Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

Είχα πεθυμήσει τη γραφή της Ελένης Γκίκα. Μετά τη "Λίλιθ" περίμενα πώς και πώς το επόμενο βιβλίο της. Και ήρθε έτσι όπως το ήθελα. "Η ωραία της νύχτας", η αρρώστια του έρωτα, το φονικό, το δεύτερο φονικό, οι ενοχές και η φυλακή.
Αλλά δεν είναι η ιστορία που συναρπάζει, είναι η τέχνη του λόγου. 

Τα γεγονότα τα είχαμε παρακολουθήσει στις ειδήσεις, τα γνωρίζαμε, ακόμα και τα άλλα, εκείνα που προηγήθηκαν, η γιαγιά, η φωτιά, το φονικό, κι ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια, η εγγονή σκοτώνει κι αυτή για τους δικούς της λόγους. "Κακή φύτρα;" όπως είχαν πει τότε οι συγγενείς του θύματος, του άντρα που η γυναίκα του τον έκαψε ζωντανό. Ο σπαραγμός, ο επαναπροσδιορισμός, το πεπρωμένο, ο τόπος, οι μνήμες,  όλα είναι εδώ, εδώ ξανά κλωθογυρίζουν. Στο Κορωπί. Εκεί όπου και η ίδια η συγγραφέας έχει θαυμάσει τους κήπους με τα χρώματα, είχε φανταστεί τα μυστικά πίσω από τους τοίχους των σπιτιών,  είχε ψηλαφίσει τις σκιές και τους φόβους των παιδικών χρόνων, με φόντο το νυχτολούλουδο με τη σπάνια μυρωδιά του.

Γιαγιά και εγγονή, φόνισσες, δυστυχισμένες ζωές, νουάρ ιστορίες, η στάμπα της τύχης και της ατυχίας, το παρελθόν που είναι το καύκαλό μας, οι δραματικές εξελίξεις, "ο τόπος τελικά σε καταδιώκει, μάλλον δεν γίνεται διαφορετικά".

Βλέπει τη φωτογραφία της σε μια εφημερίδα κρεμασμένη στο περίπτερο.


Τελικά υπάρχει στη ζωή "ποτέ ξανά;"

"Όλα επαναλαμβάνονται: τα ξεχασμένα, τα πληρωμένα, τα εκπληρωμένα, λες και γυρίζεις δεμένος στον ίδιο τον σιδερένιο σου πάσσαλο, καταδικασμένη να ξαναζείς εκείνο για το οποίο γεννήθηκες, μερικοί άνθρωποι ήρθαμε με το στίγμα, θα σκοτώσεις, θες δεν θες, σ’ αυτή τη ζωή. Δεκαεννιά χρόνια αυτό ακριβώς σκεφτόμουν μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα στη φυλακή. Όταν ήρθα ως εδώ, άρχισα πάλι να ελπίζω, πώς τόλμησα, δεν έπρεπε, είχα τα τελευταία χρόνια αποξεχαστεί. Να φύγω θέλω, δεν με χωράει ο τόπος ούτε κι εδώ".

"Δεν πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει το μέλλον, αδιάβατο θα του φανεί το παρόν".

"Ένα παιδί που δεν το αποδέχτηκαν τρέχει μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου".

"Να γυρίσω όλη μου τη ζωή σαν το πουλόβερ ανάποδα".
Απολαυστική γίνεται η ανάγνωση με τις παράλληλες αφηγήσεις τριών γυναικών για τους δυο φόνους τις δυο ερωτικές ιστορίες, τα δυο εγκλήματα που κάποτε θα έχουν παραγραφεί.

Κ.Μ

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Tον καλύτερο καφέ τον πίνεις στην Βιέννη, 
το καλύτερο γλυκό το τρως στο Παρίσι, 
την καλύτερη βάφλα θα την βρεις στις Βρυξέλλες,
το καλύτερο λουκάνικο θα το γευτείς στην Φρανκφούρτη
το καλύτερο κρασί θα το πιεις στην Καλιφόρνια, 
το καλύτερο χάμπουρκερ θα το φας στην Νέα Υόρκη.

 Το καλύτερο σουβλάκι του κόσμου... μόνο στην Αθήνα! 

Κ.Μ
Δεν έχω να γράψω πολλά για τον τεχνίτη του διηγήματος, τον άριστο λογοτέχνη της μικρής φόρμας, τον Σαλονικιό Γιώργο Σκαμπαρδώνη. 

Αγοράζω τα βιβλία του και με τρελαίνουν από τον τίτλο κιόλας: 
Επί ψύλλου κρεμάμενος, 
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος, 
Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, 
Η ψίχα της μεταλαβιάς, 
Ακριανή λωρίδα, 
Η στενωπός των υφασμάτων, 
Πάλι κεντάει ο στρατηγός,
Γερνάω επιτυχώς,
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, 
Υπουργός Νύχτας.



Και να το "Ντεπό", και να καινούρια έκπληξη. Πρόσφατα παρακουλουθούσα μια αγέλη σαρδέλων σ' ένα μεγάλο ενυδρείο της Καλιφόρνια, εντάξει δεν ήταν αθερίνες, αλλά δεν γινόταν να μην το θυμηθώ και να καρφωθώ για πολλή ώρα ατενίζοντας τον παράξενο χορό της υδάτινης ομορφιάς περιμένοντας να γιγαντωθούν και να μεταμορφωθούν σε κήτος.

Λατρεύω τα διηγήματα, ξέρω από πρώτο χέρι πόση δουλειά απαιτούν, να τρέξεις γρήγορα, να φτάσεις σ΄ένα τέρμα, με καλό αποτέλεσμα, ν' αφήσεις έκπληκτο τον αναγνώστη, να πεις πάρα πολλά με πολύ λίγα.

Η δεξιοτεχνία του διηγήματος και εν προκειμένω η δεξιοτεχνία του Σκαμπαρδώνη είναι να ακολουθείς τα βήματά του όπως ξεκινάς την ανάγνωση, φράση - φράση, λέξη - λέξη μέχρι να φτάσεις στην κορυφή της τέχνης, στο έπακρο της ομορφιάς μιας ακόμη λογοτεχνικής περιπέτειας. Να ταξιδέψεις σαν πουλί που εμπιστεύεται τον ουρανό και τους αγέρηδες. Να δεις καθαρές εικόνες, να μυρίσεις έντονα αρώματα και να νιώσεις όμορφα συναισθήματα.



"Ντεπό" στα γαλλικά, η αποθήκη, παραπέμπει σε ανάσυρση από το βαθύ παρελθόν, αναδεύοντας μια λεπτομέρεια που αφέθηκε να περάσει απαρατήρητη. Αναμνήσεις από μια άλλη Θεσσαλονίκη, θύμισες γλυκές και πικρές από τα παιδικά χρόνια, μαρτυρίες για το αναπότρεπτο της ανθρώπινης κατάστασης. 

Το παράξενο θάμβος που σου αφήνουν τα απρόβλεπτα, αυτό θα μπορούσε να ήταν με μια φράση ό,τι αναδύεται από τα αριστουργηματικά διηγήματα του Σκαμπαρδώνη.



"Αγγίζει ο Σκάμπι πάντα τη μεγάλη συγκίνηση, ο πολφός των λέξεών του, οι ξώβεργες που στήνει για να σπαρταρίσουν οι αναγνώστες, τα μπαρούτια με τα οποία σαν κυνηγός γεμίζει και γομώνει τις σφαίρες του, προκαλούν εκρήξεις και βροντοκρουσίες που ακούγονται ως και τη χώρα του απρόσληπτου". (Από το Athens Voice Στέφανος Τσιτσόπουλος).

Κ.Μ

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

      Είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω από κοντά την Κλαίτη Σωτηριάδου, που εδώ και δεκαετίες διαβάζω τις τόσο καλές μεταφράσεις της, από την Αλλιέντε ως τον Σάμπατο, για τον οποίο μας μίλησε σε λέσχη ανάγνωσης στην Αθήνα.

Για το βιβλίο του Ερνέστο Σάμπτατο "Το τούνελ", η μεταφράστρια είχε δηλώσει:


"Μεταφράζοντας το Τούνελ δεν μπόρεσα να μην προσέξω την ομοιότητα της πρώτης παραγράφου αυτού του μυθιστορήματος με την πρώτη φράση στο Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. 

Ο Ερνέστο Σάμπατο αρχίζει έτσι:«Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου».
Και το μυθιστόρημα του Κολομβιανού αρχίζει με αυτή τη φράση:
«Τη μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν ο Σαντιάγο
Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμισι το πρωί για να υποδεχτεί το πλοίο που θα έφερνε τον επίσκοπο».

Από τις πρώτες λέξεις και οι δύο συγγραφείς δίνουν στον αναγνώστη την έκβαση της ιστορίας, το τέλος του μυθιστορήματος. Πράγμα που όμως δεν σταματά το ενδιαφέρον, αντίθετα το μεγαλώνει. Ο Σάμπατο ανήκει στην τριάδα των πιο καταξιωμένων συγγραφέων της Αργεντινής μαζί με τον Μπόρχες και τον Κορτάσαρ, αλλά και στην ομάδα των συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής που προκάλεσαν τη λογοτεχνική έκρηξη με τα μυθιστορήματά τους. Με τη διαφορά ότι είναι λιγότερο πληθωρικός από τους υπόλοιπους παραμυθάδες και εμβαθύνει στην εσωτερικότητα του ανθρώπου και στη μοναδική προσωπικότητά του.

Πρόκειται για ένα κλασικό βιβλίο που έχει αντέξει στο πέρασμα του χρόνου γραμμένο από έναν συγγραφέα με μια πολύ ιδιαίτερη θεματολογία και γραφή".

"Το τούνελ" πρωτοκυκλοφόρησε το 1948 και είναι από τα βιβλία που θαυμάζω όχι για την έκβαση της ιστορίας, αλλά για την ίδια την περιπέτεια και την απόλαυση της ανάγνωσης. Από την αρχή ο αφηγητής δηλώνει ότι οδηγήθηκε στο φόνο της αγαπημένης του που την ζήλευε παράφορα και όλο το μυθιστόρημα δεν αποτελεί παρά τον μακρύ μονόλογο ενός περίεργου και καταθλιπτικού ανθρώπου, που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα πάθη του.

"Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ' έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά". 

Η αγωνία, ο έρωτας, η ματαίωση, το αδιέξοδο,  εισβάλλουν διαπλάθοντας τον ψυχισμό ενός ζωγράφου που απεχθάνεται τους κριτικούς ζωγραφικής, που εστιάζεται σε μια γυναίκα η οποία ήταν η μοναδική που είχε παρατηρήσει μια λεπτομέρεια σ' έναν πίνακά του κι από εκεί ξεκινά η άγρια συναισθηματική μάχη μέχρι τη δολοφονία. Ο συγγραφέας με την τέχνη του κατεβαίνει στα υπόγεια της ψυχής και παρουσιάζει την ανθρώπινη περιπλοκότητα.

Κ.Μ

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Κυκλοφόρησε λίγες μέρες μετά το θάνατο του συγγραφέα και σύντομα θα το έχουμε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος. 

Ο Bernie Gunther επιστρέφει στο δέκατο τρίτο βιβλίο των bestselling series των Sunday Times και New York Times.


Το βιβλίο το διαβάζεις με την θλιβερή σκέψη του πρόωρου φευγιού του Φίλιπ Κερ, κι ίσως αυτό του προσδίδει μια επιπλέον αξιοπρόσεχτη κριτική ματιά.

Δεν γνωρίζω ακόμα πώς θα είναι ο τίτλος στα ελληνικά, αλλά αν το μεταφράσουμε μένοντας πιστοί στην αγγλική εκδοχή θα έλεγα πως θα τιτλοφορείται: 
"Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες" ή 
" Έλληνες φέροντες δώρα". 






Σ' αυτό το δέκατο τρίτο βιβλίο του ο Κερ πηγαίνει πολύ πίσω στο παρελθόν του Μπέρνι Γκούντερ, ο οποίος βρίσκεται στην Αθήνα για να διερευνήσει τις συνθήκες του ναυαγίου ενός πλοίου το οποίο έπιασε φωτιά. Ξεκινώντας από την πυρκαγιά στο Ντόρις, ο συγγραφέας προχωρεί βαθιά στο ναζιστικό παρελθόν των πρωταγωνιστών, φτάνοντας να αποκαλύπτει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Ο Κερ μεταφέρει στον αναγνώστη πολύτιμα και σπάνια στοιχεία που αφορούν τους Ναζί και τη δράση τους στην Ελλάδα, χωρίς ποτέ να έχει δοθεί ούτε δραχμή σε αποζημιώσεις.

Ο φανταστικός ερευνητής του Κερ θα μείνει αθάνατος, όταν ο δημιουργός του πέθανε μόλις στα 62 του χρόνια. Το 2019 θα κυκλοφορήσει άλλο ένα μυθιστόρημα του Φίλιπ Κερ.


Κ.Μ

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018


Σε βιβλιοπωλείο κάπου στο Σαν Φρανσίσκο...

Τι καλή ιδέα! Για πολλά βιβλία υπάρχουν ετικέτες με σύντομη κριτική από το προσωπικό του βιβλιοπωλείου. 
Κάτι που νομίζω λείπει από τα δικά μας. Βέβαια στην Αθήνα είναι αρκετά βιβλιοπωλεία όπου οι ιδιοκτήτες είναι και φανατικοί αναγνώστες, ώστε να προτείνουν τίτλους και να μπορούν να πουν δυο λόγια για το βιβλίο. Ωραία θα ήταν να αναγράφουν κάτι σχετικά με την υπόθεση,  πέρα από το οπισθόφυλλο,  ένα περιεκτικό κείμενο που να αποτελεί μια δική τους κριτική. 

Κ.Μ



Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

    Αν δεν έχεις διαβάσει σχετικές περιλήψεις ή κριτικές για το βιβλίο, αν δεν έχεις δει την ταινία, τότε δεν καταλαβαίνεις πού θα οδηγηθεί αυτή η παρέα των παιδιών εκείνου του ατμοσφαιρικού ιδρύματος της Αγγλικής επαρχίας κάπου στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα.

   Εκείνο που θα είχα να πρωτοπώ για το μυθιστόρημα, αλλά και για την ταινία, είναι ότι εγώ το είδα περισσότερο σαν μια ιστορία αγάπης παρά σαν κείμενο επιστημονικής φαντασίας.

    Επειδή ανήκω στους αναγνώστες εκείνους που τους αρέσει να διαβάζουν όχι μόνο κριτικές, αλλά και σύντομα αποσπάσματα από τα βιβλία που πρόκειται να αγοράσουν, ήξερα ποια θα ήταν η ανατριχιαστική μοίρα εκείνων των παιδιών,  που ως ξεχωριστοί τρόφιμοι ενός αποστειρωμένου σχολείου,  του αυστηρού  Hailsham House, περιβεβλημένου με τις σκιές των κηδεμόνων οι οποίοι περιπλανώντας τους μαθητές τους, θα τους κρατήσουν μακριά από τον αληθινό κόσμο με σκοπό μια μέρα να δωρίσουν ζωτικά τους όργανα, να γίνουν δωρητές.

    Μπερδεμένα παιδιά, χωρίς την κατανόηση του φυσιολογικού τρόπου ζωής, απομονωμένοι από τα πάντα και κυρίως από την σκληρή αλήθεια, τι θα έχουν χάσει παραμένοντας στο σκοτάδι; 

     Τα αποσπάσματα που διάλεξα δεν θα είναι εκτενή, αλλά ιδιαίτερα, τέτοια που να καταδεικνύουν τον αμοραλιστικό κόσμο της συγκλονιστικής δυστοπίας του Ισιγκούρο.

"Maybe from as early as when you' re five or six, there' s been a whisper going at the back of your head, saying: “One day, maybe not so long from now, you' ll get to know how it feels.” So you' re waiting, even if you don' t quite know it, waiting for the moment when you realise that you really are different to them.
 Γιατί στην παιδική ηλικία κάποια βιώματα σε προειδοποιούν για την πραγματικότητα.

“You' ve been told about it. You' re students. You' re… special. So keeping yourselves well, keeping yourselves very healthy inside, that' s much more important for each of you than it is for me."

     H ιδέα ότι αυτά τα παιδιά ήταν κάτι το ξεχωριστό, είχε σφηνωθεί στο μυαλό τους με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ρωτάνε ποτέ γιατί ήσαν ιδιαίτεροι και βέβαια να μένουν μακριά από κάθε σκέψη ότι κάποια στιγμή στο μέλλον τους περίμεναν οι δωρεές. Το μόνο που τους περνούσε από το νου ότι διέφεραν από τους άλλους ήταν ότι οι άνθρωποι εκεί έξω μπορούσαν να αποκτήσουν μωρά μέσω του σεξ. Δεν ήξεραν σχεδόν τίποτα για τον κόσμο που ζούσε εκτός του ιδρύματος, αλλά ένιωθαν ότι δεν χρειαζόταν και να ανακαλύψουν πολλά, αρκούσε να υποταχθούν στην προδιαγεγραμμένη πορεία που τους είχε οριστεί ως κλώνοι δωρητές.

Ακόμα κι όταν εγκατέλειπαν το ίδρυμα, διατηρούσαν τις ιδέες που τους είχαν επιμελώς καλλιεργηθεί εκεί μέσα."You' ve still got this idea. Us Hailsham lot, we have to stay together, a tight little bunch, must never make any new friends.”

    Μεγαλώνοντας, γύρω στα δεκάξι, έπρεπε να εγκαταλείψουν το ίδρυμα για να φτάσουν στις Αγροικίες όπου τους έτρωγε η πιθανότητα να συναντηθούν με κάποιον άνθρωπο από τον οποίο να είχαν προέλθει, καθώς υπήρχε η εκδοχή καθένας να είχε αντιγραφεί από έναν κανονικό άνθρωπο, άρα θα πρέπει να υπήρχε κάπου εκεί έξω το πρωτότυπο του καθενός.

"There were some who thought it stupid to be concerned about possibles at all. Our models were an irrelevance, a technical necessity for bringing us into the world, nothing more than that. It was up to each of us to make of our lives what we could".


“We all know it. We' re modelled from trash. Junkies, prostitutes, winos, tramps. Convicts, maybe, just so long as they aren' t psychos. That' s what we come from. We all know it, so why don' t we say it?

    Αλλά πώς χειρίζονται το θέμα των χειρουργείων, τις επιπλοκές και το τέλος; Γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα γεράσουν, δεν θα έχουν δική τους οικογένεια, θα πεθάνουν μετά την τέταρτη δωρεά, πώς το αντιμετωπίζουν όλο αυτό;

"And sooner or later a donor doesn' t make it, even though, say, it' s only the second donation and no one anticipated complications. When a donor completes like that, out of the blue, it doesn' t make much difference what the nurses say to you afterwards, and neither does that letter saying how they' re sure you did all you could and to keep up the good work. For a while at least, you' re demoralised. Some of us learn pretty quick how to deal with it.

    Θεωρώντας ότι ως ξεχωριστοί άνθρωποι, έχουν έναν σκοπό, να σώσουν τη ζωή άλλων ανθρώπων, υπάρχει ή όχι παγίδα;

"I was pretty much ready when I became a donor. It felt right. After all, it' s what we' re supposed o be doing, isn' t it?”

Τελικά, ποιος ή ποιοι από τους τρεις ήρωες του βιβλίου θα μάθουν την αλήθεια; Η Ruth, ο Tommy ή η Kath; Και ποια θα είναι η αντίδραση;

Στα Ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη και πρόσφατα από τον Ψυχογιό. 
Ο τίτλος " ΜΗ Μ' ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΟΤΕ" αποτελεί μέρος στίχου ενός τραγουδιού που αναφέρεται στο βιβλίο.

Κ.Μ

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

      "H προσέγγιση οποιουδήποτε πράγματος, συμβαίνει σταδιακά και με κόπο, περνώντας ακόμη και από το αντίθετο αυτού που προσεγγίζεται... Σ' εμένα, ο χαρακτήρας Α. Γ.  έδωσε σιγά σιγά μια δύσκολη χαρά. Μα λέγεται χαρά".  Αυτά γράφει  η Clarice Lispector με τίτλο "Προς πιθανούς αναγνώστες" στην πρώτη σελίδα του βιβλίου της "Τα κατά Α.Γ. πάθη".

          Η γλύπτρια Α.Γ. αδημονεί να μεταφέρει σε κάποιον, χωρίς να ξέρει σε ποιον, αυτό που έζησε γιατί "Δεν ξέρω τι να το κάνω αυτό που έζησα, φοβάμαι αυτή τη βαθιά αποδιοργάνωση... Να  μου συνέβη κάτι που εγώ, μην ξέροντας πώς να το ζήσω, το έζησα σαν κάτι άλλο;"

   Ήρωες του βιβλίου είναι οι στιγμές, "εκείνο όμως που ποτέ δεν είχα δοκιμάσει ήταν η σύγκρουση με τη στιγμή  που λέγεται "τώρα". Η στιγμή που  μια κατσαρίδα σφηνώνεται μέσα στην ντουλάπα και σπάει στα δυο, "εγώ και η κατσαρίδα είμαστε κολασμένα ελεύθερες... Και διατρέχω τον κίνδυνο να συνθλιβώ από την τύχη", η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι ένα βήμα από τον εαυτό σου, "και κατέληξα να είμαι το όνομά μου. Αρκεί να δω πάνω στις δερμάτινες βαλίτσες μου τα αρχικά Α. Γ. και να με", "Μη όντας, ήμουν".
       Κι άλλες στιγμές στοιβάζονται μέσα σ΄ ένα χώρο όπου θα κυριαρχούσαν η ευτέλεια και η αηδία. Η στιγμή του τρόμου "Τότε, πριν το καταλάβω, άσπρισε η καρδιά μου όπως ασπρίζουν τα μαλλιά",  η στιγμή που φουσκώνει ένας φόβος "ο φόβος μου ήταν το να έχω μια αλήθεια που θα έφτανα να μην τη θέλω, μια αλήθεια ατιμωτική που θα με έκανε να σέρνομαι και να βρεθώ στο επίπεδο μιας κατσαρίδας", η στιγμή που πλημμυρίζει η λαχτάρα για ζωή, "είμαι το κάθε κολασμένο κομμάτι του εαυτού μου - η ζωή μέσα μου είναι τόσο επίμονη, που αν με κόψουν στα δυο, σαν σαύρα, τα κομμάτια θα συνεχίσουν να σπαρταράνε και να αναδεύονται".
     Και οι στιγμές διαδέχονται η μια την άλλη. Η στιγμή της αποκάλυψης "αφού μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό είδα πώς είναι η κόλαση.... η ωμή αποδοχή του πόνου, η επίσημη έλλειψη ελέους για το ίδιο σου το πεπρωμένο... εκεί όπου όποιος έτρωγε το ζωντανό πρόσωπο του άλλου κυλιόταν στη χαρά του πόνου... Είμαστε ελεύθεροι, κι αυτή είναι η κόλαση". 

      Αλήθεια, πού θα οδηγήσει αυτή η περίεργη μυστικιστική εμπειρία με την σφηνωμένη κατσαρίδα της ντουλάπας, πόσο σοκαριστική θα είναι η αφήγηση της Βραζιλιάνας συγγραφέα στο πολυσυζητημένο αυτό μυθιστόρημα, που είχε εκδοθεί το 1964, πόσα ερωτήματα θα τεθούν σ' αυτόν τον ατέλειωτο μονόλογο, που όπως ομολόγησε η ίδια η Κλαρίσε Λισπέκτορ, όταν τον έγραφε βρισκόταν στη χειρότερη συναισθηματική κατάσταση, και τι συμβολίζει το τακτοποιημένο δωμάτιο της υπηρεσίας το οποίο διαμέσου μιας κατσαρίδας θα πάρει άλλες διαστάσεις ώστε κι ώσπου η αφηγήτρια θα μάθει να βλέπει τον εαυτό της από μια διαφορετική μεριά.

      Η Α.Γ. της οποίας το πλήρες όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, είναι μια ανύπαντρη γυναίκα, άτεκνη και μοναχική που ζει στο Ρίο ντε Τζανέιρο, σ' ένα πολυτελές διαμέρισμα, όπου αποφασίζει μια μέρα να τακτοποιήσει το δωμάτιο της υπηρεσίας μέσα στο οποίο θα ανακαλύψει ξαφνικά, με αφορμή τον αργό θάνατο μιας κατσαρίδιας, μια καινούρια γεύση της ζωής, μια γεύση που είναι σχεδόν χωρίς γεύση, όπως το μητρικό γάλα.

    Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τους αντίποδες με εξαιρετική μετάφραση του Μάριου Χατζηπροκοπίου.

Κ.Μ

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

  "Becoming Myself" είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του πασίγνωστου ψυχοθεραπευτή Ίρβιν Γιάλομ, ένα καθαρόαιμο αυτοβιογραφικό βιβλίο εντελώς εμπνευσμένο από τον εαυτό του, τη ζωή του, τη δουλειά του.

    Βέβαια αναρωτιέμαι γιατί να έχει ενδιαφέρον μια κανονική ζωή, χαρούμενη, έξω από τραγωδίες, τόσο που να μπορεί να γραφτεί σε βιβλίο, αφού συνήθως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν καμιά ιστορία να διηγηθούν για τη ζωή τους. 

    Ίσως με τις αναμνήσεις από τις προσωπικές οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις του, ο συγγραφέας με την τεράστια εμπειρία του φαίνεται να οδηγεί κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη να εισχωρήσει μέσα σ' ένα κάπως ιδανικό ξόδεμα ζωής και να μπει στη διαδικασία να επανεξετάσει τον εαυτό του. 

  Το τελευταίο βιβλίο του Γιάλομ αποτελεί έναν  αντικατοπτρισμό της ζωής ενός ψυχιάτρου, μάγου της ψυχανάλυσης, ο οποίος για πάνω από πενήντα χρόνια βοηθά τους ασθενείς του με επιτυχία, και που πια "ξαπλώνει" ο ίδιος στο ψυχαναλυτικό κρεβάτι, για να θυμηθεί και για να εκφράσει τις δικές του ιδέες πάνω σε θέματα της οικογένειας και της θρησκείας. Θεραπεύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, μας δίνει άπειρες πτυχές της επαγγελματικής του πορείας, από το Χάρβαντ απ' όπου ξεκίνησε την Ιατρική μέχρι το Στάνφορντ όπου δίδαξε ως καθηγητής Ψυχιατρικής. 

      Μελετητής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, ο Γιάλομ νιώθει πως ενώ ο κύκλος της ζωής του κλείνει σιγά σιγά, εκείνος "παραμένει πρωτάρης στα ογδοπέντε, δεν έχει αποδεχτεί ότι είναι γέρος", αιώνιος εραστής της ποδηλασίας,  σύζυγος και πατέρας τεσσάρων παιδιών, νιώθει ότι έκανε αυτό που ήθελε στη ζωή του, έζησε στο μέγιστο μέσα σε πνευματικό πλούτο. Ωστόσο ομολογεί ότι τα παιδικά του χρόνια ήταν άσχημα, μεγαλώνοντας σε μια φτωχογειτονιά μεταναστών, ομολογεί επίσης ότι η σχέση του με την μητέρα του δεν ήταν καλή, κάτι που ακούω από πολλούς οι οποίοι οδηγήθηκαν σ' αυτό το επάγγελμα. Πάντα ένιωθε μια απομόνωση και μια μοναξιά...



"Αντιλαμβάνομαι όμως συγχρόνως ότι υπάρχουν μερικά ανυπόταχτα συναισθήματα από τα πρώιμα χρόνια της ζωής μου, τα οποία συνεχίζουν να προκαλούν αναταράξεις και απειλούν να αναδυθούν στην επιφάνεια, αν κόψω ταχύτητα".


Ο συγγραφέας μνημονεύει το παρελθόν του από το Σαν Φρανσίσκο όπου ζει και γράφει καθημερινά, κι όπου ακόμα δέχεται ασθενείς.


"Το γεγονός ότι η ζωή έχει ημερομηνία λήξης είναι ένα πρόβλημα για όλους και για μένα τώρα που είμαι πια πολύ μεγάλος, 87 ετών. Το αντιμετωπίζω ζώντας μια πλήρη ζωή και μεριμνώ ώστε να μην αφήνω αβίωτη ζωή μέσα μου. Ήμουν όμως πολύ τυχερός να έχω πάντα δίπλα μου την οικογένειά μου και τη σύζυγό μου, με την οποία είμαι παντρεμένος πάνω από 65 χρόνια", δήλωσε σε συνέντευξή του στην Καθημερινή.

                  
   Στο βιβλίο "Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!", υπάρχουν αναφορές στην Ελλάδα, καθώς ο Γιάλομ δηλώνει θαυμαστής των Ελλήνων έχοντας επισκεφτεί αρκετές φορές τη χώρα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι Έλληνες έχουμε επηρεαστεί από τον Γιάλομ στο βλέμμα που πια ρίχνουμε πάνω στην ψυχανάλυση. Με τα απομνημονεύματά του ίσως θα παρακινηθούν πολλοί ακόμα για να αρχίσουν συνεδρίες, κάτι που ευτυχώς πια δηλώνεται ευθαρσώς και με άνεση από όλους όσοι κάνουν ψυχανάλυση.

 Κ.Μ

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018


     Άλλο ένα βιβλίο για τη σχέση παιδιού και μάνας, εντελώς αλλιώτικο από το προηγούμενο, μάνα και κόρη αυτή τη φορά, μια αφήγηση - παράπονο από μια γυναίκα η οποία αναστενάζοντας συνεχίζει να βολοδέρνει μέσα στο αίνιγμα όπου ένα μικρό κοριτσάκι εκλιπαρεί για την αγάπη της μαμάς, μια αγάπη που θα' πρεπε να ήταν δεδομένη, με αποδείξεις και εκδηλώσεις καθημερινές. Δεν ήταν όμως. Κι αυτό, αλλοίμονο, στοιχίζει στη ζωή ενός παιδιού, στοιχίζει πανάκριβα και το πληρώνει ως την ενηλικίωση, μπορεί και ως την ωριμότητα, μπορεί και ως το τέλος.

   Δυο Μαργαρίτες, η μάνα Λυμπεράκη και η κόρη Καραπάνου, δυο ζωές που έχασαν την αγάπη κι όταν την βρήκαν ήταν πια πολύ αργά. Δυο ίδια  ονόματα που θα τονίζουν για πάντα τη διαφορά ανάμεσα στη μεγάλη και στη μικρή Μαργαρίτα, η οποία θα παραμένει μικρή και μελαγχολική όσων χρόνων κι αν γίνει.

   Μια κόρη που στροβιλίζεται μέσα στον εφιάλτη της έλλειψης της πιο σημαντικής παρουσίας και μέσα στον επόμενο εφιάλτη της συνεχούς περιπέτειας του συναισθήματος. Μια μαμά άγνωστη, εντελώς ξένη, που "αλληθωρίζει ψυχικά" και που δεν γνωρίζει το παραμικρό για το παιδί της.



"Της δείχνω τις κούκλες μου...
- Όλες τις λένε μαμά. Εσύ ποιά είσαι;"

        Πόση φτώχεια κουβαλούν τα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς αγάπη, χωρίς μητρικά χάδια, χωρίς μαμά... Πόση ζημιά στην ψυχή μιας κόρης που έτυχε να έχει μια μητέρα ψυχρή και απορριπτική... Πόσος χαμένος χρόνος που θα είχε αφιερωθεί στο δόσιμο, το ανιδιοτελές δόσιμο γονιού... Αλλά η μητρική αγάπη είναι πολύ παράξενη καμιά φορά, είναι τσιγγούνικη, μπορεί και ανύπαρκτη. 
       Και οι άνθρωποι που θα μας αγαπούσαν όσο κανέναν άλλον, θα μας λάτρευαν, αυτοί μας καταστρέφουν. Για να οδηγηθούμε στον αργό σταθερό θάνατο του εαυτού μας.

      Αν τα πρώτα χρόνια μουλιάζουν μέσα στη στέρηση της αγάπης, την ανασφάλεια και τον φόβο, το πιθανότερο είναι πως τα τελευταία χρόνια θα μουλιάζουν μέσα στον βάλτο της κατάθλιψης. Εκεί όπου συνεχώς λες "δεν μπορώ". Εκεί όπου η ευτυχία είναι άγνωστη λέξη.
   
     Η Μαργαρίτα Καραπάνου θα μπορούσε να είχε περάσει μια όμορφη ζωή, χωρίς φάρμακα, χωρίς κλινικές και ψυχιάτρους. Μια ζωή φωτεινή και όχι σκοτεινή. Μια ζωή όπου δεν θα χρειαζόταν να αντέξει τη δυστυχία. Βίωσε τη μοναξιά μέχρι το τέλος, ένα τέλος περίεργο και άδικο για μια ζωή περίεργη και άδικη. 
   "...βόλτες μόνη μου μέσα σε άγνωστες πόλεις, βιβλία πεταμένα γύρω από το κρεβάτι μου τη νύχτα και ανοιγμένα τυχαία σε κάποια σελίδα..."

    Κι όταν ο κόσμος σου έχει πια κουραστεί, δεν αντέχεται η μέρα που ξημερώνει. Γι' αυτό καλύτερα να μην ξημερώσει. Να σε βρουν το πρωί στο κρεβάτι σου πεθαμένη. Από ατύχημα, από λάθος ζωή. 
  
 Γιατί...
"Η ζωή είναι αγρίως απίθανη".


Κ.Μ

Ξεχειλίζει από συγκινητική εκμυστήρευση για την αβάσταχτη απουσία της μητέρας, αυτό το βιβλίο του αγαπημένου μου Αλεξάκη. Είναι η μνήμη που παγιδεύει την αστήρευτη αγάπη ακόμα και μετά το φευγιό, μετά τον θάνατο εκείνης, είναι η μνήμη που σε κάνει να θυμάσαι τα πάντα με λεπτομέρειες, τόσο που να μην μπορείς να την ξεχάσεις,  να αποτρέπεις την λήθη, ώστε να κρατήσεις την υπόσχεση ότι θα την ξεχάσεις, να την ξεχνάς κάθε μέρα.

Ζωντανεύουν διάλογοι, σκέψεις, αμφιβολίες, ενοχές, διαμέσου της αναμόχλευσης της μνήμης από τα παιδικά ως τα φοιτητικά και τα χρόνια της ωριμότητας. Στιγμές που χάθηκαν αλλά δεν ξεχάστηκαν.

Καθώς ανασυνθέτει ορμητικά τις αναμνήσεις του ο αφηγητής ψάχνει μια ευκαιρία σωτηρίας, διεκδικεί τη γατρειά από την απώλεια.

"Πίναμε τούρκικο καφέ, δεν ξέραμε άλλον τότε...   Μιλούσαμε δυο και τρεις ώρες. Ο διάλογος μας δημιουργούσε από μόνος του θέματα προς συζήτηση. Μου ήταν πιο ευχάριστο να κουβεντιάζω μαζί σου παρά με τους φίλους μου ή με τη Ρούλα. Το απεριόριστο ενδιαφέρον σου για οτιδήποτε με απασχολούσε, μου επέτρεπε να σου λέω σχεδόν τα πάντα.....
..... Με είχες αφήσει να εννοήσω ότι οι σχέσεις σου με τον πατέρα μου δεν ήταν ικανοποιητικές. Υποστήριζα ότι έπρεπε να χωρίσεις. Σε είχα δει κάποτε να κλαις... σκυμμένη στα γόνατά σου".


"Τα σχόλιά σου ήταν περιορισμένα και κάπως επιφυλακτικά σαν να μην θεωρούσες τον εαυτό σου αρμόδιο να με κρίνει ή σαν να ήθελες να μου μεταδώσεις λίγη από τη μετριοφροσύνη σου...
Ίσως επεδίωκες να με προστατεύσεις από μελλοντικές απογοητεύσεις ανάλογες με αυτές που είχες υποστεί εσύ. Η ζωή σε είχε αναγκάσει να παραιτηθείς από τα σχέδια που έκανες όταν ήσουν νεαρή". 

"Ο πατέρας μου δεν συζητούσε ούτε μ' εμάς ούτε μ' εσένα λες και ήταν θυμωμένος με την οικογένειά του". 

"Για πρώτη φορά συλλογίστηκα ότι η απόσταση που μας χώριζε ήταν πιο μεγάλη για σένα".


"Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα"...  Τι φράση κι αυτή! Δεν ξεχνιέται.

Κ.Μ

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

   Ο Τζον είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνου, λιγότερο αγχωμένος ποιητής, περισσότερο σίγουρος για το ταλέντο του, γεμάτος αυτοπεποίθηση και πολύ θετικός άνθρωπος, αλλά "ένας ποιητής στην οικογένεια είναι αρκετός", και γι' αυτό εμείς θα συναντήσουμε μόνο τον Κωνσταντίνο ως τον μεγάλο, τον μέγιστο, τον τεράστιο Καφάβη.

    "ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΝΥΧΤΑ" 
   Ένα βιβλίο - έρευνα, ενδελεχής έρευνα, για την εποχή, για τον άνθρωπο, για τον ποιητή.
      Μια ζωή μπλεγμένη με την ποίηση, τα πάθη, τις αγωνίες, τις εμμονές, τη δύσκολη αναμέτρηση με την αμφιβολία της δημιουργίας και την αβεβαιότητα της επιτυχίας.

      Το Παρίσι της λογοτεχνίας εμπλέκεται με την ελληνική διανόηση, απ' όπου αναδύεται ο ποιητής Καφάβης, ένας ήρωας του μυθιστορήματος της εξαιρετικής Σωτηροπούλου που καταφέρνει εντέχνως να τον φέρνει μπροστά στην οθόνη της φαντασίας, ένας άντρας πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια που αρωματίστηκαν με τις ανησυχίες ενός παράξενου ποιητή.

     Πώς μπορεί να γεννηθεί ή αντίστοιχα να διαλυθεί ένας λογοτέχνης, ένας ποιητής, από μια φράση και μόνο ενός αυστηρού κριτικού, από πού ξεφυτρώνει η έμπνευση, πώς βυθίζεται κανείς μέσα στην τέχνη και μόνο, πόσο τον επηρεάζει η αναμέτρηση με άλλους λογοτέχνες; Ερωτήματα που τίθενται στον αναγνώστη διαμέσου της καταπληκτικής γραφής της συγγραφέως. 

       Όσο προχωρεί η ανάγνωση και βυθίζεσαι στα ιδεώδη και στην ιδιοσυγκρασία της κοινωνίας της εποχής, καθώς βρίσκεσαι στα στέκια των καλλιτεχνών του Παρισιού, γίνεσαι ένα με τη σκιά του ποιητή, ψάχνεις μαζί του τη λέξη, ανατριχιάζεις με το σημαντικότερο ραντεβού, πονάς για εκείνη τη βασανιστική κριτική που σκίζει την καρδιά "Αδυναμία έκφρασης, Κακοτεχνία". 
               Ο Καβάφης στα τριαντατέσσερα του χρόνια φτάνει στο μαγευτικό ελεύθερο Παρίσι όπου θα εξωθήσει τον εαυτό του στα άκρα του δημιουργού. Του δημιουργού που ανήκει σ' εκείνους τους σπάνιους ποιητές που "για λίγην ώρα δημιουργούμεν ηδονήν".

Κ.Μ 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

  

     Ο στενός δεσμός που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πάτροκλο, τα σημαντικά γεγονότα της Ιλιάδας, ο πόλεμος της Τροίας, ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός, ώθησαν την Αμερικανίδα συγγραφέα Μίλερ να γράψει την ιστορία του Αχιλλέα και ομολογουμένως τα κατάφερε να μην πέσει στην παγίδα του ελαφρού πεζογραφήματος με περίγραμμα την ασέβεια προς τους αρχαίους μύθους.

     


      Στο πολύ καλογραμμένο αυτό βιβλίο περιγράφεται η ανιδιοτελής και βαθύτατη αγάπη ανάμεσα στους δυο εραστές, η αφοσίωση στα ιδεώδη του πολέμου, αλλά όλα αυτά μέσα σ' ένα πλαίσιο σεβασμού για τους αρχαίους Έλληνες και χωρίς στοιχεία απερισκεψίας που θα μπορούσαν να προσβάλουν το κείμενο όπως είχε αποδοθεί από τον Όμηρο.



                           Μια φιλοδοξία που στηρίχτηκε κυρίως στην περιγραφική δεινότητα της συγγραφέως ώστε καθόλου δεν κουράζει, αντίθετα χαίρεσαι την ανάγνωση χάρη στην αμεσότητα των ζωντανών εικόνων. Η απουσία χυδαιότητας ήταν αυτό που με έκανε να χαρακτηρίσω το βιβλίο ως εξαιρετικό. Αξίζει να διαβαστεί (όχι μόνο από τους λάτρεις της Ελληνικής μυθολογίας).


Κ.Μ

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

         Η αγαπημένη μου Μάρω Βαμβουνάκη με συντροφεύει πάντα στις πτήσεις μου, ειδικά στις υπερατλαντικές όπου συνήθως κρατώ δυο ή τρία βιβλία της για να απολαύσω το ταξίδι στον αέρα. 
       Αυτή τη φορά διάλεξα δυο παλαιότερες εκδόσεις που θα μου άρεσε να ξανασυναντούσα ανάμεσα στα σύννεφα. 

  

ΕΡΩΤΑΣ: Το γελοίο και το δέος
"Ο έρωτας κάνει σοφούς και τους πιο χαζούς. Κάνει χαζούς και τους πιο σοφούς. 'Ο,τι θέλει κάνει ο έρωτας".

Τι γίνεται όταν δυο αντίθετοι χαρακτήρες, διαφορετικές προσωπικότητες, ερωτευτούν τρελά; Μήπως αντί για την ευτυχία τελικά βρίσκονται μέσα στην ερημιά του πόνου;

Αυτό που καραδοκεί σε τέτοιους μεγάλους και παράφορους έρωτες δεν είναι παρά η αλληλοσυντριβή και η γελοιοποίηση όπου οδηγεί ο εγωκεντρισμός και η ζήλια.

"Σε τελευταία ανάλυση όλοι είμαστε από έρωτα σακατεμένοι". Ίσως γιατί πιστεύουμε ότι δικαιούμαστε την ψυχή του άλλου. 



Τα ραντεβού με τη Σιμόνη

Μια διάσημη ηθοποιός και η ψυχαναλύτριά της.
Η επιστροφή στο παρελθόν. 

"Ετοιμάζομαι για ένα μεγάλο ταξίδι. Πρέπει να ξαναζήσω, μόνη μου, τη ζωή μου απ' την αρχή".

"Η ανεξαρτησία του άλλου είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση πως ο δεσμός μας έχει αξία".

"Τα αξέχαστα παιδικά χρόνια είναι πάντοτε πράγματι αξέχαστα ή και εν μέρει επιμελώς ξεχασμένα;"

Τελικά ποιο είναι το αληθινό μας παρελθόν; Αυτό που επιλέγουμε να διηγούμαστε στους άλλους ως ιστορία της ζωής μας; 

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018



    Όπως σχεδόν όλα τα βιβλία - ντοκουμέντα συναρπάζουν με τις απίστευτες πληροφορίες για γεγονότα όχι και τόσο γνωστά, "Η εκστρατεία της Ουκρανίας" καταγράφοντας την ιστορία από πρώτο χέρι, εντυπωσιάζει με τις μαρτυρίες που φανερώνει.

   Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της εκστρατείας της οποίας ηγήθηκε το 1919.
    Η εκστρατεία στην Ουγγαρία αποτελεί την πρώτη ελληνική στρατιωτική επέμβαση εκτός των εθνικών συνόρων με τις ολέθριες συνέπειες για τον ελληνισμό της Κριμαίας. Ωστόσο η σημασία της αποτυχίας εκείνης δεν σημειώθηκε ως σημαντική για την μετέπειτα πορεία της ελληνικής ιστορίας και πέρασε στη σιωπή και στην αφάνεια. Μια εκστρατεία πρόλογος για την καταστροφή της Μικρασίας. Οι εθνικοί πόθοι ξεκίνησαν από την Ουγγαρία και τα πρώτα στραβοπατήματα έγιναν σ' αυτή την καταστρεπτική εκστρατεία που κράτησε έξι μήνες με φοβερές απώλειες.

  Η διαχρονική αστόχαστη ανοργανωσιά της χώρας τονίζεται από τον επιμελητή του βιβλίου Φίλιππο Δρακονταειδή.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018




         Mετά την ανάγνωση στα γαλλικά σε ηλεκτρονική μορφή, το ξαναδιάβασα στα ελληνικά, ανακαλύπτοντας την ανεπανάληπτη αγαλλίαση της απόλαυσης της γλώσσας μας.

        Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τούτο το θαύμα της λογοτεχνίας, θα αναφερθώ μονάχα στο θέμα της ελληνικής μετάφρασης  (Ευρυβιάδης Σοφός) που είναι πραγματικά εξαιρετική. 

          Το διάβασα δις και το απόλαυσα δις. confiteor.

Κι επειδή αδυνατώ να βάλω άλλο απόσπασμα από τα χιλιάδες που με έχουν ενθουσιάσει,  θα αναφέρω μόνο αυτό για τη διπλή ανάγνωση:



"... άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι και είπε διαβάζω καθημερινά, και καθημερινά συνειδητοποιώ ότι μου μένουν ακόμα άπειρα πράγματα να διαβάσω. Πού και πού πρέπει και να ξαναδιαβάσω, παρόλο που ξαναδιαβάζω μόνο ό,τι αξίζει να ξαναδιαβαστεί.
"Και τι κάνει ένα βιβλίο να αξίζει να ξαναδιαβαστεί;"
... 
"Η ικανότητα του συγγραφέα να συναρπάζει τον αναγνώστη, να τον εντυπωσιάζει με την ευφυΐα που βρίσκει στο βιβλίο που ξαναδιαβάζει, ή με την ομορφιά που εκπέμπτει".
.... 
"Ένα βιβλίο που δεν αξίζει να ξαναδιαβαστεί, δεν άξιζε καν να διαβαστεί".

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Eίχα διαβάσει όλα τα βιβλία του 'Εσσε εκτός από αυτό.
Το "Νάρκισσος και Χρυσόστομος", ένα ψυχαναλυτικό κείμενο όπου ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος στο οποίο ο Έσσε σε υποχρεώνει να γίνεις ενθουσιώδης αναγνώστης. Παρακολουθώντας το βίο ενός νηφάλιου στοχαστή που λαχταρά "να ζει μια ευγενική ζωή γεμάτη αγνεία, μια ζωή σύμφωνη με την αγιότητα".

      Ο Νάρκισσος με το απαράμιλλο χάρισμα "της διεισδυτικής, παράξενης, άπρεπης ίσως, ικανότητάς του να γνωρίζει σε βάθος τους ανθρώπους, εύκολα θα κατανοήσει ότι ο νεαρός Χρυσόστομος που έφτασε στο μοναστήρι όπου τον οδήγησε ο πατέρας του, δεν είναι ένα αγόρι φτιαγμένο για την καλογερική.
         Η φιλία τους είναι τόσο δυνατή, ώστε ο δάσκαλος Νάρκισσος θέλει να βοηθήσει με κάθε τρόπο τον νεαρό Χρυσόστομο να βρει το δρόμο του.
        Εγκαταλείποντας το μοναστήρι για έναν έρωτα με μια τσιγγάνα, ο νεαρός Χρυσόστομος θα ακολουθήσει τα βήματα ενός βίου γεμάτου λαγνεία και αμαρτία.

"Όλα ήταν αμαρτία, λαγνεία, και δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που θα προτιμούσε ν' αυτοκτονήσει παρά να κουβαλά στη συνείδησή του μια τέτοια αμαρτία".

"...το αμάρτημα να είσαι ζωντανός! Η ίδια η ζωή κουβαλά μέσα της κάποιο είδος αμαρτίας. Κι αν όχι, τότε γιατί ένας τόσο αγνός και συνετός άνθρωπος σαν τον Νάρκισσο να έχει υποταγεί στην τιμωρία σαν κακούργος; Και γιατί τάχα ακόμα κι αυτός, ο Χρυσόστομος, ν' αναγκάζεται να βλέπει αυτή την ενοχή βαθιά μέσα του; Δεν ήταν τάχα ευτυχισμένος; Δεν ήταν μήπως νέος και γερός, ελεύθερος σαν πουλί στον ουρανό;"


"Οι άνθρωποι, λοιπόν, όπως λες, είναι κακοί, και η ζωή μας πάνω στη γη γεμάτη τρόμο και αθλιότητα... Κάπου όμως ανακαλύπτεις κρυμμένη μια δικαιοσύνη και μια τελειότητα."

"Δε θέλω ειρήνη με τον Θεό. Ο Θεός έφτιαξε πολύ κακό τον κόσμο. Δεν είναι ανάγκη να εκτιμάμε αυτό τον κόσμο, κι ούτε κι Αυτός σκοτίζεται πολύ αν Τον εξυμνώ ή αν Τον αναθεματίζω. Ο Θεός έφτιαξε τσαπατσούλικα τον κόσμο!"

Ο Έρμαν Έσσε, ο Γερμανός νομπελίστας, προσεγγίζει κοινωνιολογικά και ψυχογραφικά τη λογοτεχνία, φέρνοντας τον αναγνώστη μπροστά από μια σύγκρουση ανάμεσα στα ιδεολογικά και τα πρακτικά θέματα της ζωής με κεντρικό ήρωα τον ψυχισμό του ανθρώπου, την αναζήτηση της εσωτερικής του αλήθειας. 

Σ' όσους αρέσουν τα φιλοσοφικά μυθιστορήματα  όπου αντιμάχονται το καλό με το κακό, σίγουρα θα λατρέψουν το "Νάρκισσος και Χρυσόστομος".

Κ.Μ

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018





Ηράκλειο Κρήτης 1950, 
η απαγωγή της Τασούλας, 
ένας έρωτας, μια βεντέτα, 
μια δίκη, ένας κρυφός γάμος,
εν ολίγοις μια ζωή αλλιώτικη.
Και μια γραφή συναρπαστική.



Η Ελένη Αλταμούρα, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος,  ντύθηκε άντρας για να πάρει πτυχίο, 
έζησε το πάθος, το όνειρο, 
τόλμησε, αλλά οι τραγωδίες
 δεν την ξέχασαν. 
Έχασε δυο παιδιά σε νεαρή ηλικία, οδηγήθηκε στην τρέλα και πέθανε μόνη κι άγνωστη. 


Ο νόστος, η επιστροφή στη γενέτειρα Κρήτη, αυτός είναι ο ήρωας του βιβλίου.
 Ο Ισμαήλ γεννήθηκε ως Εμμανουήλ Παπαδάκης, στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος στην Αίγυπτο όπου και εξισλαμίστηκε. Ως
επικεφαλής του στρατού στάλθηκε στην Κρήτη προς κατάπνιξη της Κρητικής επανάστασης. 




     Μετά το τελευταίο βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη, με τον παράξενο βίο του Χαλεπά να περνά ανάμεσα στην τρέλλα και στην ιδιοφυία, (Δυο γυναίκες, δυο θεές), μπήκα στο μονοπάτι της επανάληψης, της δεύτερης ανάγνωσης, για να νιώσω την ίδια αγαλλίαση όπως όταν βάζεις ν' ακούσεις ένα αγαπημένο τραγούδι του οποίου γνωρίζεις μεν τους στίχους, αλλά σου αρέσει να το ξανακούς. 

       Ξαναδιάβασα τις τρεις βιογραφίες με τον ίδιο ενθουσιασμό της πρώτης φοράς, αφού ενώ ξέρεις την ιστορία, απολαμβάνεις και πάλι την ανάγνωση, σαν να γυρίζεις ξανά σ' έναν τόπο γνώριμο κι αγαπημένο. Μεγαλόψυχη προσφορά τα βιβλία αυτά της Γαλανάκη, διδάσκουν, γεμίζουν από την τελειότητα της γλώσσας μας, σου μιλάνε για αναπότρεπτα γεγονότα μιας ζωής, γίνεσαι μάρτυρας πίσω από την κουρτίνα, βλέπεις πόσο άλλαξαν τα πράγματα, νιώθεις το θρόισμα της αιωνιότητας. 

      Ανεξήγητο, αλλά νόμιζα ότι συναντούσα μια παλιά φίλη, την Τασούλα, στα "Βαθιά αμίλητα νερά",  ξαναφώναξα στην Ελένη, την πρώτη γυναίκα που σπούδασε ζωγράφος, παριστάνοντας τον άντρα,  να μην κάψει τους πίνακές της, "Ελένη ή ο Κανένας" και έζησα την απίστευτα μεγάλη περιπέτεια του Εμμανουήλ στο "Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά". 

'Ακουσα τους λυγμούς και των τριών ηρώων. 

    Τι όνειρα, τι ζωές, τι κλάματα Θεέ μου! Πόσο πάθος, πόση νοσταλγία, πόσος αισθησιασμός! Και τι απομένει πέρα από τα δάκρυα; 

Κ.Μ

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Γιατί τα βιβλία δεν πάνε με τη μόδα. 
Πρώτη έκδοση του "Στόουνερ" το 1965. 
Πούλησε μόλις 2.000 αντίτυπα και μέσα σ' ένα χρόνο αποσύρθηκε.

'Ωσπου το 2011 το ανακάλυψε μια Γαλλίδα συγγραφέας, το μετέφρασε και το βιβλίο άρχισε πια ν' ακούγεται. 

Η ζωή του Στόουνερ κι εκείνη του συγγραφέα έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, ώστε το μυθιστόρημα σχεδόν ακουμπά την αυτοβιογραφία. 
Ο Τζον Γουίλιαμς γεννήθηκε στις ΗΠΑ από γονείς αγρότες που κατάφεραν να μορφώσουν το γιο τους και να γίνει καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, όπως ακριβώς ο Γουίλιαμ Στόουνερ. Ο ήρωας του εξομολογητικού αυτού βιβλίου,  ενός campus novel το οποίο αφήνει στον αναγνώστη μια μεγάλη συγκίνηση για την τύχη του δασκάλου με την αναλλοίωτη αγάπη για τη λογοτεχνία και το πάθος για τη δουλειά του, σε συναρπάζει με την πραότητα του χαρακτήρα του και τον ήρεμο τρόπο με τον οποίο αντιδρά στις παραδοξότητες. Και τελικά γίνεται ένας ήρωας που δεν τον ξεχνάς εύκολα. Μέσα στα αδιέξοδά του σε κάνει να τον νιώσεις σαν φίλο σου και να τον συμπονέσεις, να τον αγαπήσεις, να τον βλέπεις "από μέσα", ν' ακουμπάς τις φλέβες του, να αγγίζεις τις λαχτάρες του.

Aπό τις σκληρές αγροτικές δουλειές στη Φιλολογία, ο Στόουνερ σύντομα θα αντιληφθεί ότι πανεπιστημιακός χώρος δεν είναι μόνο οι ιερές βιβλιοθήκες και τα σπουδαία συγγράμματα, είναι και συγκρούσεις με τον κοσμήτορα, διαφωνίες με τους φοιτητές και τους συναδέλφους.  Η δουλειά του μπορεί να του χαρίζει την ευχαρίστηση της διδασκαλίας, αλλά ταυτόχρονα και πολλές απογοητεύσεις.
Οι δοκιμασίες και  οι έχθρες στο χώρο του πανεπιστημίου, ο δυστυχής γάμος, οι δυο Παγκόσμιοι πόλεμοι, το κραχ του '29, η αγάπη για τη λογοτεχνία και την ακαδημαϊκή καριέρα, ο μεγάλος έρωτας που εμφανίζεται στην ωριμότητά του, γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου και τη ζωή του καθηγητή Στόουνερ, μέχρι το αναπόφευκτο τέλος, βιολογικό και ψυχολογικό αλλά όχι ηθικό, αφού κρατά τον αξιακό του κώδικα στα επίπεδα της αξιοπρέπειας. "Ένας ήρωας με όλη τη σημασία της λέξης", όπως δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του προς το τέλος της ζωής του.


Αποσπάσματα:

"Ήταν ένα μοναχικό σπιτικό με μοναχοπαίδι εκείνον και συνεκτικό δεσμό την ανάγκη για σκληρή δουλειά".

"Άρχισαν την έγγαμη ζωή τους αθώοι και οι δυό, πάντως αθώοι με ριζικά διαφορετικό τρόπο".

"Είχε φτάσει πια σ' αυτή την ηλικία που άρχιζε να τον απασχολεί, όλο και πιο έντονα, ένα ερώτημα τόσο συνταρακτικά απλό, ώστε δεν είχε τον τρόπο να το αντιμετωπίσει. Έπιανε τον εαυτό του να αναρωτιέται αν άξιζε η ζωή που ζούσε. Όχι μόνο τώρα, αλλά και στο παρελθόν". 

"Η έξαψη που είχε όταν τέλειωσε την ανάγνωση δεν έλεγε να καταλαγιάσει... Για αρκετή ώρα μπόρεσαν οι δυο τους να μιλήσουν αβίαστα, καλύπτοντας τα συναισθήματά τους πίσω από το θέμα της διατριβής".

"Ήταν σαράντα δύο ετών. Μπροστά του δεν έβλεπε τίποτε που λαχταρούσε να απολαύσει, πίσω του έβλεπε ελάχιστα που ήθελε να θυμάται".


Ο συγγραφέας δικαιώθηκε μετά το θάνατό του και πια δεν είναι καθόλου ξεχασμένος.

Πολύ καλή η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου και τέλεια η επιλογή του εξωφύλλου για την ελληνική έκδοση από τον Gutenberg.

Κ.Μ 

(στα Ελληνικά το διάβασα, ομολογώ ότι δεν γνώριζα την ύπαρξή του).

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

"Toύτο το βιβλίο δεν το χαρίζω. 
Το πετάω μ' οργή κατάμουτρα
στον άνθρωπο που στέκεται στον...
γκρεμό της Ακρόπολης και βρίζει 
τη Ζωή με τα λόγια:
     "Βαρέθηκα τη Ζωή!..."






Για μισό περίπου αιώνα στον υποβλητικό βράχο της Σπιναλόγκας περπάτησαν, ερωτεύτηκαν, μαρτύρησαν αλλά επιβίωσαν άνθρωποι που προέρχονταν από την "απέναντι όχθη", θύματα μιας ολόκληρης εποχής. Στο καστρόχτιστο νησί του Μεραμπέλλου, σ΄ένα χώρο ταυτισμένο με την προκατάληψη, έχτιζαν τη ζωή τους από την αρχή οι εκτοπισμένοι, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις κοινωνικές αντιξοότητες, ώστε να προετοιμάσουν μια αξιοπρεπή αποχώρηση από τον "επίγειο παράδεισο".  (από το οπισθόφυλλο).




"Έπαψα τότες να καθρεφτίζομαι. Μίσησα και τσάκισα όλους τους καθρέφτες. Δε χωρούσε αμφιβολία.... .... Τούτ' η κοπελιά δεν κατέχει πού πάει... Μην ξεχάσεις και πεις πως είν' επαέ η Σπιναλόγκα για θα καταλάβει.... Δεν περνά εύκολα η λέξη Σπιναλόγκα απ' το λαρύγγι τ' ανθρώπου".

"Στις αρχές είχα πιστέψει πως όλη μου η ζωή θα περνούσε να σκέφτομαι τη δυστυχία μου. Αλλά αυτό είναι αδύνατον. Η ανθρώπινη αθλιότητα δεν έχει όρια. Με όλα συμβιβαζόμαστε. Όσοι δεν μπορούν να συμβιβαστούν αυτοί πεθαίνουν".


"Σήμερα είμαι λιγότερο ερωτευμένη... Όπως καθόμαστε και κουβεντιάζαμε, δεν ξέρω πώς παρατήρησα έξαφνα πως τα χείλη του ήταν σκισμένα και επάνω εκεί τριγυρνούσε επίμονα μια μύγα... Η καρδιά μου μεμιάς είχε φτωχύνει. Εκείνος μιλούσε υψηλές θεωρίες και την έδιωχνε. Εγώ κρατήθηκα και δεν του είπα: "Μ' όσα κι αν λέμε, δυστυχισμένε, είμαστε ψοφίμια. Οι μύγες το κατάλαβαν, αλλά εμείς, αδύνατο φαίνεται να το καταλάβομε επιτέλους".


Ένα βιβλίο τολμηρό, γραμμένο εν θερμώ, σηκώνει "σιδερένια κι ανελέητη γροθιά" στην ανθρωπότητα, σε όσους θα συγκινηθούν από μια βιαστική επίσκεψη στο νησί των λεπρών.

"Η άρρωστη πολιτεία" της Γαλάτειας Καζαντζάκη δημοσιεύτηκε το 1914 και η "Σπιναλόγκα" του Θέμου Κορνάρου εκδόθηκε το 1933.

Κατά τα άλλα, εμείς περιμέναμε μια Αγγλίδα δημοσιογράφο να γράψει στα αγγλικά "το Νησί", να γίνει σήριαλ, να το δούμε στην τηλεόραση για να συγκινηθούμε και να μάθουμε δυο αλήθειες για τη βασανιστική ζωή των ανθρώπων της Σπιναλόγκας.   

   "Εμείς πια είμαστε βάρος στη γη; Το θέλαμε να το πάθομε;.. Δεν έχομε εμείς ψυχή;"

"Γιατί οι λεπροί της Σπιναλόγκας είναι κάτι παραπάνω από ζωντανοί: οι πραγματικοί εχτιμητές της αξίας της ανθρώπινης ζωής".

Κ.Μ


Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Κάποτε ήθελα να γίνω κριτικός κινηματογράφου για να περνώ τη ζωή μου μέσα στις αίθουσες των σινεμά, όπως έκανα παιδί στη γειτονιά όπου μεγάλωσα.

Μετά σκέφτηκα να γίνω κριτικός βιβλίου, για να διαβάζω όλη τη μέρα και τη νύχτα, ατέλειωτες σελίδες μυθιστορημάτων, όπως τότε στην εφηβεία.

Τελικά ούτε το ένα έγινα ούτε το άλλο. Ωστόσο παρακολουθώ πολλές ταινίες και διαβάζω συνέχεια βιβλία (ευτυχώς υπάρχει και το Ίντερνετ πια). Η απόλαυση γεννιέται ξανά κι έχει την ίδια γεύση με το τότε,  όταν έβλεπα τα καουμπόικα έργα και  ρουφούσα τον Βερν. 

Μόνο οι εποχές αλλάζουν και οι τρόποι στις διάφορες δραστηριότητές μας. 
Κατά τα άλλα οι ταινίες (αν και πολύ λιγότερες σήμερα) και τα βιβλία (ευτυχώς πολύ περισσότερα πια), μπορούν να προσφέρουν απίστευτη απόλαυση. Φτάνει να το θέλει κανείς. 

Κ.Μ


Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018


"Γράφω τα βιβλία μου με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούν να γίνουν ταινίες".



"Ολόκληρη η δομή της κουλτούρας μας είναι γεμάτη ψεγάδια και ρωγμές".


Αγόρασα τις "Διορθώσεις"  σε ebook, αφού είχα διαβάσει σε έντυπο την "Ελευθερία"
Ανάποδα από τη σειρά έκδοσης τα διάβασα, αλλά τι πειράζει; Μόνο που οι Διορθώσεις με αποζημίωσαν για τον όγκο της Ελευθερίας που δεν με ενθουσίασε τόσο. 
Ο Τζόναθαν Φράνζεν και στα δυο αυτά βιβλία του έλαβε αποθεωτικές κριτικές και είχαν την ίδια διεθνή επιτυχία χαρακτηριζόμενα ως εκδοτικά φαινόμενα και με τον ίδιο να γίνεται ο πρώτος εν ζωή συγγραφέας που μπαίνει σε εξώφυλλο του περιοδικού Times.

Ο σπουδαίος μυθιστοριογράφος της σύγχρονης Αμερικής αναλύει την περιπλοκότητα στη ζωή των ανθρώπων. Δέκα χρόνια για να ολοκληρώσει τις "Διορθώσεις" και άλλα τόσα για να ακολουθήσει η "Ελευθερία",  γεγονός που φανερώνει ότι ο συγγραφέας δεν καίγεται να εντυπωσιάσει με το επόμενο πολυσυζητημένο έργο του.  Μάστορας του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, ο Φράνζεν είναι άκρως αγαπητός και ίσως ο πιο δημοφιλής συγγραφέας της γενιάς του, καθώς έχει την φοβερή ικανότητα να σκιαγραφεί τη σύγχρονη αμερικάνικη κολτούρα και σκέψη. Που πια δεν είναι μόνο "αμερικανιές", μα και δικά μας ζητήματα.

Κοινωνικά θέματα όπως η υπερκατανάλωση,  ο αμοραλισμός, η δίψα για επιτυχία και καταξίωση,  η κατρακύλα του θεσμού της οικογένειας, η οικολογία και η προστασία της φύσης, ο υπερπληθυσμός είναι τα βασικά στοιχεία της "Ελευθερίας".
Η ελευθερία μπορεί να αποτελεί και ένα είδος δυστυχίας, όταν δεν έχεις τι να την κάνεις κι όταν προσπαθώντας ν' αλλάξεις τον κόσμο, σε αλλάζει αυτός. Η Αγία Οικογένεια μπορεί να σου κατασπαράξει την ελευθερία σου, να σε μηδενίσει, να σε γεμίσει ενοχές απέναντι στους γονείς.

Φράσεις που αλίευσα από την "Ελευθερία":

"Μπορεί να υπάρξουν δράματα εξατομίκευσης όταν ένα παιδί έχει έντονη προσωπικότητα".

"Το μεγάλο κενό της ζωής της, το κενό της φωλιάς της, τώρα που τα παιδιά είχαν φύγει".

"Επειδή ήταν ο άντρας της, είχε κάνει το γιο τους να πιστέψει ότι η μάνα του βρισκόταν στο εχθρικό στρατόπεδο". 

"Η χώρα που παρακολουθεί ανελλιπώς κάθε στημένη εξέλιξη του  American Idol ενώ ο κόσμος καιγόταν, ήταν άξια οποιουδήποτε εφιαλτικού μέλλοντος την περίμενε".

 "Το πραγματικό πρόβλημα είναι η πληθυσμιακή πίεση. Στην Αμερική και μόνο, ο πληθυσμός θα αυξηθεί κατά πεντήντα τοις εκατό τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες".

"Από πού ερχόταν η αυτολύπηση; Ζούσε μια άνετη ζωή. Κάθε μέρα είχε όλη τη μέρα στη διάθεσή της... κι ωστόσο το μόνο που φαινόταν να κερδίζει απ' όλη την ελευθερία της ήταν κι άλλη δυστυχία... Λυπόταν τον εαυτό της επειδή ήταν τόσο ελεύθερη".


Φράσεις που αλίευσα από τις "Διορθώσεις":

"Το τελευταίο σου παιδί είναι η τελευταία σου ευκαιρία για να διδαχθείς από τα λάθη και να προβείς σε διορθώσεις".



" Όλοι μαθαίνουμε ότι τα παιδιά μας είναι πιο σημαντικά από εμάς και να ζούμε εμμέσως μέσα από αυτά. Ξαφνικά απαύδησα μ' αυτό τον τρόπο σκέψης. Αύριο μπορεί να είμαι νεκρή, αλλά σήμερα είμαι ζωντανή. Πλήρωσα το τίμημα, έχω κάνει το καθήκον μου και δεν ντρέπομαι πια για τίποτα".

"Ο καθένας προσπαθεί να διορθώνει τις σκέψεις του και να βελτιώνει τα συναισθήματά του και να εξετάζει προσεκτικά τις σχέσεις του, όχι απλώς να παντρεύεται και να μεγαλώνει παιδιά όπως γινόταν παλιά".
"Θέλει να τρώει "αληθινό" φαγητό και να πηγαίνει σε "αληθινά" μέρη και να μιλάει για "αληθινά" πράγματα".

"Πιθανόν να μην υπερέβαλλε η μητέρα όταν μιλούσε για το πόσες δυσκολίες αντιμετώπιζε ζώντας μαζί του, πιθανόν να μην ήταν η μαμά η ανυπόφορη γκρινιάρα όπως πίστευε εδώ και είκοσι χρόνια... πιθανόν τα προβλήματα της μαμάς της να μην ήταν πολύ βαθύτερα από το να έχει λάθος σύζυγο... Δεν θυμόταν να έχει υπάρξει μια περίοδος που να αγαπάει τη μητέρα της".


"Οι γονείς έχουν ένα συντριπτικό δαρβινικό γενετικό μερίδιο για την ευημερία των παιδιών τους. Αλλά τα παιδιά, κατά την άποψή μου, δεν έχουν κανένα αντίστοιχο χρέος προς τους γονείς τους".


"Όλες οι διορθώσεις της είχαν πάει στράφι. Ήταν αγύριστο κεφάλι όπως και την πρώτη μέρα που τον γνώρισε".



Ο Φράνζεν ζει ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στη Σάντα Κρουζ, δυο πόλεις που αγάπησα πολύ και θα ονειρευόμουν μια ζωή μοιρασμένη σ' αυτά τα μοναδικά μέρη.

K.M


Θα μπορούσαμε εύκολα να τραβήξουμε μια κοφτή γραμμή ανάμεσα στην αρρώστια και στο έγκλημα; Ανάμεσα στο βιολογικό και στο ψυχολογικό; 
Σε περασμένες δεκαετίες συχνά οι εγκληματίες χαρακτηρίζονταν ως ψυχικά ασθενείς και το δικαστήριο τους αθώωνε ως τρελούς (περίπτωση του Ντάρχαμ 1954). Ειδεχθή εγκλήματα που σόκαραν την κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια,  δεν φαίνεται να σχετίζονται με ψυχικές νόσους. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Ψυχασθενής ή εγκληματίας; Οι εποχές που οι σχιζοφενείς κλείνονταν σε ψυχιατρεία έχουν παρέλθει, αλλά η σχιζοφρένεια περιφέρεται παντού. Μπορεί και στο διπλανό μας σπίτι. 

Το βιβλίο "Beyond psychiatric expertise" στις 700 σχεδόν σελίδες του, αναλύοντας τα δύσκολα παρακάτω ερωτήματα, συγκρίνει περασμένες εποχές με τη σημερινή αντίληψη για τη σχέση νοητικής αρρώστιας και ειδεχθούς εγκλήματος. 

Μερικά αποσπάσματα πολύ χαρακτηριστικά που αφορούν το νόμο και τους ψυχιάτρους. 



"Questions are daily put: Is one “sick or criminal?” “Sick or praiseworthy?” “Sick or sinful?” “Sick or uneducated?” “Sick or unwise?” “Sick or lazy?” “Sick or malingering?” “Sick or manipulative?” “Sick or merely unpleasant?” “Sick or inexperienced?” These questions lie behind decisionmaking, not only when they are presented directly. They are constantly put to experts in the area of behavior and mental illness". 

"The law asks the physician to decide whether there is a “decisive, determinative, causal” relationship between the disease and the act. There may be sick and healthy aspects of mental functioning, however, within the same person".

"What do we mean when we say that certain behavior is a product, or a feature, of mental illness? One could say that mental illness tinges all aspects of the thought processes of the individual, and that every act of the individual is at least partially affected by mental illness". 

"The psychiatric task was to decide if this behavior was a product of mental illness or merely representative of a life-style.
The phrase product of mental illness is known in forensic psychiatry as the Durham standard. Monte Durham was a misfit".

"How does a psychiatrist decide whether the cluster of characteristics constitutes an illness? Probably the first criterion that occurs is suffering. Pain, discomfort, malaise, and distress would seem to be the hallmarks of sickness".


"Psychiatric research seems to be on the threshold of discovering the neurochemical underpinnings of schizophrenia. With discoveries such as these, will schizophrenia no longer be a mental illness? Will it be a neurological or physical illness?"

"A person can be partly mentally ill and partly well. In examining several areas of mental functioning, it may be found that some of these fit the criteria of illness while others do not".

"Society has become alarmed by an everincreasing crime rate and the fact that a defendant such as John Hinckley, who attempted to assassinate President Reagan, was found not guilty by reason of insanity. The public and the politicians are in no mood to have much compassion for serious offenders".

"One must be very careful about the use of the words freedom and liberty, because they are sufficiently ambiguous to be used in rhetorical advantage. The liberty referred to in this book is an immune right—freedom from government intervention. Advocates of compulsory treatment will often argue that they, too, are for freedom— the right of the individual to be free from the crippling effects of illness. This is not an immune right; it is a claim and thus is a very different (even if important) type of freedom".

Is it any wonder that in more primitive times medicine and religion were one and the same.

Κ.Μ