφήσεις ελεύθερο, βγαίνει έξω από την πορτούλα του, κάνει μερικούς γύρους πετώντας αδέξια, ώσπου έρχεται και ξανακάθεται πάνω στο κλουβί του. Δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα πετά ως τα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων, ως την άκρη του ορίζοντα... Τώρα γνωρίζω καλά ότι οι ουρανοί είναι ανοιχτοί για όλους… Μέσα στη φυλακή, ανταμώθηκα με την ελευθερία μου…”


        Υπήρξε μια αίσθηση αμηχανίας, καθώς φεύγοντας συναντήθηκα με τα μάτια της πρώην υποδιευθύντριας, που ερχόταν να δει την Παναγιώτα.. “Γιατί δε σε είχαμε ακούσει τότε;.. Να τον καταγγέλλαμε… Θεωρούσαμε ότι ήταν μεμονωμένo περιστατικό και ότι θα σταματούσε…”

       “Δε φταίτε εσείς, η ζωή έχει άσχημες προβλέψεις για κάποιους ανθρώπους…” της είπα καθώς παρατηρούσα εκείνο το βλέμμα της, φαγωμένο μέσα στα γρανάζια της ανελέητης μηχανής του καθωσπρεπισμού…


Κατερίνα Μαυρομμάτη 8. 5. 2014