Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013



                                                 ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ 


                                                Η  ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ





    “Το γυμνάσιο ξέχασέ το. Πάλι καλά που’ βγαλες το δημοτικό. Να ξέρεις λογαριασμούς να μη σε γελάνε. Τι τα θέλεις τα αρχαία και τα θρησκευτικά; Αυτά τους μαθαίνουν στο ανώτερο. Ψευτιές, πεθαμένα πράματα. Καθόλου χρήσιμα στη ζωή. Κοίτα να πιάσεις δουλειά, να φέρνεις στο σπίτι καμιά τσάντα τρόφιμα και παράτα τα γράμματα. Αυτά είναι για τους πλουσίους και τους αργόσχολους. Άσε που πληρώνεις κιόλας για να γραφτείς. Γιατί δεν το κάνουν δωρεάν το γυμνάσιο;.. Εμάς δηλαδή μας αποκλείουν έτσι κι αλλιώς. Σου λέει άμα πάνε όλοι σχολείο, στα εργοστάσια και στις στάνες, ποιος θα δουλεύει…”

      Αλλά η Κυριακούλα, αγαπούσε τα γράμματα και το΄λεγε στη μάνα της. “Και τι μ’ αυτό;.. Κι εγώ αγαπώ τη λούφα, αλλά σηκώνομαι στις πέντε, τυραγνιέμαι με τις κλωστές και τα μασούρια και γυρνώ με τη δύση του ήλιου. Άντε γιατί εδώ μέσα το παρακάναμε. Να μορφωθούν και τα κορίτσια, να δούμε πού θα πάει η κοινωνία… Πιάσε να κάμεις τα κεντήματά σου και τα κουβερλί σου, να δούμε αν βρεθεί κανένας να σε πάρει, έτσι άπροικη και άμοιρη…”

    Η μάνα της Κυριακούλας, της έριχνε λοξές ματιές, σιδερένιες, κάνοντας πάντα μια δουλειά και πασκίζοντας να στρώσει με τα χέρια της, εκείνο το ανυπόταχτο μαλλί που της έπεφτε στο μέτωπο και την τσάντιζε.

    Έπιασε δουλειά στη φάμπρικα που κάναν κονσέρβες τα αχλάδια και τα ροδάκινα. Αμέτρητες ώρες, γρήγορες κινήσεις, κακιά μοίρα. Η Κυριακούλα ένιωθε ανάπηρη. Ανάπηρος είσαι όταν αφήνεσαι μέσα στο αυγό σου, δεν σπας το τσόφλι σου, να δοκιμάσεις να πετάξεις.

       Δίπλα της στον πάγκο, ήταν μια κυρία που φαινόταν πιο πολιτισμένη στους τρόπους, από τους άλλους χωριάτες, που θεωρούσαν την Κυριακούλα κάτι που μπερδευόταν στα πόδια τους, ένα νιάνιαρο που από έλεος το άφηναν να φουσκώνει κι αυτό το κακόμοιρο το δικό του σακί… Στη ζωή ο καθένας έχει ένα άδειο σακί, που καλείται να το γεμίσει με ό,τι καταφέρει να μαζέψει. Εμπειρίες, βάσανα, ενοχές, πόνο, ήλιους, όνειρα… 

    Η Κυριακούλα ένα πράμα θα’ θελε να βάλει μέσα στο δικό της σακί, για ν’ αρχίσει να βαραίνει. Μια γραφομηχανή. Εκείνη η ευγενική κυρία, της είχε πει, πως άμα θέλει κανείς, μαθαίνει κι από μόνος του γράμματα. Υπάρχουν τόσα βοηθήματα, μέθοδοι άνευ διδασκάλου. Ακόμα και αγγλικά μπορείς να διδαχθείς.

    Αν είχε μια γραφομηχανή, θα ήταν ένα κοφτερό μαχαίρι, να κόψει στη μέση τη μιζέρια. Ούτε που τόλμησε να το πει στη μάνα της. Θα άρχιζε τα δικά της, να της κυλήσει μέσα της μια απελπισία, πηχτή σαν λάσπη. Εκεί στο εργοστάσιο μόνο το είχε ξεστομίσει.

     Κόντευαν τα Χριστούγεννα. Κτύπησε το μπρούντζινο χέρι, μα όταν άνοιξαν την πόρτα, δεν ήταν κανείς. Σαν να έπαθε κάτι, να αφήνιασε το ρόπτρο και βαρούσε μόνο του.

   Ένα δέμα τυλιγμένο με χαρτί που’ χε Αηβασίληδες και γυάλιζε στον παγωμένο ήλιο, δικαιολόγησε τον ήχο που ακούστηκε πριν. Μια κάρτα ήταν κολλημένη πάνω, που’ γραφε με ωραία κόκκινα γράμματα: “ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ”.

    Την αρπάζει από τα μαλλιά την ατυχία άμα θέλει η ζωή και με μειδιάματα τη σέρνει στους γκρεμούς. Μια γραφομηχανή!.. Κανείς δεν έμαθε ποιος την έστειλε. Αλλά για την Κυριακούλα έγινε κάτι σαν το στήθος της μάνας που θηλάζεις ζωή, μ’ αυτή τη γραφομηχανή θα θήλαζε την ομορφιά της ζωής.

   Αγόρασε ένα χοντρό βιβλίο για να μάθει δακτυλογραφία. Γρήγορα προχωρούσε, νύχτες γεμάτες μια ιδέα, έπιανε πάνω από εκατό λέξεις το λεπτό. Και χωρίς λάθη.

    Στο εργοστάσιο, μια μέρα που ασθενούσε η γραμματέας, προθυμοποιήθηκε να κτυπήσει εκείνη τις επιστολές. Ο διευθυντής έμεινε έκπληκτος. Η πρόσληψη ήρθε σύντομα, αφού υπήρχε ανάγκη για δεύτερη υπάλληλο.

   Τα χέρια της Κυριακούλας, από το μαχαίρι που ξεκουκούτσιαζε τα φρούτα, πέρασαν στα πλήκτρα. Ρυθμικά χόρευαν τα δάκτυλα, στο σχήμα της χαράς. Και λίγο αργότερα, γράφτηκε σε σχολή γραμματέων, αφού είχε βγάλει το νυχτερινό.

   Σήμερα η Κυριακούλα είναι μια πανευτυχής γιαγιά, που καμιά φορά, έτσι σαν παραμύθι, διηγείται την ιστορία της στην εγγονή της την Κυριακή.

    “Ο παππούς σου ήταν γιος του αφεντικού στο εργοστάσιο με τα αχλάδια και τα ροδάκινα. Ορκίστηκε σε θεούς και δαίμονες πως θα με έκανε γυναίκα του. Αυτός μου είχε στείλει τη γραφομηχανή. Δώρο του ΄Αη Βασίλη. Του δικού μου Άη Βασίλη…”

      Η Κυριακή όμως θέλει να διαβάζει και τα γράμματα, που ο παππούς της έβαζε μέσα στην τσάντα της γραμματέως, κρυφά, κάθε απόγευμα.

     “Το είχα δει ότι τα όριά σου δεν σβήνονται στα κονσερβοκούτια. Εσύ δεν είσαι φτιαγμένη από άκαμπτη πέτρα. Το δικό σου υλικό, άμα το λαξεύσεις, θα γίνει το πιο όμορφο άγαλμα…”

    Τέτοια της έγραφε ο καλός της, που΄χε ακούσει τη συζήτηση με την ευγενική κυρία, τη διπλανή της στον πάγκο… Μια γραφομηχανή… Θα της την έπαιρνε λοιπόν. Γιατί της Κυριακούλας το σακί, δεν ήταν μόνο για κεντήματα και κουβερλί, ούτε για κονσέρβες φρούτων… Είχε άπλετο χώρο για όνειρα!.. Κι όταν φερθείς γενναιόδωρα στα όνειρά σου, θα γεννούν συνεχώς κι άλλα και ποτέ δε θα σταματήσουν να υπάρχουν.

    Και τώρα ακόμα η Κυριακούλα φτιάχνει ένα καινούριο όνειρο, που τρύπωσε ντροπαλά στο σακί της. Φοιτά στο πανεπιστήμιο!.. Το καλοκαίρι θα πάρει το πτυχίο της ψυχολογίας. Ήδη έστησε το χώρο της με καμάρι, βάζοντας εκεί και την παλιά της γραφομηχανή. Σε περίοπτη θέση… Αυτή της καρδιάς.

Κατερίνα Μαυρομμάτη. 26. 12. 2013