Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013



                                             ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ                                                            



                                                          ΤΟ ΜΠΡΕΛΟΚ





      “Το μέτρον είναι το άριστον”, έλεγε ο Οδυσσέας, πιστός στους προγόνους και το εφάρμοζε πάντα. Από όλα λίγο. Με ρέγουλα. Μετρημένη ζωή. Συντηριτικά εδάφη διεκδικούσε η αφεντιά του. Ξύπνημα με το ρολόι, χάραμα, δουλειά, σπίτι, τηλεόραση και καμιά βόλτα αραιά και πού. Μικρός κύκλος, να τον κουμαντάρεις. Να βάζεις τα ένσημά σου, να πληρώνεις την εφορία σου, να διάγεις λογικά και νόμιμα. Αλλά κουκί κουκί, φουσκώνει η πλάνη… Γιατί το όνειρο μιας καλής σύνταξης, δε βρήκε πουθενά να χωρέσει. Μονάχα σ΄ ένα άδειο οικόπεδο. 

       Ο Οδυσσέας έχασε τα πάντα. Και δουλειά και σπίτι και λεφτά… Παίρνει το αυτοκινητάκι του και το παρκάρει σ΄ ένα κενό χώρο για να κοιμηθεί. Έχει ψάξει και σε σκουπίδια… Μορφή αγίου, αδυνατισμένος. Υπολείμματα από σάντουϊτς… Οι γάτες κλαψουρίζουν τριγύρω του. Αυτές τουλάχιστον δεν τις ξεγέλασε κανείς. Κανένα ταμείο δεν τους έφαε τις εισφορές, καμιά τράπεζα δεν τις άφησε άφραγκες… Και να μην είχε χαράξει γραμμή;.. Ο Οδυσσέας σκούριαζε πίσω από έναν πάγκο, όρθιος, υπερωρίες, καμπούριασε το κορμί, πούντιασε η ψυχή, αλλά κατάφερε να την εξοντώσει τη φτώχεια του, όλο και χανόταν, την έκοβε, την πριόνιζε κι είχε πια γλυτώσει από αυτή.

     Σφετεριστές και λωποδύτες του τσάκισαν το όνειρο, τώρα που κόντευε να βγει στη σύνταξη, να γίνει κιτρινισμένη φωτογραφία η ρουτίνα… Πειθαρχία και συνέπεια σου λέει. Ούτε άδειες ασθενείας, ούτε λούφαξε ποτέ. Ανεμίζοντας τη σημαία της τιμιότητας και το λάβαρο της υπερηφάνειας, βάδιζε σταθερά προς εκείνο το αύριο το ευλογημένο. Που θα’ ρχόταν και θα ήταν καλύτερο… Πώς μας το φτιάξανε αυτό το “αύριο” να το περιμένουμε ως βέλτιστο!... Μασκαρεμένο έρχεται συχνά. Μια καρικατούρα μέλλοντος. 

       Ένας πόλεμος αναβιώνει με πολλές μορφές, χειρίζεται τα εργαλεία της εξόντωσης το ίδιο αποτελεσματικά παντού, όσο και στο πεδίο της μάχης. Τα σπαθιά ή τα μυδραλιοβόλα είναι εξίσου θανατηφόρα όσο και η απελπισία, για να οριστεί μια γενοκτονία. Ο Οδυσσέας σκέφτηκε να διαλέξει ένα τέλος, τόσο αχούρι που έγινε το μέσα του, αδυνατούσε να το συγυρίσει… Απόλυτα καταφρονημένος, του θέριζε την ευτυχία η σουβλιά της ξεφτίλας. Τι μπαγαποντιές κάνουν οι καιροί, ανίδεους μας βρίσκουν όταν ξαναγυρνούν. Στα μετάξια και στα βελούδα βάζεις τη ζωή σου και ξαφνικά πιάνει μια χιονιά και τη μαστιγώνει. Η απογοήτευση είναι πικρή, δεν τη συνηθίζεις τη γεύση της. Νιώθεις σιχασιά στο τέλος. Κι όταν μια συμφορά σε τραβά από τα τσουλούφια, σου’ ρχεται η αγριάδα, βλοσυρή και το παράπονό σου γίνεται ουρλιαχτό. 

    Οικονομία. Με τούτη τη λέξη πορεύτηκε. Κανέναν δεν κοροΐδεψε, παρά μόνο τη μιζέρια. Μ’ ένα γλυκό του κουταλιού, η ευμάρεια της Κυριακής του. Οι δόσεις για το σπιτάκι τακτικές, τις πήρε ο άνεμος των χρηματοοικονομικών συστημάτων που τον άφησαν σύξυλο. 

     Οι μοίρες των απλών ανθρώπων, πώς μπλέκονται συχνά με εκείνες των καταχραστών!.. Μα τους δυνάστες σου δεν τους επιλέγεις. Αν τύχει και τους έχεις επιλέξει, τότε είσαι διπλά δυστυχής. Μέσα στην καρδιά του Οδυσσέα μπήκε η παγωνιά του θανάτου. Αφού ως φαίνεται, μια ευχάριστη ζωή, είναι το πιο ακατόρθωτο πράγμα στον κόσμο. 

       Κι εκεί που πίστεψε ότι είχε χάσει την δεξιότητα να μπάζει εντός του το φως του ήλιου, κι εκεί που κολυμπούσε σε μια θάλασσα που τη λένε χάος, ένα τρεχαντήρι γαλανό, του γνέφει με ακατάσχετη υποψία ότι η χλωμάδα που είχε αποκτήσει σαν υποψήφιος νεκρός, μπορεί να την κατασπαράξει στο πι και φι. Ένα σπινθηροβόλο βλέμμα του τάζει ότι θα τον βγάλει δυναμικά από την ασημαντότητά του… 

       Ένα μικρό κοριτσάκι που πουλά ευτελή μικροπράγματα, θα γίνει ο νόστος του, η Ιθάκη του. Την παρακολουθούσε καθημερινά. Τη γνώρισε κιόλας, πιάναν την κουβέντα… Μια μέρα του χάρισε ένα μπρελόκ, χρωματιστό, πλαστικό, το δίνει για μισό ευρώ… Δεν έχει ούτε κλειδί να κρεμάσει, της λέει. Πάρτο για γούρι, του είπε και έφυγε. Δεν την ξανάδε για μέρες. Στηνόταν και την περίμενε. Τι να έγινε;... Τον έτρωγε μια αγωνία να μάθει. Την θεωρούσε δικό του άνθρωπο. Του δρόμου τα παιδιά είναι πιο δικά μας… Σχεδόν ανησυχούσε. Του έλειπαν οι λέξεις της και κείνο το δροσερό γέλιο που’ βγαινε μέσα από την αναίδεια της κατάντιας της. Η παρουσία της του είχε γίνει ένα σκονάκι για την απόγνωση. Εκεί που ραχάτευε, μέσα στη λιγδιασμένη της ύπαρξη, ένιωθες πως συνέβαινε κάτι χαρούμενο μέσα της…. Τι έπαθε ο Οδυσσέας;... 

      Πατούσε στ’ αχνάρια της μήπως τη βρει. Και ήρθε εκείνη και τον βρήκε. Τρεχάτη. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;... Στο ίδρυμα που την πήραν, τους μίλησε για το φίλο της που σουλατσάρει θρηνώντας την παλιά του αρχοντιά… Έλα να πάμε, σε παρακαλώ… Τον τράβαγε σαν να ήθελε να παίξουν σκοινάκι. 

    Πήγε ο Οδυσσέας. Ήταν μια βροχερή Πέμπτη. Η διευθύντρια τον ξενάγησε στους κοιτώνες των εγκαταλελειμμένων παιδιών και στο εργαστήριο τέχνης. Ένας ουρανός γεμάτος αστέρια φωτεινά… “Μπορείτε να μας προσφέρετε τις υπηρεσίες σας και θα έχετε στέγη και φαγητό. Ξέρετε, χρειαζόμαστε κάποιο μάγειρα, αλλά ο εθελοντισμός πτώχευσε κι αυτός… Εσείς τι δουλειά κάνατε;..” 

     Ένιωσε ένα θελκτικό συναίσθημα να τον κυκλώνει εκπλήσσοντάς τον γλυκά. 

      “Σεφ ήμουνα…"

     
     Το όνειρο δεν πεθαίνει. Κρατάει πάντα. Μπορεί να αναγεννηθεί από μια μυστηριώδη επιρροή, από ένα κοριτσάκι του δρόμου, από ένα μπρελόκ από καουτσούκ… Και οι χαϊδευτικοί τόνοι ενός γέλιου με την ανείπωτη έλξη που έχουν τα πιτσιρίκια, να σε κάνουν να βροντήξεις δυνατά τη σιδερένια πόρτα της εξαθλίωσης…


Κατερίνα Μαυρομμάτη. 12.12.2013