Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014



                                       ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ.

                                          Τ Ο     Β Ρ Α Β Ε Ι Ο







       “Ευτυχία είναι το πρωινό ξύπνημα χωρίς κανένα πόνο…” 

     Ο Βασίλης ζούσε κάπως περίεργα, έχοντας σχεδόν ανύπαρκτη σχέση με τους ανθρώπους. Κανείς δεν τον επισκεπτόταν ποτέ, ούτε ο ίδιος έβγαινε από το σπίτι, παρά μόνο για την κυριακάτικη βόλτα ως το περίπτερο για να πάρει εφημερίδα και σοκολάτες. Τις έκρυβε μέσα στο ένθετο της Κυριακής, για να μη φαίνονται, λες και αγόραζε μαριχουάνα.

    Οστεώδης και αδύναμος, έσερνε τα πόδια του με κόπο, φανερώνοντας μια εύθραυστη κράση και μια θαμπή όψη, που του προκαλούσε ένα πανάρχαιο χρέος που λες κι αποπλήρωνε με μια επίπονη καθημερινότητα. Από τι κουραζόταν τόσο πολύ, κανείς δεν ήξερε. Σαν να φύλαε τις δυνάμεις του όλες για να τις κάψει σ’ εκείνο τον κοντινό περίπατο, που έμοιαζε κάτι ανάμεσα σε απέραντο μόχθο και σε γλυκιά επιβράβευση για την κλεισούρα της εβδομάδας. 

    Όταν νοίκιασε το σπίτι - επέμενε για ισόγειο και επιπλωμένο - έφερε μαζί του μόνο μια βαλίτσα, μετρίου μεγέθους κι αυτή, με λίγα ρούχα και κάποια βιβλία.

    Όποιος συναντούσε τον Βασίλη, το καταλάβαινε αμέσως ότι δεν ήταν μόνο στο σώμα που χώλαινε, αλλά και συναισθηματικά. Δε χαιρόταν. Δε γελούσε. Τον γαργαλούσε ένα βάσανο. Τον έλουζε μια γενική κόπωση, που του ξήλωνε όλη τη ζωή. Δε μίλαγε πρώτος, αν του απηύθυνες το λόγο, απαντούσε μονολεκτικά, σαν να έκανε οικονομία στις φωνητικές του χορδές, μετρώντας τις λέξεις του, που έβγαιναν από μαύρο πηγάδι. Είχε κλονισμένο το κέφι, δηλαδή δε φαινόταν να ήταν ποτέ κεφάτος. Η ζωή του είχε αδρανήσει σε σημείο που νόμιζες ότι δεν περίμενε τίποτε άλλο, παρά ένα τέλος, ακονίζοντας εκείνο το “μια ζωή είναι, θα περάσει.” 

    Ένα νεροζούμι είναι για μερικούς ανθρώπους αυτό που τους απέμεινε ως ζωή. Κανένα μπαχτσίσι δεν καρτερούν. Από πουθενά… 

     “Ευτυχία είναι μια μέρα χωρίς τις καταραμένες οδύνες.” 

      Ο σπιτονοικοκύρης τρωγόταν να δει ποια αθλιότητα τον παίδευε, να μάθει κάτι για τούτο τον μονόλιθο, τον ξεκομμένο από τον κόσμο ηλικιωμένο άντρα, που έμενε τόσο πολύ γαντζωμένος πάνω σ’ ένα σιωπηρό αίνιγμα. Κύριος οίδε τι κρύβει μέσα του… Όταν προτιμά κανείς μια ζωή ερμητικά κλειστή, θα πει πως κάποιος κακός δαίμονας, του ξεγύμνωσε την αξιοπρέπεια. Κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα και τον είχε ακριβώς απέναντι του. Ο Βασίλης πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος σχεδόν διαγώνια. Είχε μια έκφραση πόνου και είδε ότι τα μάτια του δάκρυζαν. Ήταν σαν αφηρημένος ή σαν μεθυσμένος. Σε μια στιγμή έφερε το χέρι του και έτριβε το γόνατό του για να διώξει μια υπερκόπωση ή μια ενόχληση φοβερή. Και αναστέναζε. Ύστερα πήρε κάτι από το κομοδίνο, το έβαλε στο στόμα, χάπι θα ήταν, και το ήπιε με λίγο νερό. 

      “Ευτυχία είναι η εξαφάνιση κάθε ήχου που βγάζουν οι εκκωφαντικοί πόνοι..”

     Ο σπιτονοικοκύρης άκουσε έναν καγχασμό να βγαίνει από την ασήμαντη ύπαρξη του Βασίλη και έφυγε, εγκαταλείποντας την ιδέα της αποκάλυψης ενός μυστικού κόσμου, πίσω από την πόρτα. 

     Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, γέμισε η άσφαλτος λιωμένες σοκολάτες μέσα σ’ ένα ένθετο. Ο Βασίλης δεν πρόφτασε να πάρει τα πόδια του, ο νεαρός οδηγός δε φρέναρε έγκαιρα και όσοι τρέξανε να βοηθήσουν κατάλαβαν ότι ήταν ήδη αργά.

     Τετριμμένες φράσεις στις ειδήσεις. “Νέο θανατηφόρο με θύμα υπέργηρο πεζό, που διασταύρωνε κεντρική αρτηρία”. 

       “Ευτυχία είναι η ελευθερία του ανθρώπου καθώς πια παύει να πονάει…” 

      Όταν ανοίχτηκε το σπίτι, βρέθηκε μια απίστευτη ποσότητα χειρογράφων. Τι να την κάνει όλη τούτη τη χαρτούρα, ο σπιτονοικοκύρης;... Να την πήγαινε σ΄έναν εκδοτικό οίκο, ίσως να έβρισκαν κάποιο ενδιαφέρον. Εμφανίστηκε ο αδερφός του, που θα κληρονομούσε τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου, το οποίο τελικά εκδόθηκε. 

     Ο Βασίλης ανήκε σε μια οικογένεια αριστερών. Όταν δήλωσε ότι μπήκε στην οργάνωση για τον απελευθερωτικό αγώνα του ‘55, οι γονείς του αντέδρασαν. Ενάντιοι στην ένοπλη βία, έκαναν τα πάντα για να τον μεταπείσουν να κάτσει στ’ αυγά του. Εκείνος όμως ωθούμενος από αγανάκτηση κατά των Άγγλων, και από πίστη στην ιδέα της Ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα, ήταν ανένδοτος. Εξάλλου όλα τα κινήματα για ελευθερία από αριστερούς ξεκινούσαν. Οι δικοί του επέμεναν ότι η συγκεκριμένη κίνηση προέρχεται από αντικομμουνιστικές ιδέες. 

      Μα όταν είσαι είκοσι χρονών, δεν κάθεσαι να κλωσσάς τη ζωή σου. Έφυγε ο Βασίλης για το βουνό. Σ’ ένα μπλόκο συνελήφθη. Οι Άγγλοι τον βασάνισαν άγρια, του τσάκισαν τα κόκκαλα, του έβγαλαν τα νύχια, τον άφησαν ημιθανή. Από τότε είχε φοβερούς πόνους στα γόνατα και δυσκολευόταν να περπατήσει. 

      Με το φθαρμένο του εαυτό έκανε παρέα. Και τα τετράδιά του, για να βγει από το αδιέξοδο όπου είχε φρακάρει.

     Ήταν μια Πέμπτη, όταν ο αδερφός του Βασίλη, κλήθηκε να πάρει το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος…

     “Ευτυχία είναι το παιγνίδι στην αλάνα, το πέσιμο, τα ματωμένα γόνατα, να τα πλένει η μάνα σου μαλώνοντάς σε απαλά…”

      Γυρεύοντας τον μελένιο ορισμό της ευτυχίας έφυγε ο Βασίλης. Με τα γόνατα αγιάτρευτα. Και την ψυχή του πιο αγιάτρευτη...

Κατερίνα Μαυρομμάτη. 3. 4. 2014