Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Πάμπλο Νερούδα ΕΚΑΤΟ ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΟΝΕΤΑ


Καταρχήν με εξέπληξε αυτή η βιβλιοδετημένη έκδοση, καιρό είχα να αγοράσω βιβλίο με τέτοιο εξώφυλλο. Οι εκδόσεις "γνώση" έκαναν μια υπέροχη δουλειά, μια δίγλωσση έκδοση, σε μετάφραση και πρόλογο του Ηλία Ματθαίου. 
Με συγκίνησε πολύ ο πρόλογος και η αναφορά στην εξύμνηση του έρωτα του Νερούδα για την Ματίλντε, τη γυναίκα με την οποία έζησε τα περισσότερα χρονια της ερωτικής του ζωής.
"Είχες την εντύπωση πως ο κόσμος ολόκληρος έτρεμε απ' την πολλή αγάπη, που ήταν σπαρμένη στον κήπο του σπιτιού".


Η συλλογή αυτή αποτελεί δείγμα της μεγάλης ποιητικής τέχνης του Νερούδα (βραβείο Νόμπελ 1971), του θερμού εραστή, και στη ζωή και στην ποίηση.
Η αφιέρωση είναι στην Ματίλντε Ουρουτία, και η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερα μέρη:
ΠΡΩΙ (1 - 32), ΜΕΣΗΜΕΡΙ (33 - 53), ΑΠΟΓΕΥΜΑ (54 - 78) και ΝΥΧΤΑ (79 - 100).

Αποσπάσματα:

"Αγάπη, πόσος δρόμος μέχρι να φτάσω στο φιλί,
τι ταξιδεύτρα μοναξιά μέχρι τη συντροφιά σου!"

"Πόσες σ' έχω αγαπήσει φορές χωρίς καν να σε δω κι ίσως
δίχως να σε θυμάμαι.
δίχως νύξη καμιά της ματιάς σου, χωρίς να σε βλέπω,
κενταύρα,
σε τόπους αντίξοους, σε καυτερά μεσημέρια:
ήταν τ' άρωμα μόνο απ' το στάρι που τόσο αγαπάω".

"Με δάφνες του Νοτιά και ρίγανη του Λότα
μικρή βασίλισσα σε στέφω των κοκάλων μου.
δεν μπορεί να σου λείπει αυτό το στέμμα
που η γη το φτιάχνει με βάλσαμο και φύλλα".

"Ήταν το φως βρεγμένο, πράσινη η σιγαλιά, 
έτρεμε σαν την πεταλούδα ο μήνας Ιούνης,
και στο νότιο βασίλειο, από πέτρες και θάλασσα,
το μεσημέρι διάσκισες, Ματίλντε".

"Κι είν', αγάπη, αυτός ο ίσκιος που η ζωή μού' χει δώσει:
ένα ρούχο αδειανό που πίσω μου κουτσαίνει
σα σκιάχτρο με χαμόγελο όλο αίμα".

"Αγάπη μου, αν πεθάνω κι εσύ ζήσεις,
μη δώσουμε άλλο έδαφος στον πόνο:
αγάπη μου, αν πεθάνεις κι εγώ ζήσω, 
δεν έχει τόπο σαν κι αυτόν που ζούμε".

Κ.Μ

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

TO ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΛΛΙ του Χωμενίδη το είχα αδιάβαστο. Δεν με ενθουσίασε βέβαια, μόνο απολαμβάνω πάντα το ζουμερό γράψιμο του Χωμενίδη αν και αυτό το συγκεκριμένο δεν αποτελεί μια πετυχημένη προσπάθεια του συγγραφέα να καταγράψει φρικαλεότητες και τερατουργίες της 17Ν, ως κύριο θέμα του βιβλίου. Αυτό που μου άφησε είναι μια βαρεμάρα, σχεδόν να το παρατήσω για την πολυλογία του, και την φανερή ρηχότητα,  καθιστώντας την πλοκή μπερδεμένη ανάμεσα σε στοιχεία σουρεαλισμού και βδελυγμίας. 
Διαμέσου του θέματος του βιβλίου - της τρομακρατίας στην Ελλάδα - και μέσα από τη δυσκολία του συγγραφέα να καταφέρει να αξιοποιήσει το ταλέντο του σ΄ αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, κρατώ κάποιες αξιόλογες φράσεις που καθόλου χαρακτηριστικές είναι για τις αδυναμίες του βιβλίου αυτού:

"Τι να σου κάνει λοιπόν και η σημερινή νεολαία;... Οι τελευταίοι διαδηλωτές στην Ελλάδα σκοτώθηκαν το 1980. Η αστυνομία προμηθεύτηκε έκτοτε ήπια δακρυγόνα και λαστιχένια ρόπαλα. Οι πονηροί πολιτικοί τείνουν να μετατρέψουν τα Εξάρχεια σε μια γραφική γειτονιά, σ' ένα πάρκο εκτόνωσης διάφορων γιαλαντζί επαναστατών, οι οποίοι δεν θα έχουν καμιά ουσιαστική επαφή με την υπόλοιπη κοινωνία".

"Δύσκολο πράγμα η Επανάσταση σε μια κοινωνία τόσο μαμόθρεφτη όσο η ελληνική".

"Δυο δεκαετίες, τρεις; Μισός αιώνας το περισσότερο έως ότου να πεθάνει κι ο τελευταίος από εμάς. Κι ύστερα τα  όσα ζήσαμε, τα όσα κρύψαμε δε θα' χουν πλέον την παραμικρή σχεδόν σημασία..."

"Οι μαζικοί εορτασμοί προορίζονται για όσους η προσωπική τους ζωή δεν τους προσφέρει τίποτα άξιο για να το γιορτάσουν..."

"Ο καθένας φορτώνεται από παιδί με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να οικοδομήσει το δικό του πεπρωμένο, να πρωταγωνιστήσει στην προσωπική του, συναρπαστική ταινία. "Είναι δική σας η ζωή σας!" τους παραμυθιάζουν από τις τηλεοράσεις, ενώ παράλληλα τους πείθουν ότι η κατανάλωση αποτελεί το μοναδικό σύμβολο επιτυχίας, καθώς επίσης και το μοναδικό αντίδοτο για την κατάθλιψη".

"Η Δικαιοσύνη, ένα φάντασμα το οποίο σκύβει δήθεν πάνω από τα ανθρώπινα, ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά και επαναφέρει με χειρουργική ακρίβεια τις ισορροπίες που διασαλεύονται. Αστεία πράγματα! Δε ζητώ Δικαιοσύνη. Εκδίκηση ζητάω!"

"Αρχίσαμε  να αλλάζουμε κάθε πενταετία αυτοκίνητο, να ταξιδεύουμε με γκρουπ στο εξωτερικό, να αγοράζουμε συσκευές τελευταίας τεχνολογίας, αλλά και μεταξοτυπίες σύγχρονων ζωγράφων, για να αντικαταστήσουμε στο σαλόνι μας τις άθλιες θαλασσογραφίες και τα γκομπλέν της μαμάς. Προσχωρήσαμε εν ολίγοις σε έναν καινούριο τρόπο ζωής, εξελιχθήκαμε σε καταναλωτές με ισχύ και με άποψη. Άποψη όμως, στην πραγματικότητα, δε διαθέταμε".

"Το να αποφασίζεις προτάσσοντας το συμφέρον των αγαπημένων σου αποτελεί άραγε το ασφαλέστερο τεκμήριο ωριμότητας;"

"Η ευτυχία είναι εφικτή μονάχα όταν πηγάζει από πρόσωπα και πράγματα που μπορείς να τα αγγίξεις απλώνοντας τα χέρια σου".

"Αμέσως ύστερα επανήλθε στην - τόσο ξένη πλέον για εκείνον - πραγματικότητα. Τα χείλη του έτρεμαν, το στόμα του είχε στεγνώσει, τα γόνατά του είχαν λυθεί. Δοκίμασε να ουρλιάξει, μα φωνή δεν έβγαινε. Δοκίμασε να χιμήξει, αλλά τα πόδια του δεν τον κρατούσαν. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της πόρτας για να μην καταρρεύσει. Και στη συνέχεια έκανε μεταβολή και - με ασταθή βήματα μεθυσμένου γέρου - κατευθύνθηκε προς την έξοδο του σπιτιού του, που είχε μεταμορφωθεί σε κελλί".

Κ.Μ

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Mερικά από τα διηγήματα του Εμμανουήλ Ροΐδη με είχαν συγκινήσει μέχρι δακρύων. Το βιβλίο αυτό το αγόρασα από την Σύρο το 2009 και το είχα απολαύσει τότε στις διακοπές στο αγαπημένο μου νησί. 

Από τότε είχα να το ανοίξω και το ξετρύπωσα σήμερα ανακαλύπτοντας ότι θυμάμαι ακόμα κάποια διηγήματα, αλλά κυρίως νιώθοντας ευχαρίστηση να διαβάζω κάτι στη γλώσσα του Ροΐδη και να μεταφέρομαι στη νοοτροπία της εποχής εκείνης (19ος αιώνας).

Η Ερμούπολη υπήρξε οικονομική πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και η ευρωστία της δημιούργησε μια εξαιρετική πνευματική δραστηριότητα.
Η Σύρα δεν γλιτώνει από το σατιρικό οίστρο του Ροΐδη, με ήρωες τους κοινούς, συνηθισμένους ανθρώπους της καθημερινότητας, άλλοτε ταραγμένης και άλλοτε ήρεμης.

Αποσπάσματα από κάποια διηγήματα:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ

"Ανάλογος της τοιαύτης του βίου ευθηνίας και της πληθώρας διδασκάλων ήτο των μουσικών μαθημάτων η τιμή, οι δε φιλόμουσοι πάσης κοινωνικής τάξεως Ερμουπολίται ωφελούντο της ευκαιρίας, όπως διδαχθώσιν, έκαστος αντί μικράς θυσίας το όργανον της εκλογής του. Ουδέποτε ουδαμού αντήχησαν όσα τότε εις την Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα και κλαρινέτα. Ο περιερχόμενος τας στενωπούς της πόλεως, και μάλιστα τας Κυριακάς, επνίγετο εις κύματα μελωδίας εξορμώντα εκ παντός παραθύρου".



ΤΟ ΞΕΣΤΟΥΠΩΜΑ

"Εις απόστασιν ολίγων βημάτων προηγείτο ημών κατάξηρος κ' εκείνος ψωραλέος όνος, σύρων επιμόνως βαρέλαν ύδατος, τοποθετημένην επί είδους διτρόχου χειραμάξης υπό την οδηγίαν γραίας χωρικής. Το πρόσωπον αυτής δεν εβλέπαμεν, αλλά μόνην την ράχιν, ήτις τοσούτον είχε κυρτωθή υπό το βάρος των ετών και των μόχθων, ώστε εσχημάτιζεν ορθήν σχεδόν με τα σκέλη της γωνίαν".


Οι δυο νεαροί φίλοι σκέφτηκαν τότε να ανοίξουν το πώμα της βαρέλας και να αδειάσει όλο το νερό που η γριά είχε γεμίσει από τη βρύση.


"Τότε μόνον έστρεψε την κεφαλήν και μας είδε και είδομεν και ημείς το πρόσωπόν της. Ωμοίαζεν εκατονταετής, κάτισχον, ξηρά και μαύρη ως μούμια της Αιγύπτου. Επεριμέναμεν φωνάς, ύβρεις, κατάρας ή και πετροβόλημα. Ουδέ λέξιν όμως μας είπεν, αλλ' ηρκέσθη να στενάξη. Αδύνατον όμως είναι να λησμονήσω το άφωνον παράπονον του βλέμματος αυτής, όταν επέρασεν έμπροσθέν μας επιστρέφουσα να μεταγεμίσει το βαρέλι της εις την μακράν απέχουσαν βρύσιν".

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ

"Ο βουλευτής εκρατούσεν ένα κατάστιχο κ' εσημείωνε τα ονόματα και τι ζητούσεν ο καθένας. Όταν ήρτεν η δική μου σειρά μου είπεν ότι δεν του περισσεύει τίποτε καλόν εις την Σύρα και να πάγω να με βολέψη καλύτερα εις τας Αθήνας....
Εβόλεψα τους δικούς μου σ' ένα μικρό ξενοδοχείο κ' έτρεξα να εύρω το βουλευτή.... Μου είπε ότι "η θέσις των υπουργικών βουλευτών είναι δύσκολος δια το πλήθος των απαιτήσεων", θα προσπαθήση όμως να μου εύρη μιαν μικράν θέσιν και να περάσω μετά οκτώ μέρες".
Τρεις όλες εβδομάδες επήγαινα πρωί βράδυ εις το σπίτι του... Η μεγαλύτερη όμως σκάσι μου ήταν όταν έβλεπα εις τες εφημερίδες, πως οι άλλοι Συριανοί κομματάρχες είχαν όλοι διορισθή, άλλος αστυνόμος, άλλος εισπράκτορας, άλλος ζυγιστής εις το τελωνείο...

Ακόμη δεν είχαμεν αποκλάψει τα τέσσερα παιδιά, όταν γυρίζοντας ένα μεσημέρι από τη δουλειά μου βλέπω από μακριά, εμπρός στην πόρτα του σπιτιού μας, κόσμο πολύ... Εσίμωσα και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν η γυναίκα μου σωριασμένη κατά γης, ανάμεσα σε δυο γειτόνισσες που την έτριβαν με ξίδι να την ξελιγοθυμήσουν, και στο πλάγι της ένα άλλο αναίσθητο καταματωμένο σωρό. Ο σωρός ήταν ο Γιάννης μου, εκείνος που μ' έλεγε πως θα κάνη υπότροφο ο βουλευτής... Περισσότερους ανθρώπους σκοτώνουν οι αμαξάδες εις τας Αθήνας, παρά αι τίγρεις εις τας Ινδίας".

Απολογούμαι που δεν γράφω πολυτονικό όπως θα έπρεπε κανονικά να μεταφέρω εδώ τα κείμενα αυτά.

Κ.Μ

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020


Ξαναδιάβασα τον "Ντέμιαν" του Έσσε. Από μια παλιά έκδοση (Ηριδανός) σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα.  

(Αυτό το διάστημα διάβασα πολλά βιβλία για δεύτερη φορά, όπως και άλλα καινούρια, δεν έβρισκα όμως τη διάθεση να γράψω σχολιάζοντας τις εντυπώσεις μου, τώρα νομίζω θα αρχίσω να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις).

Στον "Ντέμιαν", πέρα από το θέμα της εφηβείας και την αγωνία της ενηλικίωσης, πέρα από την έρευνα του εαυτού και το ταξίδι της αυτογνωσίας διαμέσου της ψυχανάλυσης, αυτή τη φορά η ματιά μου ήταν περισσότερο εστιασμένη στις αναφορές σχετικά με τις ανησυχίες για το μέλλον της ανθρωπότητας και για όσα καλούμαστε να βιώσουμε ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως ένας πόλεμος ή μια καταστροφή.

Ίσως το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Έσσε, ένα χρονικό της εφηβείας, της κρίσης συνειδήσεως και της διαμάχης με τον εαυτό και τον γύρω κόσμο, γραμμένο μέσα σε μελαγχολική αίσθηση για τα ερωτήματα που τον βασάνιζαν σχετικά με τα αιώνια θέματα της νεότητας, του έρωτα, της θρησκείας, του πνεύματος, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Και φαίνεται ότι γινόμαστε σοφοί όταν μια μέρα ανακαλύπτουμε ότι "το ποτάμι του κόσμου δεν κυλούσε πια κάπου δίπλα μας, μα ξαφνικά περνούσε ίσια μέσα από τις καρδιές μας..."

Αποσπάσματα που τα θεώρησα επίκαιρα ενώ το βιβλίο έχει γραφτεί το 1919:


"Θα χρειασθή να θυσιασθούμε. Μπορεί να σκοτωθούμε κι εμείς. Αλλά το πνεύμα και τα έργα μας θα μείνουν. Γύρω απ' ό,τι επιζήση από τον σημερινό κόσμο ή γύρω από όσους γλυτώσουν θα συγκεντρωθή η θέληση της ανθρωπότητας.... Και μια μέρα θα γίνη αντιληπτό ότι η θέληση της ανθρωπότητας δεν ήταν ποτέ μέσα στις κοινότητες, τα κράτη, τα πλήθη και τις εκκλησίες, αλλά ότι ο σκοπός στον οποίο τείνει να φθάση η φύση μέσα από την ανθρωπότητα είναι χαραγμένος πάνω στον καθένα, σε μένα, σε σένα".

"Με τον καιρό κατάλαβα ότι είχα υποτιμήσει τους ανθρώπους. Σε πείσμα της τυποποίησης που ήταν αποτέλεσμα του στρατού και του κοινού κινδύνου που αντιμετωπίζαμε, είδα πολλούς ζωντανούς και άλλους που πέθαιναν δίπλα μου, να δέχωνται με υπέροχο τρόπο τη θέληση της μοίρας".

"Με πίεζε η ανάγκη να συλλογισθώ την αναπάντεχη δυστυχία που με είχε βρει και να μπορέσω να βρω μια λύση, όμως μου ήταν αδύνατο να σκεφθώ. Όλη τη βραδιά χρειάστηκε να προσαρμοσθώ στην καινούρια ατμόσφαιρα του σαλονιού.... Με την καρδιά παγωμένη χρειάσθηκε ν' αντικρύσω την μέχρι σήμερα αθώα κι ευτυχισμένη ζωή μου να ελευθερώνεται, να πετά και να γίνεται παρελθόν. Ένοιωθα την άλλη ζωή να απλώνη βιαστικά άπληστες ρίζες μέσα μου και να με δένη με τον σκοτεινό κόσμο. Για πρώτη φορά γευόμουν το θάνατο. Κι ο θάνατος ήταν κάτι πικρό".

"Τότε όλοι οι άνθρωποι έγιναν αδέλφια. Μιλούσαν για πατρίδα και τιμή. Μόνο που δεν ήταν αυτό στο βάθος που τους πλησίαζε, αλλά το γεγονός πως για λίγο είχαν δει τα χαρακτηριστικά της μοίρας, χωρίς τον πέπλο που τα έκρυβε".

Κ.Μ

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

Έπειτα από το εκρηκτικό ντεπούτο του ως επαγγελματία  συγγραφέα το 1919, ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ παγιωνόταν ολολένα και περισσότερο στο στερεότυπο του συγγραφέα της περιόδου που ο ίδιος είχε επονομάσει "Εποχή της Τζαζ". 

"...δεν το βρίσκω πολύ πιθανό να συνεχίσω να γράφω με τον ίδιο ρυθμό για τον νεανικό έρωτα. Η ετικέτα μού κόλλησε  από τα πρώτα μου γραπτά και έως το 1925".

"Άρχισα να κάνω εκπτώσεις στο γράψιμο μου για να μπορέσω να γράψω το “Γκάτσμπυ”. Αν ήταν επικερδές, θα τις είχα αρχίσει από πολύ καιρό πριν! Το δοκίμασα ανεπιτυχώς για τον κινηματογράφο. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει ότι για έναν έξυπνο άνθρωπο το να γράφει εμπορικά είναι ίσως το δυσκολότερο πράγμα στο κόσμο".
Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης "Χαμένης γενιάς" των Αμερικανών λογοτεχνών και αν δεν πέθαινε μόλις στα 44 του χρόνια, σίγουρα θα είχαμε πολλά ακόμα μεγαλειώδη έργα του. 

Από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ αυτά τα τελευταία αδημοσίευτα διηγήματα του Φιτζέραλντ, σε μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, με τον τίτλο "Θα πέθαινα για σένα, και άλλα χαμένα διηγήματα", ένας θησαυρός που έμενε αδημοσίευτος επειδή ο συγγραφέας αρνιόταν να υποβληθούν τα διηγήματά του σε επιμέλεια.

Τότε που γράφονταν αυτά τα διηγήματα, ο συγγραφέας ζούσε κάτω από την φοβερή πίεση μεγάλων προβλημάτων, όπως η σχιζοφρένεια της γυναίκας του, ο εθισμός του στο αλκοόλ και η φυματίωση και όλα αυτά την εποχή της οικονομικής κρίσης της Αμερικής με το Κραχ του 1929.
Υπάρχει πάντα αυτό το ενδιαφέρον για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν γραφτεί αυτά τα διηγήματα, η αμερικάνικη κουλτούρα της εποχής, η αγωνία του συγγραφέα για θετική απάντηση από τους εκδότες και η απογοήτευση μετά  την άρνηση για έκδοση των βιβλίων του. 

Πολλά διευκρινιστικά στοιχεία φανερώνει στην εισαγωγή του βιβλίου η Ανν Μάργκαρετ Ντάνιελ, η οποία και έκανε την κατατοπιστική επιμέλεια του "Θα πέθαινα για σένα, και άλλα χαμένα διηγήματα".     
  Υπάρχουν ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου αρκετές φωτογραφίες του συγγραφέα καθώς και χειρόγραφά του, κάτι που καθιστά την έκδοση άκρως ενδιαφέρουσα.

"Έπρεπε επιτέλους να κάνει τις λέξεις αληθινές, να κάνει πράξη όλα όσα είχε σκεφτεί, ονειρευτεί, προσποιηθεί, διαταχθεί ή μπει στον πειρασμό να κάνει ποτέ της, να απαλλαγεί απ' οτιδήποτε επιδερμικό ή ασήμαντο στη ζωή της, να βρει επιτέλους τον δρόμο για την απόλυτη καθαγίαση, τον δρόμο για την απόλυτη ολοκλήρωση. Πιο ξεκάθαρο δεν γινόταν να είναι".

"Μπορείς να φανταστείς κάποιον που είχε τις καλύτερες εμπειρίες του κόσμου να μη θέλει άλλες - να μη θέλει τον έρωτα να είναι αληθινός; Μπορείς να το φανταστείς αυτό; Μέχρι και την ομορφιά σου φθονώ, επειδή τώρα είμαι μεγάλος - κάποτε όμως είχα όλα τα προσόντα για ν' αγαπήσω ένα κορίτσι σαν εσένα..."

"Όλη την ημέρα, όσο δούλευε, η Ατλάντα κατέστρωνε το ένα σχέδιο μετά το άλλο. Ήταν όμως σαν τον κατάδικο που σχεδιάζει να αποδράσει και πάντα αποσυντονίζεται από τον ήχο των κλειδιών στις κλειδαριές ολόγυρά του - ή από την ελπίδα ότι η λύτρωση θα ερχόταν έξωθεν, χωρίς προσπάθεια από μέρους του". (Αποσπάσματα από το διήγημα: Θα πέθαινα για σένα).

Κ.Μ


Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020


Αποσπάσματα από τις σημειώσεις της συγγραφέως σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία εμπνεύστηκε το ιστορικό μυθιστόρημά της Η ΚΥΝΗΓΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ:

         "Τι ωθούσε αυτές τις γυναίκες σε τέτοιες φρικτές πράξεις; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο".

            "Οι γείτονές της έμειναν εμβρόντητοι όταν το 1964 εντοπίστηκε και κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου, ενώ ο σύζυγός της δήλωνε κατάπληκτος: "Η γυναίκα μου δεν θα μπορούσε να πειράξει ούτε μύγα".

          "Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ενώ κόπαζε ο Ψυχρός Πόλεμος και οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν ότι τελείωνε ο χρόνος καθώς οι βετεράνοι και οι μάρτυρες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου γερνούσαν, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον να παραπεμφούν οι Ναζί στη δικαιοσύνη".

        Είναι άραγε πάντα η τιμωρία ανάλογη του παραπτώματος; Αρκετοί εγκληματίες πολέμου δεν συνέχισαν τη ζωή τους αφού είχαν καταφύγει στο εξωτερικό αλλάζοντας ταυτότητα; Κι αν η δικαιοσύνη δεν καταφέρει να τους εντοπίσει και να αποδώσει ευθύνες, να καταδικάσει, τότε ποιος άλλος θα το κάνει αυτό; Μια κυνηγός ναζί, μπορεί να πετύχει έναν τέτοιο στόχο; Πόσο θαρραλέα θα πρέπει να είναι μια γυναίκα για να τολμήσει να τα βάλει με τους ναζί μετά τη λήξη του πολέμου;

      Ιστορικό μυθιστόρημα για τα αβάσταχτα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.  Συγκλονιστική η γραφή της Κέιτ Κουίν που μας παρασύρει μαζί με την ηρωίδα της στο κυνήγι εγκληματιών πολέμου και μας καθηλώνει με την αποφασιστικότητα των γυναικών πιλότων μαχητικών και βομβαρδιστικών αεροπλάνων, με το σθένος και τις αντοχές τους, καθώς και με τις ανθρώπινες ιστορίες τους. "Οι Μάγισσες της Νύχτας" εκτελούσαν πολλές βομβαρδιστικές αποστολές κάθε νύχτα, με κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους.

             "Η ΚΥΝΗΓΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ" στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, είναι από τα βιβλία που έχουν να σε μάθουν πολλά πράγματα για άγνωστες πτυχές του πολέμου και των συνεπειών του. Παρά το μεγάλο μέγεθός του, (κοντά 800 σελίδες), καθόλου δεν το βαριέσαι, ούτε θες να το αφήσεις αν δεν φτάσεις ως την τελευταία του λέξη. Οι εικόνες ζωντανές μπροστά σου σαν να βλέπεις ταινία και τα συναισθήματα ξεπηδούν άπειρα. Ίσως κάπου να γίνεται λίγο κουραστικό, αλλά το αίσθημα που σου αφήνει στο τέλος είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο καθηλωτικό. Σε μπάζει στην ενδελεχή, αγωνιώδη και περίπλοκη έρευνα που ξεκίνησε για την ανακάλυψη και παραπομπή σε δίκη των εγκληματιών πολέμου, που δεν ήταν καθόλου εύκολη, αλλά τα μεγάλα και επικίνδυνα μυστικά δεν θα ήταν δίκαιο να έμεναν θαμμένα για πάντα. Η ιστορία ενός πολέμου δεν τελειώνει με τη λήξη των εχθροπραξιών, είναι για πολλά χρόνια μετά που κρατάει η συνέπειά του και για πολλούς ανθρώπους τίποτε πια δεν είναι το ίδιο στη ζωή τους. 

Κ.Μ

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020

Η τριλογία της Ρέιτσελ Κασκ με αυτοβιογραφικές λογοτεχνικές διαστάσεις στηρίζεται πάνω σε μια βασική αλήθεια, την αλήθεια της πραγματικής ζωής μέσα από την καθημερινότητα μιας σημερινής γυναίκας, μιας χωρισμένης μητέρας που ξαναπαντρεύεται και θέλει να ασχοληθεί με το γράψιμο.

KΥΔΟΣ

Αυτή η παράξενη λέξη που φέρει ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου της τριλογίας, κάνει αρκετούς αναγνώστες να αναρωτηθούν από πού την ξέρουν και τι ακριβώς σημαίνει. Κύδος είναι η δόξα και το κυδαίνω θα πει δοξάζω, τιμώ.  ( η οδός Κυδαθηναίων είναι σε όλους μας γνωστή, αλλά όχι και ετυμολογικά μάλλον).

Στο τρίτο αυτό βιβλίο, οι εξομολογήσεις και οι μονόλογοι συνεχίζονται όπως και στα δυο προηγούμενα, στο Περίγραμμα και στη Μετάβαση, και η συγγραφέας αφήνεται σχεδόν παθητικά και αμήχανα να αποκαλυφθεί στον αναγνώστη σαν μια απλή θεάτρια της ζωής.

Γράφοντας το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, όπως είπε η ίδια η συγγραφέας, δεν πίστευε πως θα μπορούσε κανείς να το διαβάσει.

Αποσπάσματα:

"Κατά τη γνώμη του, μου είπε, είναι έλλειψη σθένους να αντιμετωπίζουμε τη λογοτεχνία σαν κάτι εύθραστο που χρειάζεται να το υπερασπίζεσαι, όπως έκαναν πολλοί συνάδελφοί του και σύγχρονοι αναγνώστες".

"Είναι εντελώς ντεμοντέ πια ο Έσσε", είπε ο εκδότης μου με μια απορριπτική κίνηση του χεριού. "Έρχεσαι  σχεδόν σε δύσκολη θέση αν σε δουν να τον διαβάζεις".

"Είχε πει μια φορά ότι ο ψυχρός κι εγωιστικός χαρακτήρας του πρώην συζύγου της, τον οποίον κανένας μας δεν είχε αντιληφθεί - κι εκείνη λιγότερο απ' όλους -  ήταν σαν τον καρκίνο: αόρατος, είχε θρονιαστεί στη ζωή της χρόνια ολόκληρα, κάνοντάς την να νιώθει ολοένα και μεγαλύτερη δυσφορία, χωρίς να ξέρει τι της έφταιγε, ώσπου ο πόνος την είχε αναγκάσει να τ' ανοίξει όλα μια και καλή και να τα πετάξει από μέσα της".

"Ένα κομμάτι του εαυτού μου είχε την πεποίθηση ότι αυτή η αμοιβή μού οφειλόταν για όλα εκείνα τα χρόνια του αυτοέλεγχου και της αυτοθυσίας, ένα άλλο όμως απλώς ήθελε να κερδηθεί το παιγνίδι μια κι έξω. Να δείξω σε μια γυναίκα σαν την αδερφή μου πως είναι εφικτό να κερδίσεις την ελευθερία  και την αυτογνωσία χωρίς να σμπαραλιάσεις τον κόσμο ολόκληρο ώσπου να το πετύχεις".

"Μια μικρή προσαρμογή στα γούστα του κοινού, είπε,  μια επιπόλαιη απόφαση να ρίξεις τα χρήματά σου σε κάτι άλλο, και το όλο πράγμα - το παγκόσμιο οικοδόμημα της εκδοτικής παραγωγής, ειδικά λογοτεχνίας, και οι θυγατρικές βοιμηχανίες - θα κατέρρεε από τη μια στιγμή στην άλλη αφήνοντας στη θέση που κατείχε πάντα μόνο τον μικρό βράχο της αυθεντικής λογοτεχνίας".

Η μετάφραση είναι και πάλι από την Αθηνά Δημητριάδου. Εκδόσεις Guterberg.

K.M


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα από τον Άρη Σφακιανάκη, ο οποίος ναι μεν γράφει εξαιρετικά, αλλά αυτή τη φορά έκανε ένα τεράστιο άλμα κατακτώντας την κορυφή της τέχνης του λόγου. Το συγκεκριμένο βιβλίο με έχει ενθουσιάσει και είναι από τα καλύτερα που διάβασα μέσα στο 2019. 

"Η σκιά του Κυβερνήτη" είναι από τα λίγα βιβλία όπου δεν μπορώ να αναφέρω αποσπάσματα, καθώς αν επιχειρούσα να διαλέξω κάποιες φράσεις θα δυσκολευόμουν να μην γράψω κάτι από καθεμιά σελίδα, τι επιλογές να έκανα όταν όλο το κείμενο αποτελείται από αλήθειες και σοφίες; Αλήθειες που καίνε ακόμα και σήμερα, και που εκπλήσσουν τον αναγνώστη καθώς και στις μέρες μας τα ίδια ισχύουν δυστυχώς. 

Δυο κουβέντες βαρύγδουπες και ηχηρές δίνει ο συγγραφέας που περικλείουν όλο το νόημα της ιστορίας του Κυβερνήτη ως τη δολοφονία του: "Ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ένα όραμα για την Ελλάδα. Θα μείνει στην Ιστορία σαν μια ευκαιρία που χάθηκε".

Ο Πέτρος Σκοτεινός φωτίζει άπλετα την καθημερινότητα του Ιωάννη Καποδίστρια από την ώρα που είχε φτάσει στην Ελλάδα για να κυβερνήσει.  Ο σωματοφύλακας του Κυβερνήτη είναι ο αφηγητής που καταγράφει την μυθιστορηματική βιογραφία του Καποδίστρια με τρόπο που συγκινεί και καθηλώνει.

Το βιβλίο του Σφακιανάκη, από τον Κέδρο, είναι ένα κομμάτι από την Ιστορία της χώρας, ένα κομμάτι με πολλές σκιές ανάμεσα στα σκοτάδια της εποχής. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες. 

Κ.Μ

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

    Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας,  αλλά αποτυχημένος πατέρας, το νέο δημιούργημα στη θαυμάσια και πάλι αφήγηση του Ισίδωρου Ζουργού, καθώς επινοεί ήρωες και αντιήρωες στο παράξενο βιβλίο του "Οι ρετσίνες του βασιλιά".


Μια εξαιρετική αφήγηση με στοιχεία από τον Σαίξπηρ και τον βασιλιά Ληρ να εισχωρούν μέσα στην Ελληνική πραγματικότητα συγκεκριμένων εποχών όπου οι αλλαγές γίνονται με τρόπο ραγδαίο και οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να τις ακολουθήσουν.

Τα γηρατειά και το επικείμενο τέλος της ζωής του ανθρώπου φέρνουν στη σκέψη εικόνες από το παρελθόν άλλοτε νοσταλγικές και άλλοτε ενοχικές, εικόνες από το πατρικό, από το χωριό, από την επαρχία όπου πρωταγωνιστεί η ρετσίνα που κάνει κουμάντο στις αποκαλύψεις μυστικών θαμμένων καλά. Η μελαγχολία και η θλίψη, η μοναξιά και η πικρία δημιουργούν αισθήματα συγκίνησης που κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει βαθιά την επιρροή των έντονων εικόνων τις οποίες ο συγγραφέας φτιάχνει τόσο έντεχνα και μαεστρικά.

Αποσπάσματα:

"Καθώς χάζευε τον χριστουγεννιάτικο στολισμό, θυμήθηκε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα πριν από δέκα χρόνια. Είχε δει ένα σωρό  επιχειρήσεις σε κεινη τη χώρα και ήταν πια βέβαιος  πως οι εργάτες που δούλευαν στα αχανή εργοστάσια, όταν άκουγαν τη λέξη Χριστός είχαν στο νου τους τον πιο γενναιόδωρο εργοδότη. Η γέννησή του κάθε χρόνο τούς εξασφάλιζε εκατομμύρια θέσεις εργασίας, όπως και η έλευση εκείνου του χοντρού γέρου με τα κόκκινα ρούχα και τα ελάφια".

"Ο παπα-Τάνκερ στεκόταν στην άκρη του λάκκου και είχε πιάσει το μπουκάλι με το κρασί στο χέρι έτοιμος να το αδειάσει στο φέρετρο, που είχε ακόμα το καπάκι ανοιχτό. Τότε έγινε μεγάλος σαματάς.  Ακούστηκε ένα τραγούδι ιδιαιτέρως ξέφρενο. Οι λίγοι συγγενείς της γριάς και κάποιες γειτόνισσες άρχισαν να κοιτάζονται έκπληκτοι. 'Ηταν γιατί κάποιο κινητό παιάνιζε ανενόχλητο ό,τι πιο ξεσηκωτικό για χορό  μπορείς να φανταστείς:
Με ζαλίζει η ομορφιά σου
Το καυτό το φόρεμά σου..."

"Σου έλεγα, λοιπόν, πως από το '80 και μετά αρχίσαμε να κάνουμε παρέα με πλούσιους. Άλλες συνήθειες αυτοί, άλλος κόσμος. Λεφτά βγάλαμε, αλλά πλούσιοι κανονικοί δεν καταφέραμε να γίνουμε. Πήραμε κάποιους απ' τους τρόπους τους - ιδιωτικά σχολεία, γαλλικά κρασιά, σκι στα βουνά, αν με καταλαβαίνεις..."

"Θυμάσαι τα βράδια της πόλης με τα φώτα, τις ορχήστρες, τις μπουάτ παλαιότερα, κατόπιν τα πιάνο-ρέστοραν όταν ήρθαν στη μόδα; Ήταν όλα τόσο αυτονόητα αθώα, κι εγώ νόμιζα πως θα κρατούσαν για πάντα".

"Το πουκάμισό μου ήταν λεκιασμένο απ' τη ρετσίνα, αξύριστος, τα παπούτσια μου γεμάτα λάσπες. Θεέ μου καλύτερα που έχεις πεθάνει και δε με είδες". 

"Ο ίδιος αναρωτιόταν τι δουλειά είχε εκεί. Αυτοί ήταν γέροι και απλοϊκός λαός, τι θα μπορούσε να πει μαζί τους; Ήταν πολύ κανονικοί και δεν είχε γούστο να είσαι μαζί τους, όπως με τους λεκέδες του Φώτη. Ετούτοι εδώ δεν έπιναν, και μόλις τέλειωναν τα απογευματινά τηλεπαιγνίδια, έπεφταν για ύπνο. Ήταν γέροι αυτοί. Αν ζούσαν στην πόλη, κάθε 1η του μήνα θα περίμεναν έξω απ΄την τράπεζα απ΄τα ξημερώματα για να πάρουν τη σύνταξη".

Αν και το τέλος του βιβλίου δεν με άφησε έκπληκτη ευχάριστα, αυτό το μυθιστόρημα, όπως και όλα τα προηγούμενα του συγγραφέα, είναι απολαυστικό και διαβάζεται με ενδιαφέρον. Σίγουρο αυτό.

Κ.Μ

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Aξιόλογη λογοτεχνία για παιδιά, αλλά σαφέστατα  και για μεγάλους.  Διάβασα με φοβερό ενδιαφέρον και τα δυο βιβλία ξεχνώντας (ή αγνοώντας) ότι αφορούσαν διαφορετικές ηλικίες από τη δική μου.

"Η ΠΥΞΙΔΑ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ" είναι ένα σημαντικό (και βραβευμένο) βιβλίο για πραγματικές ιστορίες από τη ζωή του Άλμπερτ Αϊστάιν, που προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον γνωστοποιώντας στοιχεία σχετικά με την εξυπνάδα, τη φαντασία, τη γνώση, τη διαφορετικότητα, τον χαρακτήρα. 

Αποσπάσματα:

"Ο Αλβέρτος έγειρε το βλέμμα στο χώμα, έβηξε και σκούπισε ελαφρά τη μύτη του. Μετακινήθηκε μόλις τρία βήματα παρακάτω και ανέσυρε πάλι κρυφά απ΄την τσέπη του την πιστή του φίλη. Αυτήν που αλάνθαστα του έδειχνε την πορεία που έπρεπε να ακολουθά. Ο μοναδικός, ίσως, λόγος για τον οποίο άρχισαν κάποιοι να τον γλυκοκοιτάζουν. Μακάρι να μπορούσε να μου δείξει και τον τρόπο να ξεφύγω από τις κοροϊδίες και τις προσβολές του! σκέφτηκε και ευθύς τον πήραν κρυφά τα κλάματα".

"Ώσπου να καταφέρει ο Αλβέρτος να ξεδιπλωθεί, ο Χανς είχε φτάσει ήδη στο τελευταίο θρανίο, δίπλα από την τσάντα του Φρανκ. Άνοιξε κρυφά την μπροστινή θήκη, αλλά δε φάνηκε να βρίσκει κάτι. Συνέχισε το ψάξιμο στη μεγαλύτερη, όταν ξαφνικά του ξέφυγε ένα επιφώνημα μεταξύ έκπληξης και ικανοποίησης.
"Βρήκες κάτι;" ψιθύρισε ο Αλβέρτος κλεισμένος στο καβούκι του.
Ο Χανς, με υψωμένη την παλάμη στον αέρα, κρατούσε την πυξίδα όπως ένας σύγχρονος Ηρακλής που εκτελούσε την Λερναία Ύδρα για χάρη του Ευρυσθέα.
Ο Αλβέρτος δεν πίστευε στα μάτια του. Άπειρες σκέψεις τον κατέκλυσαν σαν καταιγίδα, μα δεν υπήρχε χρόνος να τις συμμαζέψει".


"Η συνάντηση των 5 + 2 "  από την ίδια σειρά και από τον ίδιο συγγραφέα, τον βραβευμένο Αντώνη Σέργη, κρύβει εκπλήξεις, καθώς αγγίζει με ιδιαίτερη προσοχή το θέμα της εξαφάνισης παιδιών και την λανθασμένη χρήση του διαδικτύου. Ομολογώ ότι με εντυπωσίασε το κείμενο, απόλαυσα τους έξυπνους διάλογους, το χιούμορ που διακατέχει το τόσο επίκαιρο θέμα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι χρήστες μπορεί να είναι παιδιά κάτω των δεκατριών χρονών ενώ συχνά να απουσιάζει ο γονεϊκός έλεγχος. Ας μην ξεχνάμε ότι η αξιοποίηση της τεχνολογίας με τις απεριόριστες δυνατότητες που προσφέρει, μπορεί να λειτουργήσει με ποικίλους τρόπους, είτε καταστροφικούς, είτε αποτελεσματικούς και ευεργετικούς. Έρευνες δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό νέων επικοινωνεί με αγνώστους στο διαδίκτυο με πολύ τραυματικά επακόλουθα. 

Το βιβλίο αυτό θα αγαπηθεί από όλα τα παιδιά, αλλά πρωτίστως από όσα αγαπούν τα μαθηματικά. Γιατί "τα μαθηματικά είναι απλά. Πέντε συν δύο ίσον εφτά. Τι γίνεται όμως όταν η συνάντηση πέντε άγνωστων μεταξύ τους παιδιών με δύο εγκληματίες δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να έχει βέβαιο αποτέλεσμα;"

Αποσπάσματα:

"Ωραία. Τώρα που έχουμε τελειώσει το υπέροχο δείπνο μας, κι επειδή απ' ό,τι φαίνεται δεν έχει επιδόρπιο, τι θα λέγατε να συνεχίσουμε την έρευνα; Να δούμε τι άλλο μπορούμε να ανακαλύψουμε για την απαγωγή μας; Ή μόνο εγώ είμαι που θέλω διακαώς να πάω στο σπίτι μου το συντομότερο;" Ο Άλκης από την αρχή προσπαθούσε να συντονίσει τις ενέργειες και τις σκέψεις όλων προς έναν συγκεκριμένο στόχο. Αυτόν της λύσης της πολιορκίας τους".


"Όλα έκρυβαν τον αριθμό 1,618. Έπειτα εξέταζε την ίδια αρμονία στη φύση. Μετρούσε τη διάταξη των φύλλων γύρω από τον μίσχο ή τα πέταλα στις μαργαρίτες για να επιβεβαιώσει τον χρυσό λόγο, Η τελειότητα της φύσης ήταν συναρπαστική για τον Άντι. Κι όταν μεγάλωσε συνέχισε να ψάχνει τη θεϊκή, όπως ονομάστηκε, αναλογία στους πίνακες του Λεονάρντο ντα Βίντσι, στην αρχιτεκτονική του Φειδία για τον Παρθενώνα, στη μουσική του Μότσαρτ. Οι εφαρμογές του αριθμού φ ήταν απίστευτες".

Τα βιβλία αυτά αποτελούν ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δώρο. Πρόκειται για διαμάντια της νεανικής λογοτεχνίας!  Συγχαρητήρια στον Αντώνη Σέργη! (και βέβαια στις εκδόσεις Ψυχογιός).

Κ.Μ

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Μεταπολεμικό Παρίσι, ιστορικό μυθιστόρημα, ήρωες γνωστοί συγγραφείς και πρωταγωνιστής ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ένα ακόμα βιβλίο για τον Χέμινγουεϊ; 
Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο όπου η συγγραφέας διηγείται τη ζωή της ως Χάντλι, πρώτη σύζυγος του Έρνεστ και εστιάζεται περισσότερο στα χρόνια που έζησαν στο Παρίσι, αποκαλύπτοντας άπειρες σκηνές από την προσωπική και κοινωνική τους ζωή. 

Σαν σινεμά οι εικόνες περνούν καθαρά από μπροστά μας και ζούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής του Μεσοπολέμου, γινόμαστε παρέα με τους διάσημους συγγραφείς και ποιητές, γνωρίζουμε τον Έρζα Πάουντ και τον Σκοτ Φίτζερλαντ, σμίγουμε με την μποέμ διάθεση, γεμίζουμε τα ποτήρια μας συνεχώς, κατανοούμε τους θυελλώδεις έρωτες.

Το διάβασα με τεράστιο ενδιαφέρον και συνεχώς μου έρχονταν στη μνήμη προηγούμενα βιβλία του Χέμινγουεϊ, καθώς στους διαλόγους γίνονται αναφορές για τις τραυματικές εμπειρίες του συγγραφέα όταν ήταν στρατιώτης στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και σε άλλες φάσεις της ζωής του, όταν παιδευόταν να εκδώσει κάποιο βιβλίο του.

Θα δώσω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ μου ήταν ακόμη εν πολλοίς άγνωστος, όμως φαινόταν να παίζει την ευτυχία στα δάχτυλά του".

"Οι φιλοδοξίες του για το συγγραφικό του έργο ήταν πανίσχυρες και παντελείς. Η γραφή ήταν για τον Έρνεστ ό,τι ήταν για άλλους ανθρώπους η θρησκεία - και ωστόσο εξακολουθούσε να διστάζει να στείλει τις συστατικές επιστολές του Σέργουντ Άντερσον σε οποιονδήποτε διάσημο εκπατρισμένο Αμερικανό στο Παρίσι. Εγώ υπέθετα ότι φοβόταν μήπως τον απορρίψουν αυθωρεί και παραχρήμα. Αισθανόταν πιο άνετα να συναναστρέφεται ανθρώπους από την εργατική τάξη του Παρισιού".

"Είναι από τα πράγματα που σου κάνει ο πόλεμος. Ό,τι βλέπεις έρχεται και αντικαθιστά στιγμές και πρόσωπα από την προηγούμενη ζωή σου ώσπου δεν μπορείς να θυμηθείς για ποιον λόγο τα θεωρούσες σημαντικά. Και δεν είσαι σε καλύτερη μοίρα αν δεν είσαι στρατιώτης ο ίδιος. Η επίδραση είναι η ίδια".

"Είχε στείλει μερικά αντίτυπα στην οικογένειά του, μόλις βγήκαν από το τυπογραφείο κι εκείνοι του τα είχαν επιστρέψει μ' ένα παγερό γράμμα από τον πατέρα του Έρνεστ που έλεγε ότι ο ίδιος και η Γκρέις δεν αισθάνονταν άνετα να έχουν τέτοιο υλικό μέσα στο σπίτι τους. ΄Ηταν επιεικώς χυδαίο και βλάσφημο. Ήθελαν κάθε καλό γι' αυτόν και ήλπιζαν κάποια μέρα να βρει τον τρόπο να αξιοποιήσει το θεόσταλτο ταλέντο του για να γράψει κάτι αμέμπτου ηθικής και αρετής. Ως τότε δεν υπήρχε λόγος να αισθάνεται υποχρεωμένος να τους στέλνει ό,τι εξέδιδε. Αυτό το γράμμα πόνεσε πολύ τον Έρνεστ. Ό,τι κι αν έλεγε, βαθιά μέσα του εξακολουθούσε να αποζητά την αποδοχή της οικογένειάς του.
"Στο διάβολο να πάνε", είπε αλλά κράτησε το γράμμα, διπλώνοντάς το προσεκτικά και βάζοντάς το στο συρτάρι όπου φυλούσε όλη τη σημαντική αλληλογραφία του. "Η οικογένεια μπορεί να είναι ολέθριο πράγμα", έλεγε και ξανάλεγε, και τώρα έβλεπα ξεκάθαρα τι εννοούσε. Όπως έβλεπα και πώς αξιοποιούσε το πλήγμα, πώς το αντιπάλευε εντείνοντας την προσπάθειά του να τους δείξει πως δεν είχε ανάγκη ούτε την αγάπη τους ούτε την επιδοκιμασία τους".

Κ.Μ

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019



Ο Λέιφ Πέρσον γεννήθηκε το 1945 στη Στοκχόλμη. Είναι διάσημος εγκληματολόγος, κορυφαίος μελετητής ψυχολογικών προφίλ στη Σουηδία και μυθιστοριογράφος. Έχει χρηματίσει σύμβουλος στο σουηδικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εργάστηκε ως καθηγητής εγκληματολογίας στην αστυνομική υπηρεσία της Σουηδίας από το 1992 μέχρι το 2008. Είναι γνωστός για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα και για τις συχνές εμφανίσεις του στην τηλεόραση ή τις παρεμβάσεις του στις εφημερίδες ως ειδικός σχολιαστής σε περιπτώσεις αξιοσημείωτων εγκλημάτων.


Τα μέσα ενημέρωσης ζητούν συχνά τη γνώμη του ως του επιφανέστερου ειδικού της χώρας γύρω από το έγκλημα. Το 1987 έχασε τη δουλειά του εξαιτίας των αποκαλύψεων που έκανε για ένα σκοτεινό πολιτικό σκάνδαλο.


Ο Πέρσον έφτασε στα όρια της αυτοκτονίας, αλλά σύντομα αποκαταστάθηκε και επέστρεψε ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Η περιπέτεια αυτή αποτέλεσε την έμπνευση για το πρώτο του μυθιστόρημα.


Αυτά αναφέρονται στο βιογραφικό του συγγραφέα (από το ΕΘΝΟΣ)


Ο ντετέκτιβ Μπέκστρεμ, παρά τα διάφορα προβλήματα στην ψυχολογία του και στην υγεία του, είναι επικεφαλής της ομάδας που θα ερευνήσει τις συνθήκες για έναν περίεργο φόνο ενός νεαρού διανομέα εφημερίδων. Η δικαιοσύνη και η τύχη θα παίξουν μεγάλο ρόλο στην ιστορία, κι "αυτός που σκοτώνει τον δράκο" δεν θα μοιάζει με τον Άη Γιώργη.


Απόσπασμα:


"Η αστυνομία της γειτονιάς στην Τένστα και στο Ρίνκεμπυ είχε σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της αφιερώσει τους περισσότερους πόρους της στην καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους κατοίκους της περιοχής. Το ενενήντα τοις εκατό από αυτούς ήταν μετανάστες από κάθε δεινοπαθούσα γωνιά του κόσμου. Η πλειονότητά τους, πρόσφυγες από χώρες όπου δεν τους επιτρεπόταν να σκέφτονται, ούτε καν να ζουν. Δεν είχε αποδειχτεί εύκολο, και το γεγονός ότι το ενενήντα τοις εκατό όσων δούλευαν για την αστυνομία της γειτονιάς ήταν συνηθισμένοι Σουηδοί δεν είχε κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Σουηδοί πάππου προς πάππου ή ίσως δεύτερης ή τρίτης γενιάς μετανάστες. Πλήρως ενσωματωμένοι στη σουηδική κοινωνία, ριζωμένοι ήδη στο σουηδικό έδαφος.


Η καταπολέμηση του εγκλήματος είχε παγιδευτεί στη μέση. Όλες οι συνηθισμένες δραστηριότητες της αστυνόμευσης είχαν μείνει πίσω. Εδώ το ζήτημα ήταν η οικοδόμηση γεφυρών ανάμεσα στους ανθρώπους, η δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης. Το ζήτημα ήταν τα πιο απλά πράγματα, όπως το να είναι σε θέση να μιλούν μεταξύ τους".


Κ.Μ

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ποια αλήθεια κρύβεται πίσω από φοβερά μυστικά; Και μέσα από την ιστορία του, ο γνωστός Τούρκος συγγραφέας, ποια πολιτικά ζητήματα θέλει να μας αναφέρει εν είδει καταγγελίας;

Ο Αχμέτ Ουμίτ μας μπάζει όχι μόνο στην αστυνομική ατμόσφαιρα του μυστηρίου, αλλά και στην άλλη ατμόσφαιρα της πόλης και της νοοτροπίας της ιστορικής συνοικίας του Πέρα. Αστυνομική λογοτεχνία με έντονο συναισθηματισμό και πολλά κοινωνικοπολιτικά μηνύματα. 

Η δολοφονία απέχει από τον συνήθη θάνατο. Παίρνει άλλη διάσταση για το τέλος ενός ανθρώπου. Και δη ενός ωραίου νέου άντρα που βρίσκεται δολοφονημένος στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, στο περίφημο Πέρα.

Το μυστήριο καλείται να διελευκανθεί το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, αλλά θα ακολουθήσουν κι άλλοι φόνοι και το κουβάρι των εγκλημάτων θα μπερδευτεί κάμποσο ανάμεσα σε έρωτες, που μας παίρνουν πίσω στα γεγονότα του 1955 με  τουςΈλληνες της Πόλης να περνούν δύσκολα και απάνθρωπα.

Η συναρπαστική πλοκή μέσα στην ανατολίτικη ατμόσφαιρα καθηλώνει και όσοι έχουμε πάει στο Πέρα, διαβάζοντάς το ανακαλύπτουμε οικείες εικόνες, ονόματα ελληνικά εδώ κι εκεί, καθώς οι περίτεχνες περιγραφές μας μεταφέρουν στην πλατεία Ταξίμ και κάποιες αναμνήσεις μας αμέσως εμφανίζονται και σμίγουν με τις λέξεις του συγγραφέα. 

Λογοτεχνία με χρώμα αστυνομικό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό.  Οι κώδικες ζωής έχουν σημαντικό ρόλο στα πίσω σοκάκια του Πέρα, στην πιο όμορφη γειτονιά της Πόλης.

Αποσπάσματα:

"Το συμβάν έγινε κατά το πρωί, πώς το' μαθες;"
Τίναξε πίσω το κεφάλι σαν να προσβλήθηκε.
"Τι λέτε τώρα, κύριε αστυνόμε μου; Αυτή εδώ είναι η γειτονιά μας. Γάτα να ψοφήσει, τζάμι να σπάσει, αμέσως το μαθαίνουμε".

"Μα ποιος είναι αυτός;" Κι ο Αλή είχε παρατηρήσει τον τολμηρό συγγραφέα.
"Πώς τον λένε να δεις..." έκανε η Ζεϊνέπ. "Το ξέρω το όνομά του. Είναι συγγραφέας. Γράφει αστυνομικά. Έχει ένα βιβλίο με τον τίτλο Η ραψωδία του Πέρα. Περίεργο μυθιστόρημα. Αμφιταλαντεύομαι να πω ότι ήταν καλό ή το αντίθετο. Δήθεν μιμήθηκε την Αγκάθα Κρίστι. Όμως δεν είναι σαν τα συνηθισμένα αστυνομικά. Έκρυψε πολύ καλά τον δολοφόνο, αλλά μου φάνηκε πως θεωρούσε ηλίθιο τον αναγνώστη. Όμως ας μην τον αδικήσουμε. Έγραψε ωραία την ιστορία του Πέρα". 

Κ.Μ

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

Γαλλική Ριβιέρα 1956. Πολυτέλεια στο φόντο, αστυνομική δράση, εγκληματίες πολέμου, κρυφές κινήσεις, μακάβριες σκηνές και κυρίως αδίσταχτος υπόκοσμος. 

Η ιστορία ξεκινά έτσι:

"Χθες προσπάθησα να αυτοκτονήσω. Δεν ήταν τόσο ότι ήθελα να πεθάνω, όσο να σταματήσει ο πόνος. Η Ελίζαμπετ, η γυναίκα μου, με άφησε πριν από λίγο καιρό και μου λείπει πολύ. Αυτή ήταν η μία πηγή πόνου, και μάλιστα μεγάλη, πρέπει να ομολογήσω. Ακόμη και ύστερα από έναν πόλεμο στον οποίο σκοτώθηκαν τέσσερα εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, είναι δύσκολο να βρεις Γερμανίδα σύζυγο. Ένας άλλος σοβαρός πόνος στη ζωή μου όμως ήταν, φυσικά, ο ίδιος ο πόλεμος και όσα μου συνέβησαν τότε, όπως και στα σοβιετικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου αργότερα. Γεγονός που ίσως έκανε την απόφασή μου να αυτοκτονήσω παράδοξη, αν σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω στη Ρωσία· το να μένω ζωντανός όμως ήταν πάντα για μένα μάλλον συνήθεια παρά συνειδητή επιλογή. Υπό το καθεστώς των ναζί έμεινα ζωντανός για χρόνια από καθαρή ξεροκεφαλιά. Έτσι, νωρίς ένα ανοιξιάτικο πρωί ρώτησα τον εαυτό μου: «Γιατί δεν αυτοκτονείς;» 


Θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο είναι το πιο σκληρό του Philip Kerr, όπου το νουάρ σμίγει με τα δεινά του πολέμου, όπου ο ανθρώπινος νους γίνεται αιτία να χαθούν χιλιάδες αθώες ψυχές. 
Στην Κυανή Ακτή, ανάμεσα στο μπριτζ και στην ομοφυλοφιλία, πλέκονται διάφορα μυστήρια και μια ψυχρή δολοφονία, ακολουθούν εκβιασμοί, εξελίξεις και βέβαια ανατροπές.

Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τον κύριο ρόλο δεν τον έχει το αστυνομικό όπως θα νομίζαμε με την πρώτη ματιά, αλλά τον ρόλο τον μοιράζεται το αστυνομικό με την Ιστορία και αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει από άλλα νουάρ.

Το παρελθόν, το σκοτεινό παρελθόν, είναι επίσης πρωταγωνιστής εδώ. Παλιές αμαρτίες, μια ύποπτη φωτογραφία, μια αισχρή προδοσία, θα φανούν σαν την ακρούλα που θα ξετυλίξει το νήμα.  Τα ίχνη των ναζιστών θα αρχίσουν να αχνοφαίνονται. 
Και η τραγικότητα της πραγματικότητας του παρελθόντος, θα μας φανερωθεί με την αριστουργηματική τέχνη του Κερ, ο οποίος δεν είναι πια στη ζωή δυστυχώς.

Αστυνομική λογοτεχνία κατά του πολέμου. Έτσι θα το χαρακτήριζα αυτό το βιβλίο.

Κ.Μ

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

"Είδα πέρα στο δρόμο μια νέα γυναίκα που έσερνε ένα καροτσάκι μ' ένα μωρό. Και βούρκωσα. Μπορεί να έχω και δυο δεκαετίες ακόμη μπροστά μου, σκέφτηκα. Τα καλά χρόνια όμως έχουν φύγει ανεπιστρεπτί κι εγώ σαν να μην τα χόρτασα". 

"Πόσο πάσχιζα να ανέχομαι τον δικό του εγωισμό, τις ιδιοτροπίες, τις εμμονές, τις απαιτήσεις του και πιο πολύ τη βαθιά αδιαφορία του για μένα".

"Απ΄τη ζωή στο όνειρο, στον ύπνο, στο θάνατο και πάλι στη ζωή. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Όρθια ακόμη, εκνευρισμένη χωρίς κανένα λόγο. Από ώρα το ηθικό μου είχε πέσει πάλι. Πώς γίνεται και πέφτει; Πώς γίνεται και ανεβαίνει, σαν τον καιρό, απ' το χειμώνα στο καλοκαίρι, μέσα σ' ένα μισάωρο, τα πάνω κάτω".

"Και ξαφνικά μου ήρθαν σαν παφλασμός, ταραχή μεγάλη, τα μάτια των κοριτσιών μου. Της μικρής μου πρασινωπά. Της μεγάλης μου προς το μαύρο. Της μεσαίας μου προς το γκρίζο. Ωραία μάτια. Πότε να νοιάστηκα αυτά τα μάτια; Να κοιτάξω βαθιά μέσα τους, να προσπαθήσω να μαντέψω τι κρύβουν, τις ακυρώσεις, τις διαψεύσεις, όλα αυτά, τέλος πάντων (της σύγχρονης ορολογίας) που, όπως λένε, βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Πότε τις ρώτησα, όχι για το ένα και για το άλλο, αλλά για το Ένα και το Μοναδικό; Τους ξένους μόνο ξέρω να κοιτάζω και να προσπαθώ, τάχα μου, να τους ψυχολογήσω, να τους συμπονέσω. Άι να χαθώ. 'Ωρες ώρες δεν υποφέρω την εγωπάθειά μου, την υποκρισία μου μπορώ να πω. Αλλά και πάλι όχι υπερβολές. Μην είμαι και άδικη με τον εαυτό μου. Εγώ για τις κορούλες μου τα έδωσα και τα δίνω όλα".

"Κι εκεί, στην προσπάθειά μου να γλιτώσω απ' την τηλεόραση, μιας και το διάβασμα δεν με τραβάει, έπεσα με τα μούτρα, είπαμε, στον υπολογιστή, πασιέντζες ως επί το πλείστον. Και από τότε που συνδέθηκα με το ίντερνετ, εδώ κι έναν χρόνο, πλήρης η απασχόληση!"

 Η εξομολόγηση, η ψυχανάλυση, ο μονόλογος. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές. Ο κόσμος της ψυχής μιας ηλικιωμένης γυναίκας που ξυπνά και κοιμάται με παρέα της τη μοναξιά. Πολλές αφηγήσεις θυμίζουν κάτι που συμβαίνει εδώ κι εκεί, η πραγματικότητα είναι παρούσα και η πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχοσύνθεσης είναι επίσης παρούσα.

Ο απολογισμός, οι πολλοί απολογισμοί, έρχονται μέσα από ενοχές και αιχμηρές αναμνήσεις. "Με όχημα το φέισμπουκ",  ξεκινά το ταξίδι της αλήθειας.

Αυτά που φαίνονται ξεκάρφωτα, καθόλου τέτοια δεν είναι. Κάθε φράση είναι μελετημένη, οδεύει προς την αναζήτηση του πριν, αυτό το πριν που καίει τα έσω. Προς το ταξίδι με προορισμό την αυτογνωσία μέσω της κάθε ανάμνησης. Δεν φοβάται να ομολογεί και να ομολογεί το ένα και το άλλο. Να εκτεθεί προς τον εαυτό της, να θυμηθεί βιώματα που κανονικά θα ήθελε να ξεχνούσε διά παντός. Όχι, δεν διστάζει να αποκαλύπτεται, να φανερώνει κάθε πονεμένη πτυχή της ψυχής της. 

   Το κείμενο ζωντανεύει τα τραύματα μιας γυναίκας που ταυτίζεται με τόσες άλλες της σημερινής εποχής, παρόμοιες προσωπικότητες, παρόμοιες μύχιες σκέψεις, ίδιες σχεδόν ζωές, ίδιες ντροπές. 

Από τότε που πρωτογνώρισα την "Αρχαία σκουριά", στα νιάτα μου, διαβάζω κάθε βιβλίο της Μάρως Δούκα με πάντα το ίδιο ενδιαφέρον και πάντα με την ίδια απόλαυση. Ομολογώ ότι ο τίτλος "Πύλη εισόδου", με παρέπεμπε σε άλλου είδους κείμενο, αλλά αυτό το συγκεκριμένο τελικά ήταν μια έκπληξη. Και μια αποκάλυψη. 

Κ.Μ

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Iστορίες ζωής, κομμάτια από μια ζωή, εμπειρίες και αναμνήσεις από την ανάποδη της ζωής. Βιογραφία και μυθοπλασία μπερδεύονται. Ή όχι; Ποια βιώματα φωτίζονται έντονα και ποιες μύχιες σκέψεις αποκαλύπτονται καθώς ξεδιπλώνεται η ζωή της συγγραφέως; Καθώς ξεδιπλώνεται αντίστροφα αφού η αυτοβιογραφία και ο χρόνος δεν πάνε δίπλα δίπλα.

Προχωρώντας την ιστορία ανάποδα, η Αμάντα Μιχαλοπούλου στο "Μπαρόκ", φτάνει στη γέννησή της μέσα από ενδιαφέροντα δείγματα γραφής, επιστολές και διηγήσεις, με λεπτομέρειες που μπορεί να σημαίνουν πολλά.

Ο εαυτός της άλλοτε μας αποκαλύπτεται ωραίος και ακέραιος και άλλοτε μοιάζει να πλέει μέσα σε δυσβάσταχτα κύματα, συνεχίζοντας πάντα να θέλει να τα καταφέρει. Διαπερνώντας μέσα από εναλλασσόμενες εικόνες, μια έτσι μια αλλιώς, χωρίς γεωμετρία, σαν το ακανόνιστο μαργαριτάρι, το "μπαρόκ" χαρακτηρίζεται από τις έντονες αντιθέσεις, από την πλημμύρα συναισθημάτων, την υπερβολή στην λεπτομέρεια αναδεικνύοντας την ασημαντότητα σε σπουδαιότητα.

Ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το, λες ναι στη ζωή όπως κι αν έρθει. Μπαρόκ είναι η επιλογή να ζεις αληθινά, να πάρεις απόφαση να ζεις ακόμα και με σπαραγμό αν εκεί οδηγηθείς.

Οι αναμνήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον καθώς εστιάζουν στο ασυνήθιστο. Ένας ξένος που την "παρατηρεί όχι με βλέμμα άντρα που θαυμάζει ή χαζεύει, αλλά ανθρώπου που δουλεύει". Συγγραφέας συμπεραίνει εκείνη και τον αφήνει να κάνει τη δουλειά του. (Δίδυμοι).  Η ανάμνηση ενός ταξιδιού που καταλήγει για λίγο σ' ένα μοτέλ στον ιταλικό αυτοκινητόδρομο, όπου η συγγραφέας προσπαθεί να θυμηθεί το όνομα της ιδιοκτήτριας "πώς την έλεγαν; Ορτάνς, Βιολέτ; κάποιο όνομα λουλουδιού πάντως" (Anima). Έτσι, οι διάφορες λεπτομέρειες, πινελιές μικρές σ' έναν τεράστιο πίνακα, κάνουν το κείμενο να γίνεται άκρως ενδιαφέρον και η εξιστόρηση να φτάνει στον πυρήνα της ουσίας, της αυτούσιας αποκάλυψης.

Και η ανίχνευση του εαυτού συνεχίζεται με πολλές στιγμές ώσπου να καταλήξει στην μήτρα, στην μητρική φωλιά προτού να δει το φως του κόσμου. Όπως διπλώθηκε σε πολλές πτυχές μια ζωή, πενήντα τότες πτυχές, έτσι σιγά σιγά ξεδιπλώνεται, ελεύθερα, χωρίς φόβο και πάθος. Και με το ξεδίπλωμα αυτό, ο αναγνώστης σαν να θέλει κι αυτός να συμπαρασταθεί στον εαυτό του, να τον συντρέξει, να εξηγήσει κάθε του δράση και κάθε του αντίδραση.

Κ.Μ

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Mετά τον "Λιμό", έρχεται το δεύτερο βιβλίο του Πάνου Αμυρά,"Τα λύτρα", κι αυτό αστυνομικό με χοντρές πινελιές  ιστορικού, να συναντάμε ξανά τον Αγραφιώτη, κι αυτή τη φορά να μπερδεύεται με τα νήματα του Κακού, να παιδευτεί ανελέητα ως να καταφέρει να τα ξεμπλέξει. 

Μέσα στο πληγωμένο φθινόπωρο του 1943, στην Αθήνα ξαφνικά εξαφανίζονται δυο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, ενώ έπαιζαν μαζί. Πρόκειται για την εξάχρονη κόρη διπλωμάτη της Γερμανικής πρεσβείας και τον πεντάχρονο γιο της υπηρέτριας και του κηπουρού του, που είναι Έλληνες.

Για να εξιχνιαστεί η υπόθεση της απαγωγής των παιδιών, ο Νίκος Αγραφιώτης θα διεισδύσει στα άδυτα της Ειδικής Ασφάλειας και οι εικόνες γίνονται πολύ σκληρές. Οι καταδότες δρουν ανεξέλεγκτα για ένα πιάτο φαγητό. Ο υπαστυνόμος Αγραφιώτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με προδότες και θα αναγκαστεί να συνεργαστεί μαζί τους προκειμένου να βρεθούν σώα τα δυο παιδιά. Μαύρη εποχή, μαύρες και οι ψυχές των ανθρώπων, κι είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς ανθρώπινος μέσα σε όλο αυτό το χάος και τις συνθήκες διαφθοράς.

Αν και τα αστυνομικά δεν είναι το αγαπημένο μου είδος, τα βιβλία του Αμυρά έχουν περισσότερο ιστορικό χρώμα παρά μυστηριώδες. Διαβάζονται με ενδιαφέρον καθώς πάρα πολλές αναφορές γίνονται σε πραγματικά γεγονότα που συντάρραξαν την νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Μπορεί ακόμα να διακρίνει κανείς και μια ψυχολογική στρώση πάνω στην μυθοπλασία, καθώς το καλό παλεύει με το κακό και η ηθική μάχεται να μείνει αλώβητη, η ανθρωπιά να αντισταθμιστεί με την αλλοτρίωση.

Κ.Μ
Πολλοί άνθρωποι ζουν για χρόνια με κάποιον που δεν γνωρίζουν στην ουσία από τι ακριβώς πάσχει, με αποτέλεσμα να δηλητηριάζει τη ζωή τους και να μην ξέρουν τι να κάνουν για να τον αλλάξουν. Δεν θα αλλάξει. 

Αν κάποιος μιλά πολύ για τον εαυτό του, δεν κάνει στο ταίρι του ποτέ αυτή την απλή ερώτηση: πώς νιώθεις εσύ; είναι προφανές ότι το άτομο είναι ακατάλληλο για σχέση και πολύ περισσότερο για γάμο. 
Αν πληγώνει τον άλλον και μετά δικαιολογεί τον εαυτό του με φράσεις όπως "απλά αστειευόμουν", "είσαι πολύ ευαίσθητη", "δεν το εννοούσα έτσι" ή ακόμα χειρότερα  μπορεί να αρνείται κάτι που έχει πει, χρησιμοποιώντας εκείνο το "εγώ ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο", τότε θα πρέπει να κάνει κανείς κάτι για να σωθεί από το άτομο αυτό.

Οι άνθρωποι με ναρκισσιστική προσωπικότητα είναι πάντα τοξικοί και προκαλούν μεγάλη ζημιά σε όποιον ζει μαζί τους, αν και συνήθως είναι άτομα με καλή κοινωνική θέση, σημαντικό επάγγελμα, μέσω του οποίου έχουν τη δυνατότητα να βοηθούν κόσμο και να νιώθουν σπουδαίοι.

Από δικές τους ανασφάλειες προσπαθούν να επιβληθούν στον άλλο και συνήθως αυτά τα άτομα έχουν κάποια κενά ή τραύματα από τα πολύ παλιά χρόνια για τα οποία δεν δούλεψαν ποτέ. Τους λείπει εντελώς η ενσυναίσθηση, δεν έχουν την ικανότητα να νιώσουν τα αισθήματα κάποιου άλλου και να ανταποκριθούν, αφού το να αρχίσουν να ανησυχούν για κάποιον το θεωρούν σπατάλη χρόνου, κάτι που δεν είναι διαθέσιμοι να κάνουν. 
Τα άτομα αυτά είναι επικίνδυνα και καταστροφικά, κι όμως πολλοί ζουν μαζί τους παντρεμένοι για δεκαετίες προτού ανακαλύψουν με ποιον στ' αλήθεια είχαν δέσει τη ζωή τους. 

Τι σπατάλη ζωής! Κι όμως ποτέ δεν είναι αργά. Αν ο άνθρωπος με τον οποίο ζείτε δεν έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τη ζωή σας, δεν σας ακούει όταν μιλάτε, θέλει να κυριαρχεί πάντα σε κάθε συζήτηση, μονοπωλεί τον διάλογο, δεν σας αφήνει να μιλήσετε για εσάς, έχει το αίσθημα του δικαιώματος να καταχράται και να χειρίζεται, να ψεύδεται με φυσικότητα για να προστατεύσει τον εαυτό του, τον βλέπετε να πλέει μέσα σε μεγαλειώδη υπεροψία, να θεωρεί τον εαυτό του τίμιο, καλό, ευγενικό, αν ζείτε με έναν τέτοιο τύπο, μην περιμένετε ποτέ ότι το τέρας θα γίνει πρίγκιπας, αυτό το παραμύθι δεν συμβαίνει στην πραγματική ζωή.

Νομίζω πως έχει ήδη απαντηθεί το ερώτημα του τίτλου του καταπληκτικού αυτού βιβλίου της κλινικής ψυχολόγου Ραμάνι Ντυρβάσουλα:
 "ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΩ Η ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΩ; Βιώνοντας μια σχέση με έναν ναρκισσιστή".

Κ.Μ

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Διάβασα τον "Λιμό" του Πάνου Αμυρά και μόλις κυκλοφόρησε το επόμενο βιβλίο του "Τα λύτρα", δεν άντεξα να μην το ρουφήξω κι αυτό, ανακαλύπτοντας μέσα από τους ίδιους ήρωες με εκείνους του "Λιμού", μια καινούρια ενδιαφέρουσα περιπέτεια.

Στον "Λιμό" η ιστορία ξεκινά από μια πολύ παράξενη σκηνή όπου ένας Γερμανός λοχαγός πέφτει ξαφνικά από τον δεύτερο όροφο του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία. Ο Γερμανός φαίνεται να έριχνε κάτω στο πεζοδρόμιο κομμάτια ψωμιού κοιτώντας τα νηστικά παιδιά που ορμούσαν να μαζέψουν τα ψίχουλα για να τα φάνε. Βρισκόμαστε στο χειμώνα του 41, την πιο άσκημη εποχή για την Ελληνική πρωτεύουσα, καθώς ο κόσμος λιμοκτονούσε και η ζωή έβαινε προς τις πιο άθλιες και εφιαλτικές περιόδους της.

Ο Γερμανός πέφτοντας θα τσακίσει δυο ελληνόπουλα, παιδιά που μάζευαν τα ψίχουλα από κάτω. Το θέμα είναι πως η πτώση του Γερμανού από την Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν ατύχημα, αλλά δολοφονία. Αυτή η μυστηριώδης υπόθεση θα απασχολήσει τον υπαστυνόμο Νίκο Αγραφιώτη του οποίου οι προσπάθειες για την τελική διελεύκανση της δολοφονίας, θα τον οδηγήσουν μέσα σε δρόμους που ακολουθούσαν άνθρωποι της διαφθοράς και της παρανομίας, και παράλληλα θα μας οδηγήσει κι εμάς τους  αναγνώστες μέσα στις εικόνες εξαθλίωσης της Αθήνας, τότε που η ανθρώπινη ζωή έχανε την υπόσταση της και η αξία της έπεφτε στο μηδέν, καθώς ο κόσμος πιανόταν στα μαύρα δίχτυα του φονικού λιμού.

Οι ιστορικές αναφορές σε συνδυασμό με το αστυνομικό μυστήριο κάνει το μυθιστόρημα αυτό ένα συναρπαστικό κείμενο με σκηνές που αλληλοσπαράζονται και διεκδικούν την πραγματικότητα από τη μια και το αναληθές από την άλλη. 
Γιατί εκεί όπου αναμιγνύεται η Ιστορία με τη μυθοπλασία, εκεί όπου σμίγει η αλήθεια μιας εποχής με τη φαντασία του συγγραφέα, φτιάχνεται το δίχως άλλο κάτι πολύ καλό!

Κ.Μ

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

  Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη νιώθω ότι αποτελεί κάποιο δώρο που ανυπομονώ να το ανοίξω, να δω τι κρύβει μέσα από το περιτύλιγμα. Και κάθε φορά το αναγνωστικό μου τοπίο ομορφαίνει, οι λέξεις, πολύτιμοι θησαυροί απλώνονται μπροστά μου, διαβάζω και θαυμάζω, ρουφώ τη μαγεία της γραφής της.

    Αυτή τη φορά με τράβηξε ιδιαίτερα ο τίτλος, με έκανε να αναρωτηθώ τι ρόλο θα έπαιζε στη ζωή μιας γυναίκας ένας ...αφηρημένος άντρας. Και μπαίνω στην ανάγνωση ακολουθώντας τα έντεχνα μοτίβα που εναλλάσσονται ανάμεσα σε λογοτεχνία και ψυχολογία, με έναν καταπληκτικό τρόπο, να μπορούν με τόσο εξαίσια άνεση οι ρεαλιστικές εικόνες να μπαίνουν στα μονοπάτια της διερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής.

     Ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, μετά από μια οργανωμένη κρίση υστερίας της μητέρας της, αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι.  Να φύγει από το πατρικό, να πει "όχι άλλο" και να γλιτώσει από τις δραματικές εικόνες που παρουσιάζουν κάθε τόσο οι γονείς της.

     Οι ιστορίες στα μυθιστορήματα της Βαμβουνάκη, φαίνονται απλές και αν δοκιμάσεις να τις διηγηθείς, θα ακουστούν συνηθισμένες,  αλλά όταν τις διαβάζεις, μένεις έκπληκτος με τον τρόπο που περιγράφονται, στέκεσαι έκθαμβος μπροστά  στη δύναμη του λυρισμού από τη μια και στη δεξιοτεχνία του ρεαλισμού από την άλλη. Η συγγραφέας καταφέρνει να εμβαθύνει στην έννοια του μυθιστορήματος τόσο ώστε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση να μετατραπεί σε ψυχολογικό μυθιστόρημα, όπου τελικά ο αναγνώστης να βρίσκεται να διακινείται μέσα στην ιστορία. 
       Ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, ο απόλυτος, ο αυταρχικός, εκείνος της νιότης, που τα θέλει όλα, που δεν κάνει υποχωρήσεις, που δεν έχει λογική και επικεντρώνεται στο θέλω και στο απαιτώ, στο λαχταρώ και στο εμμένω.
     Η νιότη τα θέλει όλα. Δεν παρατείται εύκολα, φτάνει στο χείλος του γκρεμού. Ασυγκράτητος και εγωκεντρικός ο έρωτας των άγουρων χρόνων,  μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκαταστροφή,  όταν η απογοήτευση ξεχειλίσει την ψυχή του ερωτευμένου.

   "Αχ οι πόνοι σου, τα ζόρια σου, οι τυραννίες πόσο σε ωριμάζουν στα σημεία, εκεί τουλάχιστον όπου σε έχουν γδάρει βαθύτερα". 

      Σχεδόν όλες οι εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής  βρίσκονται εδώ σ' αυτό το βιβλίο, από τις σχέσεις με τους γονείς, τη φιλία με τους συμμαθητές, ως το μεγάλο έρωτα, την ευτυχία και την απόγνωση, τις υποσχέσεις και τις αθετήσεις τους, μέσα σε όλα τούτα ο αναγνώστης ζει τις δικές του εμπειρίες ξανά, συμμετέχει, συγκινείται, αγωνιά. Κατανοεί ότι το δικαίωμα για ζωή, για επανάσταση, μπορεί να κάνει κάποιον να υπερβεί τα όρια. Αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα, να ζει ακολουθώντας την επιθυμία, αυτό το ενστικτώδικο στοιχείο της ύπαρξης.
      
     "Δραπέτευσα από το σπίτι μου... είμαι άστεγη", θα εκμυστηρευτεί σ΄έναν συμμαθητή της από τον οποίο θα ζητήσει να τη βοηθήσει, εξηγώντας του ότι έχει φτάσει στο όριο, επείγει να λυτρωθεί.  Να απομακρυνθεί από την οικογενειακή εστία "που με έσκασε". Για τους γονείς της ήταν απλά ένας θεατής και μάρτυρας στο υβρεολόγιο και στις κατηγορίες που αλληλοσκορπούσαν. "Πάντα υπήρξαμε ένα κακορίζικο τρίγωνο". Το κορίτσι θεωρεί ότι τους αξίζει να τους ξεχάσει. 

      Πρωταγωνιστής από εδώ και πέρα στη ζωή της θα γίνει ο έρωτας "Ήρθε κι εμένα η ώρα μου να πληρώσω με τιμωρία σκοτεινή την ηθική μου αλαζονεία. Γινόμουν και μάλιστα ορμητικά όσα περιφρονούσα και κοροΐδευα στα άλλα κορίτσια".
        Η ζωή της δεν θα είναι εύκολη, θα έχει όμως βρει εκείνο το μοναδικό αίσθημα, το σπάνιο μεγαλείο της ψυχής, αυτό που κάνει τους ερωτευμένους να μην λογαριάζουν το πού θα τους βγάλει.  Η ηρωίδα θα ζήσει τη θερμότητα του κόσμου μέσα "στη σφιχτή αγκαλιά του άντρα που αχόρταγα αγαπώ και εξίσου αχόρταγα με αγαπάει".

        Η συγγραφέας με τα πολλά ταλέντα, καταφέρνει να ενθουσιάζει τον αναγνώστη με τις αλήθειες που εκφράζει με τέτοια μαεστρία ώστε να κάνει ένα βιβλίο να μετατρέπεται από βιβλίο σε πραγματικό μυθιστόρημα, αφού η Βαμβουνάκη κατέχει τη μεγάλη τέχνη να προσδίδει στις λέξεις τη δύναμη να παράγουν συναισθήματα βαθιά.
       Ένα βιβλίο που διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία του σελίδα, γιατί ο "αφηρημένος άντρας" δεν μας αφήνει να δούμε τελικά τι θα αποφασίσει και ποιες θα είναι οι συνέπειες της απόφασής του στη ζωή μιας γυναίκας. Ή περισσότερων ανθρώπων.

    Τα βιβλία της Βαμβουνάκη έχουν αυτό το χαρακτηριστικό: Τα απολαμβάνεις διαβάζοντας, δεν τα κοιτάς με ψυχαναλυτική ματιά. Η δομή του μυθιστορήματος αυτού, όπως και άλλων της συγγραφέως, έχει ψυχολογική διάσταση, παρότι η πρόσοψή του δείχνει μια απλή ανθρώπινη ιστορία όπως τις χιλιάδες που ακούμε τριγύρω. Αυτή τη γειτνίαση της ψυχολογίας με τη λογοτεχνία η Βαμβουνάκη την πετυχαίνει με έναν ιδιαίτερο δικό της τρόπο, μια τέχνη καταπληκτική που οδηγεί στην ευχαρίστηση, στην απόλαυση της ανάγνωσης, αφού αυτό είναι το ζητούμενο κάθε φορά. Και έχει την απίστευτη ικανότητα, σαν ψυχολόγος που είναι, να κατανοεί και να δικαιολογεί κάθε ανευθυνότητα και σφάλμα των ηρώων της ώστε ο αναγνώστης συγκινούμενος, να τους συμπαθεί τελικά. 

  Η συγγραφική δεξιότητα όταν σμίγει με την μαγεία, δεν γίνεται παρά να βγει κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό κείμενο. Αυτό ένιωσα διαβάζοντας τον "αφηρημένο άντρα". Τη μαγεία που τυλίγει μια απλή κατά τα άλλα ιστορία. 

 Από τις εκδόσεις "Ψυχογιός"

Κ.Μ

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

      Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας της Ρέιτσελ Κασκ (σε εξαιρετική μετάφραση από την Αθηνά Δημητριάδου, - το τρίτο δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα ελληνικά), είναι η ΜΕΤΑΒΑΣΗ,  όπου συνεχίζεται η αφήγηση της Φαίη, η οποία αφού έφτασε να "δει" το περίγραμμά της, να διαγνώσει πράγματα και καταστάσεις, αρχίζει πια να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, μεταβαίνοντας σε ένα άλλο επίπεδο ώστε να αλλάξει τη ζωή της.

Χάνοντας τις βεβαιότητες και την ασφάλεια που είχε μια γυναίκα μέσω ενός γάμου, καλείται να μεταβεί σε κάποιο άλλο κύκλο ζωής και σιγά σιγά μετά το βάρος της απώλειας, να μεταστραφεί και να βρει τον εαυτό της, την εσωτερική της δύναμη. Όλη αυτή η διαδρομή δεν θα είναι καθόλου εύκολη για την ηρωίδα του βιβλίου, όπως και για κάθε γυναίκα που βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Έχει να κανονίσει ένα σωρό λεπτομέρειες και πιο ουσιώδη πράγματα, από τα πρακτικά θέματα ως τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα, από την ανακαίνιση του σπιτιού της μέχρι τον καινούριο έρωτα. Συχνά όλα μοιάζουν απίθανο να πραγματοποιηθούν, αλλά εκείνα τελικά που αποφεύγουμε, είναι αυτά που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Και να τα βγάλουμε πέρα. Με μια μετάβαση αλλού.

Αποσπάσματα:

"Προσωπικά, δεν ήθελα να ανταγωνιστώ κανέναν, πόσο μάλλον να θέσω νέα κριτήρια για το τι συνιστά νίκη και τι όχι. Ήθελα ό,τι και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, έστω κι αν δεν θα μπορούσα να το αποκτήσω".

"Όταν έγραψε το βιβλίο του, είχε ως κίνητρο αυτή ακριβώς την επιθυμία, ν' απελευθερωθεί από την ντροπή που τον δυνάστευε. Το έγραψε σαν να απευθυνόταν σε κάποιον τελείως άγνωστο, που κατά συνέπεια δεν θα έπρεπε να τον ντρέπεται. Αυτό το άτομο ήταν στην ουσία ο εαυτός του".

"Αυτή η ιδέα της ζωής σαν κάτι που σου έχει ήδη επιβληθεί αυθαίρετα, φαίνεται πως έχει μια αλλόκοτη γοητεία, ώσπου έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι υποβαθμίζει τον άλλο σε ένα γενικό επίπεδο ηθικής..."

"Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι αδύνατο να αντισταθείς στο κακό, αλλά πρέπει να έχεις αποφασίσει ότι στην προσπάθειά σου αυτή θα είσαι μόνος σου. Αντιστέκεσαι ή υποκύπτεις ως άτομο. Προσπαθώντας, ρισκάρεις τα πάντα: ίσως υπάρχει μόνο ένας τρόπος να ανατραπεί το κακό, η απόλυτη αυτοθυσία. Το πρόβλημα είναι πως τίποτα δεν θα ικανοποιούσε περισσότερο τους εχθρούς σου".

Κ.Μ