Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

      Δεν ξέρω γιατί το τραβώ ξανά από τη βιβλιοθήκη και το απολαμβάνω πάλι σαν να γεύομαι μια αγαπημένη σοκολάτα από τα παλιά ή σαν ν' ακούω ένα τραγούδι που θυμίζει περασμένους έρωτες... Είναι που βρίσκω και τόσα πολλά κοινά ανάμεσα στις χώρες μας, σαν να μιλά για εμάς η Αλιέντε, σαν να μας ξέρει καλά, μας επινοεί μέσα από τη δική της ζωή. Κάθε φορά που διαβάζω αυτό το βιβλίο, με εντυπωσιάζει από τη μιά, το αίσθημα νοσταλγίας για μια πατρίδα που σε ανάγκασε να την εγκαταλείψεις και να βγάλεις άλλες ρίζες σε άλλη γη, και από την άλλη η άνεση να μιλάς όχι εγωκεντρικά, αλλά με κάποια εύγευστη πίκρα για όλες τις άσχημες εμπειρίες που έζησες όταν ξαφνικά κατάλαβες ότι η ζωή σου κόπηκε κι ότι ο μόνος δρόμος είναι αυτός της φυγής.

          Στα ελληνικά ο τίτλος μεταφράστηκε "Η ονειρεμένη πατρίδα μου", αν και κατά λέξη στο πρωτότυπο θα πει "Η επανεπινοημένη πατρίδα μου", πράγμα καθόλου ταιριαστό για έναν τίτλο.

      Αν και πέρασαν πολλά χρόνια από την έκδοσή του, είναι τόσο ευχάριστη η ανάγνωση αυτής της αφήγησης και πέρα από αυτό, την ευχαρίστηση,  ξαναβρίσκω εκείνη την αίσθηση που μου άφησε τότε στην πρώτη ανάγνωση, όταν με έκανε να βάλω το βιβλίο στο ράφι για εκείνα που αξίζουν να διαβαστούν και δεύτερη φορά.

        Η Αλιέντε δεν ανήκει στους συγγραφείς που αγαπώ όλα τους τα βιβλία. Μόνο μερικά. Αυτό κατέχει ίσως την πρωτιά, μαζί με τις "Ιστορίες της Εύα Λούνα" και την "Πάουλα", όπου δεν γίνεται να μην κλάψεις.

        Στο "Mon pays reinvente" (δεν βρίσκω τους τόνους),  η αφήγηση είναι πέρα για πέρα νοσταλγική, με μεγάλη δόση χιούμορ και αγάπης για τη χαμένη πατρίδα.  Αρχίζοντας την περιγραφή της χώρας  της, της Χιλής, η Αλιέντε αναφέρει:  "Για να δει κανείς τη χώρα μου με την καρδιά του, πρέπει να διαβάσει τον Πάμπλο Νερούδα, τον εθνικό ποιητή".

        'Ισως να μην είναι τυχαίο που η Αλιέντε διάλεξε να ζει στη Δυτική Ακτή, στο Σαν Φρανσίσκο, που τόσο πολύ μοιάζει με την χιλιανή ακτή. 
       Διαβάζοντας, έχεις την εντύπωση ότι η συγγραφέας κρατά το μολυβάκι της και γράφει, γράφει, γράφει ακατάπαυστα, χωρίς διορθώσεις, έτσι όπως τα σκέφτεται, εντελώς αυθόρμητα κι ανθρώπινα. Και είναι τόσο πλούσιες και μεστές οι λέξεις, οι φράσεις, όλες οι σελίδες, γεμάτες από αναμνήσεις παιδικές, από αναφορές στις πολιτικές αναταραχές, στους πολέμους, στους σκοτωμούς,  αλλά και στην νοοτροπία των χιλιανών, τόσο κοντά στη δική μας νοοτροπία. Και ο τρόπος που μεγάλωσε η ίδια, τόσο οικείος, σαν να περιγράφει τα δικά μας περιβάλλοντα, τους δικούς μας κανόνες και φόβους. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να μην μιλήσει για την δικτατορία και τις ιστορίες της ως ανηψιά του Σαλβατόρ Αλιέντε. Ο δρόμος για την εξορία της, είχε διάφορες περιπέτειες, μέχρι να φτιάξει το νέο της σπίτι στην Καλιφόρνια.

        Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, με την απουσία του πατέρα να σημαδεύει την παιδικότητά της, με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973, να της αλλάζει την πορεία της ζωής της. Αν και έχει γράψει κάτι παρόμοιο, το "Όλες οι μέρες", όπου κάνει έναν απολογισμό της ζωής της, στην "ονειρεμένη πατρίδα μου", η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική.  Εδώ πρόκειται για έναν ύμνο στην Χιλή, σαν να είναι το βιβλίο ολάκερο ένα τραγούδι, μια μπαλάντα για τη χώρα αυτή. 

              Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η Ιζαμπέλ, έχοντας αποφασίσει ότι με τον Πινοσέτ στην εξουσία δεν μπορεί πια να είναι μια δημοσιογράφος με ελεύθερο πνεύμα, καλεί τα δυο παιδιά της, τους ανοίγει τον παγκόσμιο χάρτη στο πάτωμα  και τους λέει να διαλέξουν χώρα για να μεταναστεύσει η οικογένεια. 

              Αν και έχω δει το μέρος όπου ζει τώρα η Αλιέντε, το Sausalito, ένα πανέμορφο τοπίο στην Καλιφόρνια, όταν είχα διαβάσει αυτό της το βιβλίο, μου γεννήθηκε η πολύ μεγάλη επιθυμία να επισκεφτώ τη Χιλή.  Οι περιγραφές είναι φαντασμαγορικές και δελεαστικές, χωρίς ωστόσο να διστάσει να κριτικάρει καυστικά τους συμπατριώτες της με τις προλήψεις και τα κουσούρια τους.  Αγαπά την πατρίδα της, όμως η Χιλή είναι η χώρα που θα διώξει πολλά από τα παιδιά της, βρίσκοντας άλλο τόπο για ν' απλώσουν ρίζες, (οι περισσότεροι Λατινοαμερικάνοι ζουν στην Καλιφόρνια) που ωστόσο πάντα θα νιώθουν την πίκρα του μετανάστη, ακόμα κι αν εκεί που πήγαν είναι καλύτερα από τη χαμένη πατρίδα.  Και πάντα η μνήμη θα επιστρέφει σ' αυτήν την απούσα πατρίδα, στους παππούδες και στην παλιά ζωή, που δεν υπήρξε και τόσο εύκολη. 
                       
               Η αφήγηση ξεκινά έτσι:

"Je suis née au milieu de l'épaisse fumée et de la mortalité de la Seconde Guerre mondiale, et la plus grande partie de ma jeunesse s'est passée à attendre que la planète vole en éclats lorsque quelqu'un appuierait distraitement sur un bouton et que les bombes atomiques exploseraient. Personne ne s'attendait à vivre très longtemps ; nous étions pressés, dévorant chaque instant avant que l'apocalypse ne nous surprenne, aussi n'avions- nous pas le temps d'examiner notre nombril et de prendre des notes, comme c'est l'habitude aujourd'hui".

         Με δυο λόγια, η συγγραφέας λέει ότι γεννήθηκε στη μέση του πυκνού καπνού και του θανατικού του πολέμου και πέρασε τη νιότη της περιμένοντας ότι ο πλανήτης θα ανατιναχτεί και κανένας δεν έλπιζε να ζήσει για πολύ...

   Κάτι που κουβαλούν πολλοί άνθρωποι σαν κληρονομιά από την πατρίδα τους.

Κ.Μ

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Έχοντας διαβάσει το "Μονοπάτι για τα βάθη του Βορρά", ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που δεν θες να το αφήσεις αν δεν τελειώσει, ήθελα από καιρό να διαβάσω και το επόμενο του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, την "Απουσία".

Εντελώς άλλο βιβλίο που δεν ενθουσιάζει όσο ο "Βορράς", αλλά που αξίζει να διαβαστεί καθώς πρόκειται για μια ιστορία εποχής όπου υπάρχει ένα τόσο έντονο μείγμα φαντασίας και αληθινής ζωής, με την απορία που δημιουργείται μέσα στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, περί ήθους, επιθυμίας και λογικής.

Στην Τασμανία o σερ Τζον και η λαίδη Τζέιν θα υιοθετήσουν τη μικρή Ματίνα, ένα χαριτωμένο κορίτσι που ξέρει να χορεύει μαγευτικά, αλλά που η καταγωγή της είναι από μια "κατώτερη" φυλή, κάπως απολίτιστη κι αυτό θα αποτελέσει ένα είδος πειράματος για να αποδειχτεί ότι το περιβάλλον μπορεί να επιδράσει με τέτοιο τρόπο στη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού, ώστε να μάθει να ελέγχει τις επιθυμίες του και να συμβουλεύεται τη λογική στις αποφάσεις της ζωής.


Η ιστορία αναδιπλώνεται σ' ένα μακρινό τόπο, το 1841 και ο συγγραφέας αναμειγνύει  ανάμεσα στους ήρωες του και κάποιους πασίγνωστους της εποχής όπως ο Κάρολος Ντίκενς ο οποίος εμπλέκεται στη διαλεύκανση ενός μυστηρίου που έχει να κάνει με κανιβαλισμό.

  Οι σελίδες του σε ταξιδεύουν στα χρόνια της αποικιοκρατίας όταν το να εξημερωθούν και να εκπολιτιστούν οι "άγριοι",  δεν ήταν σίγουρο εγχείρημα, καθώς τα πρωτόγονα ένστικτα είναι πιθανόν να επικρατήσουν τελικά.  Μήπως ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει πάθη στα οποία υποκύπτει όπως και ο  αρχέγονος; Αυτή η ιδέα ήταν ορθή;

Η Απουσία είναι ένα βιβλίο για την αποικιοκρατία και τους πόθους μιας κοινωνίας αλλοτινών εποχών, ένα βιβλίο που εστιάζει στην σύγκριση ανάμεσα στον πολιτισμό και την αγριότητα, στις επιθυμίες και στο ένστικτο.

Κ.Μ 


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

    Δώρο για τη γιορτή μου από μια πολύ αγαπημένη φίλη, αναγνώστρια όσο δεν πάει. 
Το άρχισα το μεσημέρι και το τέλειωσα το βράδυ.

   Το εξώφυλλο το λάτρεψα.  Σ' αυτές τις σιδερένιες καρέκλες μπροστά από το συγκεκριμένο συντριβάνι έχω περάσει ώρες ολόκληρες διαβάζοντας αμέτρητα βιβλία στα φοιτητικά μου.

     Για όσους έχουν ζήσει έστω και για λίγο στο Παρίσι, θα συναντήσουν τα γνωστά ονόματα των οδών του κέντρου και  θα νιώσουν πόσο πολύτιμες είναι οι αναμνήσεις. Η δικιά μου πολύτιμη ανάμνηση, ένα μικρό βιβλιοπωλείο με παλιές εκδόσεις στην boulevard Saint - Germain, όπου χάζευα πολύ και αγόραζα λίγο. 

   Φαίνεται πως κάποιες καρδιές νιώθουν πως πάντα ήθελαν να βρεθούν στο Παρίσι, σαν κάτι να τις καλεί. Ο έρωτας;.. Έστω κι αν είναι ένας σύντομος έρωτας, λίγων εβδομάδων ή ακόμα και μιας μέρας. Μπορεί να είναι αυτό που λέμε παντοτινός.
"Μια νύχτα πέταξαν μαζί. Μια μαγική, συναρπαστική, παραμυθένια νύχτα που θα αρκούσε για μια ολόκληρη ζωή".

     Γιατί όταν βρεθείς στο Παρίσι, στο Δάσος της Βουλόνης, "πάνω σε μια καρό κουβέρτα, κάτω από μια μεγάλη καστανιά", τότε μπορείς "σχεδόν να πιάσεις με τα χέρια σου τη χαρά της ζωής".

     Και για να παραφράσω τα λόγια του Χέμινγουεϋ, αν τύχει να έχεις ερωτευτείς στο Παρίσι, αυτός ο έρωτας "θα κατοικεί πάντα εντός σου."


    Όμως... 
  Δεν ήταν δύσκολο να φανταστείς την έκβαση της ιστορίας με τη λογοκλοπή. Είναι προφανές από πολύ νωρίς ποιο μυστικό υπήρχε από τα παλιά κι έτσι η ένταση διαλύεται πολύ γρήγορα. Δεν έχεις να περιμένεις πολλά. Σχεδόν τίποτα. Είναι όλα προβλέψιμα. Και βρίθει από κλισέ.
 Αρκετά συχνά η αφήγηση φτάνει ως το πιο ανιαρό σημείο και πολλές περιγραφές επαναλαμβάνονται. Και οι συμπτώσεις θυμίζουν ελληνική ταινία του 60, ειδικά η τελευταία αποκάλυψη.

      Ένα ρομαντικό  στόρι που μου θύμισε πολύ το Notting Hill, με το βιβλιοπωλείο στο Λονδίνο να είναι ένα χαρτοπωλείο στο Παρίσι.  Αν δεν έβλεπες το όνομα του Nicolas Barreau, θα πίστευες ότι το μυθιστόρημα είναι γραμμένο από μια γυναίκα, χωρίς αυτό να θέλει να πει κάτι για τα επιφανειακά βιβλία. Και αν το συγκεκριμένο ήταν γραμμένο από ελληνικό όνομα, με τίποτα δεν θα εκτοξευόταν στη λίστα με τα ευπώλητα. Του λείπει εντελώς αυτό που λέμε δυνατή γραφή, παραπαίει ανάμεσα σε συμπτώσεις και παρεξηγήσεις, ατυχήματα και συγκρούσεις. Δεν υπάρχει δράση, μάλλον όποια δράση υπάρχει είναι ρηχή. 

      Ωστόσο μου άρεσε πολύ που "βρέθηκα" σ' εκείνο το μαγαζάκι με τις χειροποίητες κάρτες, τα σημειωματάρια, τις ζωγραφιές της Ροζαλί. Με διασκέδασε η ανάγνωση του βιβλίου και απόλαυσα το παραμύθι με την "Μπλε τίγρη". Υπάρχει κάτι το μαγικό, για όσους λατρεύουν το Παρίσι και για όσους το ονειρεύονται. 

Τελικά το βιβλίο "ήταν μια καλή ιδέα",  μου έδωσε στιγμές χαλάρωσης μ' ένα όμορφο story ενός παριζιάνικου ειδύλλιου, ένα χαρούμενο ρομαντικό διάλειμμα ανάγνωσης,  αλλιώτικης από τις συνήθεις αναγνώσεις μου. 

Προβλέψιμο μεν ευχάριστο δε.

Κ.Μ 

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018


       "Επάνω στον πάγκο του καφενείου μεγάλωσα, στο χωριό. Μύριζε ο αέρας αλεσμένο καφέ, ρακή και ρετσίνα, κι είχαμε κάτι λουκούμια, μακρόστενα σαν τον δείχτη του χεριού μου, με γεύση τριαντάφυλλο γλυκό και περγαμόντο".



Ένα βιβλίο γεμάτο μυρωδιές και παιδικά χρόνια, αυτά από τα οποία καταγόμαστε όπως από μια χώρα, (από στίχους του Σαραντάρη). Τα κειμενάκια βγάζουν εσωτερικό πόνο, οικογενειακά στιγμιότυπα που στα σπλάχνα τους κρύβουν μελαγχολική νοσταλγία ή τσουχτερή γοητεία.




Ένα βιβλίο μικρό, φουσκωμένο ως την τελευταία του σελίδα από εικόνες του παρελθόντος, μια κοιλιά ενός κήτους που καταπίνει ωκεανούς από ομορφιά, έρωτα και αισθήσεις. Kαι καταλήγουμε να ευχόμαστε να καταπιεί αυτόν που λατρεύουμε, ώστε εν τέλει επιθυμούμε ν' αξιωθούμε να μας καταπιεί κι εμάς συναντώντας τον.


Το πρώτο λογοτεχνικό βήμα της νεαρής Φωσκόλου είναι ποιητικό, αλληγορικό, προσεγμένο και σουρεαλισμό. Τα κείμενα θα τα βαφτίζαμε περισσότερο πεζή ποίηση παρά διήγημα. Δεν είμαι σίγουρη αν η διάσωση του πολυτονικού προέρχεται από την ίδια τη συγγραφέα ή από την Κίχλη.


Κ.Μ

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Αντίποδες και πάλι! Με τον νεαρό Βούλγαρο συγγραφέα Πένκοφ σε εξαιρετική μετάφραση του Άκη Παπαντώνη. "ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ",  τίτλος πρωτοτύπου: East of the West. A country in Stories.

Ξεκινά ο Μιροσλάβ Πένκοφ στο πρώτο του διήγημα με τίτλο "Μακεδονία", με την εξής φράση: Γεννήθηκα μόλις είκοσι χρόνια αφού ξεφορτωθήκαμε τους Τούρκους. Το 1898. 
Πρόκειται για μια τρομερή ιστορία που καταλήγει στην αφήγηση ενός άγριου περιστατικού όπου μια μάνα καλείται να μην πει λέξη τη στιγμή που θα περνά μπροστά από τον κρεμασμένο γιο της,  καθώς τα υπόλοιπα παιδιά της την απέτρεψαν από το να απλώσει και ν' αγγίξει τα πόδια του γιου της, γιατί μόλις οι μανάδες αναγνώριζαν τα εκτελεσμένα παιδιά τους, οι τσαρικοί τις τραβούσαν στο πλάι και τις εκτελούσαν επιτόπου. 

Η δεύτερη ιστορία με τίτλο "Ανατολικά της Δύσης" είναι ίσως και η πιο συνταραχτική. Ανακαλύπτεις πόσο δύσκολο είναι να ξεριζώσεις τις αναμνήσεις από την πατρίδα σου ειδικά αν αυτές οι αναμνήσεις έχουν και πόνο μαζί. Ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια, ένας γάμος που δεν πρόλαβε να γίνει, δυο κηδείες νέων από οικογένειες που ανάμεσά τους υπήρχε ένα ποτάμι, ένα ποτάμι σύνορο δυο χωριών αλλά και που σφράγιζε τις διαφορές ανάμεσα σε δυο χώρες, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Η φρίκη και ο θάνατος δεν έλειπαν από τις δυο όχθες του ποταμού. 

Και οι επόμενες έξι ιστορίες συγκλονίζουν και ο συγγραφέας που ζει πια στις ΗΠΑ, σκαλίζει αρκετά βαθιά το θέμα της εθνικής ταυτότητας, του δεσμού με μια μακρινή πατρίδα, βασανισμένη πατρίδα που οι ρίζες της ιστορίας της είναι ποτισμένες με αίμα. 
Όταν η χώρα σου ξεχειλίζει από αδικίες πολέμων και προσφυγιάς από την μια και περιορισμούς από δεισιδαιμονίες και έθιμα που επέβαλλαν οι παλαιότεροι, από την άλλη, τότε νιώθεις ακόμα πιο σουβλερή την απομάκρυνση από την πατρίδα, σε κυνηγά κάτι το αναπόφευκτο που σε αναγκάζει να προχωρείς σε μια νέα ζωή, σε άλλη γη, μακρινή που στο τέλος θα γίνει η δική σου χώρα. Και οι παραδόσεις της πατρίδας σου θα σε τσουρουφλίζουν μεν, αλλά επιτρέποντάς σου να μετακινείς τη ζωή σου προς εκεί που θα νομίζεις καλύτερα και από όπου θα μπορείς να μπεις στην αφήγηση των ιστορικών γεγονότων του τόπου σου και να νιώθεις πως εκείνα τα μακρινά που σε στιγμάτισαν θα είναι πάντα εκεί, αλλά πολύ αλλιώτικα, αφού εκείνο το κάτι που θα σέρνεις πάντα, σαν μικτή ταυτότητα, θα σε γεφυρώνει γλυκόπικρα με το παρελθόν.

"Είμαι εδώ τώρα, τόσο μακριά που δεν μπορώ όντως να ξέρω πόσο ζεστή ήταν η θάλασσα (όταν διαβάζει σ' ένα γράμμα ότι η οικογένειά του πήγε διακοπές στη θάλασσα), ... προσπάθησε, για το καλό σου, να σκοτώσεις τα πράγματα που σε τραβάνε πίσω... κουβαλάς λιγότερα βάρη, που λέει ο λόγος".

Τελικά κάποια μικρά βιβλία είναι μεγάλοι θησαυροί στη βιβλιοθήκη μας. Και στη μνήμη μας.

Κ.Μ




Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

     Ξαναδιάβασα τον "Έβδομο Ελέφαντα" του Αλέξη Σταμάτη και ξαναδοκίμασα την ίδια αίσθηση όπως τότε που το είχα πρωτοδιαβάσει στην αρχική του έκδοση κάπου στο 1998. Επανακυκλοφόρησε το 2016 από τον Καστανιώτη, μια έκδοση - ευκαιρία για τους νεότερους αναγνώστες ώστε ν' ανακαλύψουν ένα μοναδικό δείγμα γραφής, ένα αξιόλογο βιβλίο της σύγχρονης λογοτεχνίας.


    Σελίδες που ξεχειλίζουν από ζεστή ποίηση, (ο Σταμάτης είχε ήδη πίσω του τρεις ποιητικές συλλογές), από πολύ οινόπνευμα (ο αφηγητής περνά διαμέσου του αλκοολισμού, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας), σελίδες που ξεχειλίζουν από ερωτισμό αλλά και μοναξιά, αδυναμία αλλά και δύναμη μυαλού και συναισθήματος.

     Οι έξι ελέφαντες έχουν ουσιαστικό ρόλο για να κρατήσουν γερά την αλήθεια, αλλά ο έβδομος ελέφαντας από πού θα έρθει και τι  ακριβώς θα κάνει; Η ζωή του αφηγητή,  μποέμισσα ή μοναχική,  αυθεντική ή κάλπικη,  μπορεί να είναι η ζωή χιλιάδων νέων σήμερα που παραπαίουν ανάμεσα στη δίνη του αλκοολισμού και στην πλάνη ότι δεν τους συμβαίνει κάτι για το οποίο χρειάζονται να ζητήσουν βοήθεια από ειδικούς. 

      Διαβάζοντας αυτό το εξαιρετικής γραφής βιβλίο δεν θες ν' ανακαλύψεις κάτι άλλο παρά την εξαίσια λογοτεχνική διαδρομή της αναζήτησης και κατ' επέκταση της εξέγερσης μιας συνειδητοποιημένης ψυχής για την απεξάρτηση, το άδειασμα και το ξαναγέμισμα με μια άλλη αλήθεια ζωής. 

      Μετά από μακροχρόνιο εκούσιο εγκλεισμό στο σπίτι, ο ήρωας θα βγει χωρίς να κρύβεται, θα κοιτά την άκρη του προβλήματος αποφασίζοντας ν' απλώσει το χέρι να την αρπάξει για να ξετυλίξει το νήμα. Φτάνει στο κυκλαδίτικο νησί για να νιώσει τον αέρα, τη θάλασσα, το μπλε, να μυρίσει τον χρόνο χωρίς οινόπνευμα, να βρει τη χαρά τού να αποτελείς ένα "ον ολόκληρο", να πάρει στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις, να επανέλθει στην επιβολή, στη φώτιση, στην ισορροπία, στο τέλος και στην αρχή. 

      Για να ξαναφτιάξεις τον εαυτό σου θα πρέπει με κάποιον τρόπο να τον έχεις χαλάσει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήρωας του Σταμάτη έχει χαλάσει τον εαυτό του με το ποτό, αυτή την απόλυτη "ζωογόνο ύγρανση", που αγοράζει με ενοχές από τις διάφορες κάβες, ζητώντας να αμπαλάρουν για δώρο το κουτί με τα μπουκάλια. Τελικά η έναρξη για το τέρμα αυτού του καταστροφικού εθισμού, θα γίνει διαμέσου του έρωτα; Θα είναι σαφέστατα άγριο πράγμα να παρηγορηθείς χωρίς το αλκοόλ. Να βγεις από το ψέμα, "σβήνοντας τον εαυτό σου όπως κάποιος σβήνει ένα φως".

     Πώς αρχίζει η ανάπλαση, η ίαση; Πότε θα είναι η τελευταία φορά για το δικό του σισύφειο άχθος; Πώς θα καταφέρει να αφήσει τα σκοτάδια του να αυτοεξουδετερωθούν και να τα βλέπει όλα καθαρά, αυτοπειθαρχημένος; "Μαθημένος στην υγρή συντροφιά", στην αιώνια πλάνη του δήθεν ελέγχου της ζωής του, θα πρέπει να διδαχθεί από την αρχή  μια άλλη διέξοδο από την έξη, να βρει μια καινούρια συντροφιά, καθαρή και αληθινή. 

    Και ναι, θα το ξαναδιάβαζα και τρίτη φορά. Για το ποιητικό του ύφος και την ακτινοβόλα τέχνη του λόγου του.

Κ.Μ

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

  Πριν μερικά χρόνια, ίσως ακόμα και σήμερα, το να παραδεχθείς ότι είσαι εσωστρεφής, ότι δεν νιώθεις καλά ανάμεσα στο πλήθος, ότι τα βρίσκεις καλύτερα με τον εαυτό σου, σε θεωρούσαν ως κάποιον κατώτερο τουλάχιστον από έναν εξωστρεφή. Ευτυχώς βέβαια υπάρχει πια και ο όρος αμφιστρεφής και έρευνες επιστημονικές καταδεικνύουν ότι μπορεί να συνυπάρχουν αρμονικά η εξωστρέφεια και η εσωστρέφεια ανάλογα με τις περιστάσεις, τις επιδιώξεις, τους στόχους του καθενός.  ΄Η αμφιστρέφεια είναι μια νέα πιο ευέλικτη συμπεριφορά την οποία επιλέγουν οι σημερινοί νέοι όλο και περισσότερο αφού ξέρουν πότε νιώθουν ότι πρέπει να αναμειχθούν με τους άλλους και πότε να απομονωθούν και για ποιο λόγο.

Και για να έρθω στο συγκεκριμένο βιβλίο, αποτελεί μια αναλυτική έρευνα, κατανοητή στον καθένα μας,  που μας καταδεικνύει τις διαφορές ανάμεσα στα ψυχικά νοσήματα και μας αποδεικνύει ότι όλο και περισσότερο τείνουμε να κατανοούμε τις ψυχικές παθήσεις και φαίνεται ότι σιγά σιγά η κοινωνία τις αποχρωματίζει από προλήψεις και λανθασμένα συμπεράσματα. 

Κάποτε οι σχιζοφρενείς κλείνονταν σε ιδρύματα και είχαν μια σκληρή αντιμετώπιση από γιατρούς, νοσηλευτές και περίγυρο. Σήμερα οι σχιζοφρενείς κυκλοφορούν ανάμεσά μας, είναι γείτονες, συνάδερφοι, ακόμα και φίλοι, χωρίς να τείνουμε να τους στιγματίζουμε ή να τους φοβόμαστε. Αντίθετα υπάρχει η τάση να κοιτάμε να τους βοηθήσουμε.

Τώρα πια ξέρουμε καλά ότι ακόμα κι ένας μανιακός καπνιστής ή ένας αλκοολικός, είναι βαριά άρρωστος, ένας ετοιμοθάνατος που μάλιστα αγοράζει ο ίδιος τον θάνατό του, κάτι που στο παρελθόν το προσπερνούσαμε ως ελαφρύ, ως μια απλή κακή συνήθεια. 

Αυτό το βιβλίο βοηθά τον αναγνώστη να καταλάβει τις διαφορές ανάμεσα σε όλες τις παθήσεις του μυαλού, του πνεύματος, της ψυχής.  Μπορούμε να μάθουμε τι σημαίνει ψυχιατρική ασθένεια,  πού οφείλονται οι ψυχιατρικές διαταραχές και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε άτομα με διάφορες μανίες, εγκαταλείποντας ντροπές και ενοχές που συνήθως πηγάζουν από παλιές δεισιδαιμονίες και παρανοήσεις.

  Αν θυμηθούμε την ταινία  "A beautiful mind" που αναφέρεται στη βιογραφία του Νας, που ενώ διαγνώστηκε με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, είχε σπουδαία ακαδημαϊκή καριέρα και  πήρε το Νόμπελ Οικονομικών. 

Τα ψυχιατρικά προβλήματα μπορούν να φωτιστούν διαμέσου της πνευματικότητας, της καλλιέργειας του πνεύματος και της δημιουργίας. 

Αυτό το βιβλίο (προσφέρεται δωρεάν από το ίντερνετ), βοηθά να καταλάβουμε πολλά πράγματα για την ψυχιατρική, να διεισδύσουμε πιο βαθιά στα προβλήματα της ψυχής και να βεβαιωθούμε ότι η ψυχική ασθένεια είναι μια ασθένεια όπως κάθε άλλη.

Κ.Μ  






Απλά μικροδιηγήματα με ιστορίες που άφησαν το στίγμα τους στο χρόνο.

Ψηφίδες των καιρών, εμπειρίες ζωής. 

Μικρούλικα μπουκαλάκια με αρώματα που έχουν έντονη μυρωδιά. 
Μυρωδιά της πραγματικότητας.

Συμπυκνωμένα νοσταλγικά κείμενα για αυτό που καλούμε "παλιό καιρό", αλλά και για το σήμερα.  Σημερινό είναι το άκρως σύντομο διήγημα, σε πολύ πολύ χαμηλή  βλάστηση, που όμως έχει τη δυνατότητα να γίνει ψηλή πρασινάδα, να βγάλει μεγάλα κλαδιά και να φυλλορροεί σε σκέψεις και συζητήσεις αναφορικά με τη ζωή και το θάνατο, με την αποξένωση και την καινούρια έννοια της φιλίας που η τεχνολογία σχεδόν επιβάλλει. 



Κ.Μ




Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

       'Αργησα πολύ ν' αποφασίσω να διαβάσω επιτέλους τους "Τυφλούς" του Νίκου Μάντη, δίνοντας προτεραιότητα σε πιο μικρά βιβλία που τελειώνουν γρηγορότερα, αλλά μόλις επιτέλους το άνοιξα, σκεφτόμουν ότι δεν θα το άφηνα ατέλειωτο με καμιά δικαιολογία, και χωρίς να διαβάσω κριτικές για το πολυπρισματικό αυτό βιβλίο, ξεκίνησα ολοταχώς για τις 600 πυκνές του σελίδες. Μόνο συνεντεύξεις του συγγραφέα είχα διαβάσει (και ακούσει), μαθαίνοντας κάποια πράγματα για το ιδιοφυές αυτό άτομο. Και ήξερα ότι είχε πάρει το βραβείο μυθιστορήματος στα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη για το 2018, οπότε θα έπρεπε να βουτήξω χωρίς δισταγμούς σ' αυτή την περιγραφή του άγριου παρελθόντος της Ελληνικής Ιστορίας.

     Στην αρχή, στον "προθάλαμο" σε προδιαθέτει για μια υπέροχη παράνοια: "Ας μείνω λοιπόν σφηνωμένος εδώ, μέχρι ο Θάνατος κι εγώ να γνωριστούμε κάπως καλύτερα".

       Στο "πλέγμα" στέκεσαι μπροστά από τα αμοντάριστα πλάνα από εικόνες της πόλης σε διαφορετικά πλαίσια κάθε φορά, αλλά με το ίδιο θέμα του εθνικού μας διχασμού και της  πανταχόθεν παράνοιας, ακροαριστερά  και ακροεθνικισμός, όλα σμίγουν μέσα στο χάος με τις βιαιοπραγίες εναντίον διαφωνούντων, τους οργανωμένους προπηλακισμούς μεταναστών, με τους διπλοπελεκίτες και τους νεοφασίστες.

            Νόμιζα ότι ήμουν κι εγώ μέσα σ' εκείνον τον λαβύρινθο του Νίκου Μάντη, χωρίς ωστόσο να ψάχνω κανέναν μίτο για να βγω, μόνο ακολουθούσα ξοπίσω τα βήματα του Ισίδωρου, στο χάος του κέντρου, βρέθηκα να περιπλανιέμαι κι εγώ χωρίς σκοπό, μάλλον με σκοπό την απόλαυση της ανάγνωσης, που ξεφεύγει από μια συνήθη βύθιση και σε μπάζει σε αβύσσους, σε συγκρίσεις τοπίων, ανάμεσα στις "αρχαίες πολυκατοικίες" και στα "λουσάτα σοκάκια", ακούγοντας γύρω φωνές οργής, βρισιές αγανακτισμένων. Συνέλαβα τον εαυτό μου να γίνεται μέρος αυτού του παραλόγου, με είδα καθαρά να μπήγομαι στο πλήθος των διαδηλωτών,  κι ύστερα να παρατηρώ τους "τυφλούς" να αυξάνονται ολοένα, αφύσικα και προκλητικά να διαδίδεται γύρω μου η τύφλωση. 

      Αυτό είναι το πέμπτο βιβλίο του Μάντη, ογκώδες, επικό, πυκνογραμμένο, με ατέλειωτες προτάσεις, ένα κείμενο γεμάτο εικόνες απτές όπου φιγουράρει η πόλη, το κέντρο της Αθήνας, και στο νου μου ήρθαν στίχοι, αντίποδες στο μυθιστόρημα, τραγούδια για μια πόλη, όπως το  "Sous le ciel de Paris" ή το "New York",  που όταν τα ακούς σε απασχολεί για λίγο και σε παρασέρνει πέρα από τη μουσική, η νοερή πόλη, η ίδια η πόλη, σαν να αποτελείς κι εσύ ατόφιο κομμάτι της. 

     Η συναρπαστική ιστορία της Αθήνας, παρουσιάζεται στο βιβλίο με πρόθεση να σε κάνει να πάψεις να νιώθεις αιώνιο θύμα των άλλων, να αναλογιστείς τις δικές σου ευθύνες για την πόλη σου, μια πόλη "γυφτο - πριγκίπισσα, γεμάτη γητειές και λίγδα".  Και να ελαφρύνεις το βάρος της αρχαίας κληρονομιάς και του ασήκωτου παρελθόντος.

     Ο Μάντης σε κάνει να πιστεύεις ότι σχεδόν όλα όσα περιγράφει στο βιβλίο αυτό, αποτελούν προϊόν εμπειρίας δικής του, πράγμα που ίσως να αληθεύει για ορισμένα τουλάχιστον θέματα, (όπως η θητεία του ως εύζωνας, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξή του). Εντυπωσιάζει η περιγραφή του τελετουργικού του ντυσίματος που απαιτείται για την επίσημη περιβολή των ευζώνων, καθώς επίσης έκπληξη προκαλεί η λεπτομερής ανάλυση των χορογραφημένων κινήσεων  στη "διαδικασία ευζωνικής αλλαγής" κατά το δρομολόγιο "στρατόπεδο Φρουράς - Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη" εικόνες που βλέπεις μέσα από διαφανές παραβάν στο κεφάλαιο με τίτλο "κέντρο" όπου μεταφερόμαστε στο 1972, για ν' ακολουθήσουμε τη ζωντανή αποτύπωση της εθνικής ιστορίας και να θυμηθούμε την εποχή της δικτατορίας. 

    Στο "πλέγμα" δρασκελίζουμε το χρόνο ξανά για να πάμε στο 1985, πίσω σ' ένα άλλο ενοχικό παρελθόν του Ελληνισμού, με θεωρίες εξίσου παρανοϊκές διαμέσου μιας εκρηκτικής μυθοπλασίας.  Τα κουβάρια μπλέκονται με αλλοπρόσαλο, αλλά δεξιοτεχνικό τρόπο μέσα στις κατακλυσμιαίες ατέρμονες παραγράφους όπου βασιλεύουν οι αυταπάτες και οι περιπλανήσεις του νου.

           Τέλος, στον "μίτο" ξανασυναντούμε τους ίδιους ήρωες του πρώτου κεφαλαίου να ακολουθούν μια μυστηριώδη κάθοδο σε κρύπτες και καταπακτές, μια άλλη πόλη, μια υπόγεια Αθήνα. "Ποιος ξέρει. Μπορεί πραγματικά η πόλη να είναι το βιβλίο κι εμείς τα γράμματα μες στις σελίδες. ... ... Μπορεί η επιφάνεια της πόλης, οι δρόμοι, οι πλατείες και γενικά οτιδήποτε διαδραματίζεται στο έδαφός της, να είναι απλά το εξώφυλλο. Και το αληθινό περιεχόμενο να βρίσκεται από κάτω, στα έγκατα, στο λαβύρινθο που σίγουρα υπάρχει".

        Πρωταγωνιστές στο βιβλίο είναι η Αθήνα, το Σύνταγμα,  το Καλλιμάρμαρο, το μυστήριο, η άκυνθος, το θέατρο, η ποίηση και βέβαια η εθελοτυφλία. 

Κ.Μ

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

    Mου το πρότειναν στον Ιανό. Το πήρα χωρίς δισταγμούς, αφού ξέρω ότι εκεί ξέρουν.

    Τρία ηθογραφικά διηγήματα που σε φέρνουν μπροστά στην εξαιρετικά ευδαιμονική ευαισθησία, ένα εντέχνως δοσμένο κείμενο, μια αφήγηση που βάζει δυναμίτιδα στις λέξεις. 

    Πάντα εκτιμούσα ιδιαίτερα τους Σέρβους συγγραφείς, αλλά με τον Lazar Lazarevic (1851 - 1891), νιώθω τι θα πει επιτυχία στο γράψιμο, παρότι γιατρός το επάγγελμα, παίρνει πρώτη θέση στη λογοτεχνία και θα τον έβαζα ανάμεσα στους κλασικούς, δίπλα στον Τσέχωφ και τον Παπαδιαμάντη.

      Οι λαϊκές ψυχές περιγράφονται με έντονο ρεαλισμό και στα τρία διηγήματα, αλλά το πρώτο με τον τίτλο "Στις όχθες του Σάβου", σε κάνει να δακρύσεις με την συγκλονιστική περιγραφή της άγριας φουρτούνας στην ψυχή του πατέρα, που βλέπει το γιο του να γυρίζει από τον πόλεμο με κομμένο πόδι, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθείς τη θύελλα σιγά σιγά να καταλαγιάζει και να φτάνει στην ηρεμία. Καταλήγοντας στην αποδοχή μιας σκληρότατης πραγματικότητας που άλλο δεν μένει παρά να νικηθεί από την ανθρώπινη φύση. 

Είναι από τα βιβλία που θα το έβαζα στο ξεχωριστό ράφι για να ξαναδιαβαστεί και πάλι

Κ.Μ

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

Το ταξίδι για τη διαμόρφωση μιας κοριτσίστικης ύπαρξης, ενός μελλοντικού θηλυκού, ένα ταξίδι σύντομο σε όγκο σελίδων, αλλά μεγάλο σε βάθος συναισθημάτων και εικόνων, μας αφήνει μια ωραία αίσθηση με το τέλος του.

Δεν το είδα ως αυτοβιογραφικό, νομίζω ότι δεν σε ωθεί προς τα εκεί, αλλά μοιάζει να είναι η αυτοβιογραφία σχεδόν κάθε έφηβης μέχρι να θεωρηθεί ως "κόρη".

Στους  χώρους όπου συμβαίνουν οι αναδιπλώσεις των αλλαγών στη θηλυκότητα, περιμένεις, διαβάζοντας τις γραμμές της Μαρίας Φακίνου, μια έκπληξη, σαν να ζωντανεύει μια φωτογραφία και περνά από μπροστά σου η σκηνή ολοκάθαρη.

Μέσα από τον πυρήνα της συνήθους οικογένειας βγαίνει η αναζήτηση για τη διέξοδο προς την θηλυκή ταυτότητα, και μέσω μιας αφύπνισης, ερωτικής ίσως, η κόρη θα περάσει σε άλλη υπόσταση ψυχής. Δαμάζοντας την εφηβεία, όπου πίσω από τα απλά συνηθισμένα γεγονότα μιας τυπικής οικογένειας, το κορίτσι ψάχνει πώς να εκφράσει αυτά που πλημμυρίζουν μέσα του, η διέξοδος ποια είναι;


Κ.Μ 


Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Kάτι από τα παλαιότερα κείμενά μου, δημοσιευμένο στις 21.10. 2015





                                     ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι με αποστρέφονται. Ούτε να με αντικρίσουν δεν καταδέχονται, πόσω δε μάλλον να με γλυκοκοιτάξουν ή να με πλησιάσουν στοργικά. Ούτε χάδι γνώρισα ποτέ, ούτε καλή κουβέντα. Μόνο “άντε χάσου από δω” και “φύγε γρήγορα από μπροστά μου” και κάτι τέτοια. Τις προάλλες μια κυρία μόλις με βλέπει, άρχισε να φτύνει τον κόρφο της. Και να γυρίζει την πλάτη της υποτιμητικά.

Δεν ξέρω γιατί τόση απέχθεια εναντίον μου. Εγώ κανέναν δεν πείραξα ποτέ. Ούτε παίζω την μοιραία, όλους τους καταδέχομαι. Όποιο αρσενικό με πλησιάσει πονηρά, εγώ παραδίνομαι, δεν κοιτώ αν είναι όμορφος ή από σόι. Όλοι μ’ αρέσουν. Τις νύχτες αφήνομαι στο ένστικτό μου και απολαμβάνω αυτό για το οποίο βρέθηκα στη γη. Μια φορά βγήκαν κάτι νοικοκυραίοι και με κατσάδιασαν γιατί τους ενόχλησαν τα ξεφωνητά μου. Είχα τότε έναν αγαπητικό παχουλό και τροφαντό, πανέμορφο πρασινομάτη, όλο με κυνηγούσε όπου με έβρισκε. Ήταν ξανθός και τρυφερός, του άρεσα φαίνεται κι εγώ γιατί δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί.

“΄Οχι όμως και να σε παντρευτώ”, του ξηγήθηκα, καθώς εγώ θέλω να γυρίζω ελεύθερη, δεν είμαι πλασμένη για δεσμεύσεις εγώ. Μήπως γι’ αυτό να με αντιπαθούν όλοι οι άνθρωποι και να με διώχνουν; Δεν μπορούν να ανεχτούν ότι δεν έχω ηθική και αναστολές σαν εκείνους, ότι είμαι μια του δρόμου. Χθες πάλι, δεν πρόλαβα καλά καλά ν’ ανοίξω το μάτι μου και ακούω έναν στρατιωτικό να μου φωνάζει: “Πρωί πρωί εσύ βρέθηκες μπροστά μου; Να μου χαλάσεις τη μέρα…” Και άρπαξε ένα λάστιχο ποτίσματος για να με καταβρέξει.

Θεέ μου, λέω, γιατί να με διώχνουν έτσι όλοι τους; Τι τους έχω κάνει; Ούτε ζωγραφιστή δε θέλουν να με δουν. Μα τι φταίει;..

Εκεί που τριγυρνούσα μια μέρα, μπήκα σε μια αυλή. Τόλμησα να περάσω μέσα στο σπίτι από την ανοιχτή πόρτα, παρόλο που φοβόμουν ότι θα με έδιωχναν κακήν κακώς και πάλι. Περπάτησα αθόρυβα στο μωσαϊκό του χολ και προχώρησα στο μέσα δωμάτιο. Ένας μεγάλος καθρέφτης ήταν πάνω στο μπροστινό φύλλο της ντουλάπας. Ολόσωμος! Τι παράξενο όμως! Μέσα εκεί είδα δυο μάτια να με κοιτάνε, χωρίς αποστροφή. Ήρεμα και αγαπησιάρικα σχεδόν.

Στον καθρέφτη είδα κάποιον που έκανε ό, τι ακριβώς έκανα κι εγώ. Άπλωσα το χέρι μου να τον αγγίξω και τ’ άπλωσε ταυτόχρονα κι εκείνος, όταν η κυρία έμπηξε τις φωνές:
‘Έξω γρήγορα σκατόγατα! Θα μου φέρεις γρουσουζιά !”
Είχα τότε αντιληφθεί ότι εγώ ήμουν στον καθρέφτη. Για πρώτη φορά έβλεπα τον εαυτό μου. Και ανακάλυψα ότι δεν είμαι κάτι το συνηθισμένο, ειδικά για τούτη τη γειτονιά με τις αιώνιες προλήψεις. Είμαι μια μαύρη, κατάμαυρη γάτα!

Κατερίνα Μαυρομμάτη. 21/10/2015



 Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε δηλώσει ότι  η Τζορτζ Έλιοτ είναι η ενσάρκωση της φιλοσοφίας στη μυθιστοριογραφία. 
Στο βιβλίο της "Οι κακοτυχίες του αιδεσιμότατου 'Ειμος Μπέρτον" εντοπίζει κανείς αρκετά στοιχεία φιλοσοφίας μέσα στο στενό πλαίσιο ενός μελοδράματος.

Κάποια από αυτά τα είχα υπογραμμίσει:

"Αλίμονο στον άξιο άνθρωπο ο οποίος βρίσκεται, σαν το κερί, σε λάθος θέση!"

"Γιατί να μπαίνουν σε τόσο κόπο οι άνθρωποι για ν' ανακαλύψουν ελαττώματα στους άλλους;"

"Μερικές φορές οι άσχημες ειδήσεις αρέσκονται να ταξιδεύουν με αίθριο καιρό".

"Πόσο βασανιστική είναι η σκέψη ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εξιλεωθούμε στους νεκρούς μας για την τσιγκούνικη αγάπη που τους προσφέραμε, τις αδιάφορες απαντήσεις που δώσαμε στα παράπονα και στα παρακάλια τους".

"Μπορεί να είσαι φτωχός χωρίς να δείχνεις την φτώχεια σου".

"Αλλά τι είναι η ευκαιρία για τον άνθρωπο που δεν μπορεί να την αξιοποιήσει; 'Ενα κλούβιο αυγό που τα κύματα του χρόνου το ξεβράζουν στην ανυπαρξία".

"Αυτό που επιθυμούμε συχνά εκπληρώνεται, αλλά ποτέ όπως ακριβώς το φανταστήκαμε".


Μια τρομερή παρομοίωση σε κάποια παράγραφο εντυπωσιάζει: 






Η Έλιοτ, (1819 - 1880) στην προσωπική της ζωή συνήθιζε να προκαλεί ζώντας σύμφωνα με τις επιθυμίες της και όχι σύμφωνα με τις συμβάσεις. Στα βιβλία της χρησιμοποιούσε ανδρικό ψευδώνυμο (Μαίρη Αν ήταν το πραγματικό της όνομα), γιατί πίστευε ότι μόνο έτσι θα την έπαιρναν στα σοβαρά.

Κ.Μ

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Πολλοί έχουν πει ότι θυμίζει Παπαδιαμάντη. Αλήθεια είναι και μου άρεσε αυτό. 
Ένα βιβλίο που διαβάζεται σε ελάχιστο χρόνο, αλλά που σίγουρα θα μένει για χρόνια στη μνήμη, με την ηρωίδα, μια νέα Φραγκογιαννού να διχάζει, να θες να τη σκοτώσεις και να τη λυπάσαι. Καταραμένη και ευλογημένη, τρελή και αγία.

Το αγόρασα  γιατί με τράβηξε το παράξενο εξώφυλλο που έμεινα να το κοιτώ επίμονα. Διάβασα το οπισθόφυλλο και τότε έριξα το μικρό βιβλίο στο "καλάθι" μου.  Οι λαϊκές δοξασίες και δεισιδαιμονίες με τραβούσαν πάντα. Ήμουν σίγουρη ότι θα με εντυπωσίαζε. 
Μέσα από τη σκοτεινή του ατμόσφαιρα διαφαίνεται άλλο ένα ολόφωτο διαμαντάκι της ελληνικής λογοτεχνίας.                 



Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018






"Αν η εντός μας πραγματικότητα είναι σημαντικότερη από την εξωτερική, αν η ανάμνηση είναι ουσιαστικότερη από το βίωμα γιατί είναι επαναλαμβανόμενη και για τούτο διαρκώς παρούσα, αν ο τύπος τελικά είναι σπουδαιότερος των ήλων, τότε και η μνήμη είναι αυτή που ορίζει και καθορίζει τη ζωή.
Με όχημα τη μνήμη, που τον διατρέχει και τον συνέχει, ο Μαραγκός αποπειράται να ψηλαφήσει το αποτύπωμα της σμίλης των εμπειριών στα μύχια, να χαρτογραφήσει περιοχές της έσω αβύσσου· να βρει εντέλει σημάδια ζωής".



(από το οπισθόφυλλο).


Ένα μικρό βιβλίο, ασήκωτο διαμάντι. Το κρατάς με περίσσια προσοχή και το διαβάζεις με τη δέουσα προσήλωση. Είναι ελαφρύ, πάμμικρο, αλλά με βαριά και μεγάλα νοήματα, με λέξεις που σμιλεύουν το συναίσθημα και σε κρατούν "εκεί", να το ξαναδιαβάσεις πάλι, να γυρίσεις πίσω, να γευτείς την ευαισθησία και να νιώσεις αυτό το "κάτι" που αναζητάς από ένα βιβλίο. Από ένα βιβλίο κόσμημα.


Λόγος ποιητικός, με τέχνη της λεπτομέρειας ενός μαραγκού, σμιλευμένες οι σκέψεις για να γίνουν όμορφες λέξεις, σε εκπλήσσουν τα διηγήματα σαν αγουροξυπνημένο που τρέχει να προλάβει το κλειδί που ανοίγει τον κρυμμένο θησαυρό.




Μικρό δείγμα της γραφής του Κώστα Κουτρουμπάκη, του μάστορα του διηγήματος:


ΦΟΥΓΚΕΣ


"Γλύπτης χορδιστής εργαζόταν στα σπογγώδη σπηλαιώματα της ψυχής του, δονώντας ανεξερεύνητους μυχούς με φούγκες αδευτέρωτες".


ΦΟΥΣΚΟΝΕΡΙΑ


"'Ητανε ο τόπος σφιχτός. Πνιγμένα τα γκρέμια στα βρόχια των σχίνων, ψάρια χωμάτινα, τρόχαλα σπαρταρώντας οι πλοχμοί των βλαστών".


ΓΡΙΕΣ


"Άναψε ύστερα η σιωπή. Ήλιος καυτός - ασφυξία. Άνοιξα παράθυρα να φύγουν οι γριές.


Αναβολή προσωρινή του πεπρωμένου".

Κ.Μ


Το πήρα στα χέρια μου! Χίλια ευχαριστώ στον Ιανό.

Τα διηγήματα υπόσχονται όλα απόλαυση της ανάγνωσης .

(Το δικό μου είναι στη σελίδα 71). 

Κ.Μ


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018


Δυο βιβλία που περιμένουν ακόμα αδιάβαστα.

"Το πρόσωπο και το ιερό" της Βέιλ θα το αρχίσω πάραυτα. Μετάφραση του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

"Η Θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά"
σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, θα ακολουθήσει αμέσως.

Και τα δυο από τις εκδόσεις Πόλις.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

"Μακριά από πού;"



            Αυτό το βιβλίο του Κοζαρίνσκι  το γνώρισα στη λέσχη ανάγνωσης του Βooktalks κι γι' αυτό θα αρκεστώ να αντιγράψω εδώ την κριτική της Κατερίνας Μαλακατέ από το "Διαβάζοντας".


Να αναφέρω μόνο πως ο τίτλος ήταν μια έκπληξη για μένα, καθώς η ερωτησούλα αυτή, "μακριά από πού" μού ήταν γνώριμη και όπως διάβασα στο κείμενο για τον ίδιο λόγο τέθηκε και στο μυθιστόρημα στη μαμά του ήρωα.


"Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί μια Γερμανίδα, που έκανε γραφική δουλειά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βλέποντας το Ράιχ να καταρρέει, βουτάει το διαβατήριο μιας Εβραίας που είχε βρεθεί την προηγούμενη μέρα στα κρεματόρια και 20 κιλά χρυσά δόντια Εβραίων και φεύγει. Με κάποιον τρόπο καταφέρνει να βρεθεί στην Αργεντινή, όπου στήνει τη σκιά μιας νέας ζωής. Δεν παντρεύεται ποτέ, μένει σε μια πανσιόν με άλλους χαμένους μετανάστες. Από έναν τυχαίο ομαδικό βιασμό αποκτά έναν γιο που τον μεγαλώνει με αγάπη. Αν και στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να μεγαλώσει το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που είχε κάνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όχι τον μαυριδερό Φεδερίκο. Ύστερα από τον ύποπτο θάνατο της, ο γιος της κάνει την αντίστροφη πορεία, γυρίζει στην Ευρώπη, χωρίς να ριζώνει πουθενά.

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη μοίρα του μετανάστη, την έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας, της επιβολής της Πολιτικής και της Ιστορίας πάνω στην προσωπική μοίρα των ανθρώπων. Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Όπως δεν κατανοεί ποτέ την ιστορία της μητέρας του ο γιος της. Η πρωταγωνίστρια είναι μια μάλλον αμόρφωτη και ακαλλιέργητη γυναίκα που μπλέκει στην παγίδα της Ιστορίας, περνά μια ανώνυμη ζωή, δίνει πόνο, δέχεται πόνο, σχεδόν μοιρολατρικά, δεν καταλαβαίνει καν πως με κάποιο τρόπο είναι η ενσάρκωση του Κακού, δεν έχει τίποτα για να μετανιώσει. Μαθαίνει πως ως άτομο δεν έχει καμία σημασία, και τελικά δεν αφήνει το στίγμα της στον γιο της. Κι εκείνος, χωρίς ρίζες, χωρίς ταυτότητα, χάνει στο τέλος και τη μοναδική ευκαιρία να βρει μια οικογένεια και μια πατρίδα.


Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκούντως κινηματογραφικό, λιτό στη γλώσσα και τη δομή, που περιγράφει όμως μια συγκλονιστική ιστορία. Ο συγγραφέας έχει μοναδική ικανότητα να στήνει ατμόσφαιρα, έχει ασχοληθεί πολύ με τον κινηματογράφο, και μόνο τα τελευταία χρόνια αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Αν κρίνω από αυτό το διαμαντάκι, πολύ θα ήθελα να διαβάσω και το άλλο μυθιστόρημά του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τον «Μολδαβό σωματέμπορα».


Κατερίνα Μαλακατέ


Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

                                            Ι Α Ν Ο Σ

  Αποτελέσματα   Διαγωνισμού   Διηγήματος  

                                        
Μεγάλη χαρά και τιμή να είμαι ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού διηγήματος του ΙΑΝΟΥ με θέμα "Η Αθήνα και το βιβλίο".

Χθες το βράδυ ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα από την κριτική επιτροπή που αποτελείται από τους Ρέα Γαλανάκη (συγγραφέα), Κωνσταντίνο Μπούρα (ποιητή) και Διονύση Μαρίνο (συγγραφέα). 


Η εκδήλωση προβαλλόταν ζωντανά από τον Ιανό.


Χίλια ευχαριστώ! 

Καλή συνέχεια στον θεσμό που ξεκίνησε φέτος.

Κ. Μ

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

     "Του φιδιού το γάλα" είναι ένα φυτό όπως εξήγησε ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του για το βιβλίο αυτό. Το πώς συνδέεται ο τίτλος με το θέμα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο, κι εγώ ούτε που το θυμόμουν. Και να λοιπόν, το θέμα του βιβλίου είναι η μνήμη, η μνήμη που μας προδίδει έτσι κι αλλιώς, όταν σε μια ηλικία αρχίζει να αμβλύνεται, να ξεθωριάζει. "Ο Ανέστης διαβάζει κατάπληκτος για τη ζωή του όταν πια είναι πολύ μεγάλος και βρίσκει ότι αυτή η ιστορία έχει ενδιαφέρον κι αυτό τον κάνει ευτυχισμένο γιατί έχει ακόμα λίγο φως μέσα στο σκοτάδι που πλησιάζει", από τον συγγραφέα σε παρουσίαση του βιβλίου του. Σύντομα δεν θα θυμάται πια, κι αυτό θα είναι μια βασανιστική ανακάλυψη.

"Η μελέτη του έγινε ένα μαρτύριο, μη μπορώντας να συγκεντρωθεί, όσο κι αν πάσχιζε να αποκαλύψει πάλι τον παλιό του εαυτό, αυτόν που διέπρεπε στα μαθήματα και γέμιζε το κάτω συρτάρι μιας άχαρης σιφονιέρας με βραβεία και επαίνους". 

    Πώς η σκέψη μου να μην έπαιρνε την κατεύθυνση προς το αριστούργημα Confiteor, καθώς και οι δυο ήρωες των βιβλίων γράφουν τη ζωή τους όταν καταλαβαίνουν ότι σε λίγο καιρό δεν θα την θυμούνται καθόλου. Βέβαια υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Ο Καμπρέ βάζει τον ήρωά του να γράψει για τη ζωή του όταν πια διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά με την μνήμη του κι αρχίζει να ξεχνά, ενώ ο ήρωας του Ξανθούλη βρίσκει ένα χειρόγραφο παλιό που είχε γράψει ο ίδιος για τη ζωή του, τώρα όμως που το διαβάζει δεν θυμάται τίποτα, "μα πότε τα έζησα όλα αυτά εγώ", θα διερωτηθεί. 


     Δεν ξέρω γιατί με έπιασε να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο του Ξανθούλη, που το είχα διαβασμένο από το 2008, αλλά όταν έπεσε στα χέρια μου, δεν θυμόμουν καθόλου σε ποιον ανήκει αυτό το βλέμμα στο πρόσωπο του εξωφύλλου, ούτε τι ακριβώς ήταν η ιστορία με του φιδιού το γάλα. 
    Τελικά το ξαναέμαθα: Είναι ο Γερμανός ηθοποιός  Horst Buchholz με την απόλυτα αρρενωπή γοητεία και το εξαιρετικά διαπεραστικό βλέμμα και ο οποίος θυμίζει τον ήρωα του μυθιστορήματος,  καθώς μοιάζουν καταπληκτικά ώστε όλοι όσοι τον συναντούν  να τον ρωτούν "ποιον μου θυμίζεις;"

      Η ιστορία με το φίδι έχει ως εξής:   
Ένα εγκαταλελλειμένο βρέφος στην όχθη ενός ποταμού, μεταφέρεται από ένα φίδι στη φωλιά του, το τρέφει με το γάλα του και το μεγαλώνει. Αλλά όταν εκείνο όταν πια συνειδητοποίησε ότι είναι άνθρωπος κι όχι φίδι, σκότωσε τη φιδομάνα. Αυτό είναι το σπαραχτικό φινάλε της γιαπωνέζικης ιστορίας όπου ο γιος φέρεται αχάριστα προς τη μάνα. 

     Το ξαναδιάβασα τελικά ολόκληρο το μυθιστόρημα ανακαλύπτοντας ότι η δική μου μνήμη δεν ξεθωριάζει ευτυχώς ακόμα, καθώς θυμόμουν σχεδόν κάθε χιουμοριστική φράση του Ξανθούλη. Δέκα ολόκληρα χρόνια μεσολάβησαν, ας δικαιολογηθώ που είχα ξεχάσει το όνομα του ωραίου άντρα του εξωφύλλου και την ιστορία της γιαπωνέζας φιδομάνας.

     Πάντως δεν θα ξανανοίξω το πεθαμένο λικέρ, τον Τούρκο στον κήπο, τις μέλισσες που ήρθαν ύστερα, τον θείο Τάκη, το ταγκό των Χριστουγέννων, την Κωνσταντινούπολη των ασεβών πόθων, τον μεγάλο θανατικό ή τον γιο του δασκάλου, αλλά σίγουρα θα διαβάσω τα δυο αδιάβαστα βιβλία που ακόμα δεν κατάφερα να βυθιστώ στη λίμνη τους: "Την Κυριακή έχουμε γάμο" και το "Εγώ ο Σίμος Σιμεών".

Κ.Μ



Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

       Έξυπνο και ιδιαίτερο βιβλίο, μεταφρασμένο ήδη σε 42 γλώσσες. Το γκρέμισμα των στερεοτύπων και ο υπερρεαλισμός πρωταγωνιστούν μαζί με την Έλσα, εφτά χρονών και την σούπερ γιαγιά της, εβδομήντα εφτά χρονών. Είναι δυο φίλες, φίλες αληθινές, αλλά η ζωή ως γνωστόν είναι άδικη και η τρελογιαγιά θα πεθάνει αφήνοντας μόνη την εγγονή της, μόνη με μια παραγγελιά, μια αποστολή δύσκολη, να παραδώσει επιστολές συγγνώμης σε κάποια άτομα που γνώριζε. Τι θα μάθει για την εκκεντρική γιαγιά της η Έλσα, μέσα από αυτή τη διαδικασία; Ποια ήταν πραγματικά η τρελή γιαγιά που τα έβαζε με όλους; 

Σ' αυτό το αλληγορικό και συγκινητικά χιουμοριστικό  βιβλίο, ο συγγραφέας μας κάνει να  διερωτηθούμε κατά πόσο εμείς γνωρίσαμε πραγματικά ποια ήταν η δική μας γιαγιά, κι αν πίσω από τα φαινόμενα κρυβόταν κάτι άλλο.

Και πώς άραγε θα νιώθαμε αν ζούσαμε σ' έναν κόσμο όπου δεν θα ήσουν υποχρεωμένος να συμπεριφέρεσαι φυσιολογικά; Και πώς θα μεγαλώναμε αν είχαμε μια ασυνήθιστη γιαγιά με ελεύθερο πνεύμα, που θα έκανε κάθε παλαβομάρα για να μας κάνει να έχουμε ωραίες αναμνήσεις; Και τι θα άλλαζε στη ζωή μας αν μαθαίναμε τι ήταν η γιαγιά μας, όταν δεν ήταν ακόμα γιαγιά;

Επειδή πέρα από το οπισθόφυλλο ενός βιβλίου, μου αρέσει να διαβάζω πάντα την πρώτη σελίδα του, έτσι ξεκινούν οι 511 σελίδες της γιαγιάς που μας χαιρετά ζητώντας συγγνώμη:

"Όλα τα εφτάχρονα παιδιά αξίζει να έχουν σούπερ ήρωες. Απλώς έτσι είναι.
Και όποιος δεν συμφωνεί είναι στην πραγματικότητα εντελώς βλάκας.
Έτσι λέει η γιαγιάς της Έλσας.
Η Έλσα είναι εφτά χρονών, αν και σύντομα θα γίνει οχτώ. Δεν είναι ιδιαίτερα καλή στο να είναι εφτά χρονών και το ξέρει. ...   Οι άνθρωποι λένε ότι είναι "πάρα πολύ ώριμη για την ηλικία της", εκείνη ξέρει πως αυτός δεν είναι παρά ένας διαφορετικός τρόπος για να πουν ότι είναι "αρρωστημένα ενοχλητική για την ηλικία της". 

Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλοι προσβάλλονται όταν τους διορθώνει ένα εφτάχρονο παιδί για κάτι που είπαν λάθος, και τότε λένε "ώριμη για την ηλικία της". Λες και είναι καμιά αναπηρία, λες και τους προσβάλλει που στα εφτά της χρόνια δεν έχει κάλο στον εγκέφαλο.

Και γι' αυτό η Έλσα δεν έχει φίλους εκτός από τη γιαγιά. Επειδή είναι διαφορετική. "Επειδή όλοι οι σούπερ ήρωες είναι διαφορετικοί".

Κ.Μ

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Μου αρέσει το γεγονός ότι σε βιβλιοπωλεία της Ευρώπης και της Αμερικής μπορεί κανείς να βρει και παλαιότερες εκδόσεις να φιγουράρουν μπροστά μπροστά στους πάγκους δίπλα από τις νέες κυκλοφορίες. Βρήκα τον "Αθώο" του Μακ Γιούαν, του συγγραφέα της "Εξιλέωσης" να ποζάρει σε βιτρίνα μεγάλου βιβλιοπωλείου του Σαν Φρανσίσκο και το πήρα αμέσως. 


Η άψογη πλοκή, η ερωτική ατμόσφαιρα, η εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, η κατασκοπεία και η προδοσία, το Βερολίνο στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, ένα μυστικό σχέδιο και ο συναισθηματικός κόσμος του ήρωα, κάνουν το μυθιστόρημα να γίνεται μια μεγάλη απόλαυση. 

Ο εφιάλτης στον οποίο θα καταλήξουν τα γεγονότα, ένας ιδιαζόντος ειδεχθής φόνος και το τέλος μιας μοιραίας σχέσης, θέτουν αυτό το βιβλίο σε πολύ ψηλό επίπεδο του ψυχολογικού θρίλερ.

Η αθωότητα μπορεί να αποτελεί μια επικίνδυνη κατάσταση και η απουσία εμπειριών ζωής μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες κινήσεις χωρίς την παραμικρή συνειδητοποίηση του κακού που είναι πιθανόν να προκαλέσει κάποιος θεωρώντας τον εαυτό του αθώο. Αλλά ο αθώος μπορεί να χάσει τον έλεγχο, να γίνει βίαιος,  ακόμα και να σκοτώσει. 

Η υπόθεση του βιβλίου βασίζεται σε πραγματική ιστορία για μια κατασκοπεία στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια του Cold War.

Κ.Μ

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018

       Για "Το Χρυσό Σημειωματάριο", αυτό το αριστούργημα της νομπελίστριας Ντόρις Λέσινγκ, δεν θα ήθελα να γράψω κάτι άλλο, πέρα από αποσπάσματα από το βιβλίο:


"Να θυμάσαι ότι το βιβλίο που βαριέσαι όταν είσαι είκοσι ή τριάντα θα σου ανοίξει πόρτες όταν θα είσαι σαράντα ή πενήντα - και αντιστρόφως. Μη διαβάζεις ένα βιβλίο αν δεν είναι η κατάλληλη στιγμή".


"Αγαπητέ σπουδαστή. Είσαι τρελός. Γιατί να περάσεις μήνες και χρόνια γράφοντας χιλιάδες λέξεις για ένα βιβλίο, ή ακόμη και για έναν συγγραφέα, όταν υπάρχουν εκατοντάδες βιβλία που περιμένουν να τα διαβάσεις;"


"Αν αισθάνεσαι αποστροφή, τότε αισθάνεσαι αποστροφή. Γιατί να υποκρίνεσαι;... Οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για τους άλλους".


"Είμαι θυμωμένη με όλους τους ανθρώπους που ξέρω και σπαταλάνε τη ζωή τους... Δεν είσαι μόνο εσύ. Είναι πολλοί άνθρωποι".

"Πώς μπορεί μια χώρα τόσο γεμάτη με νευρωτικούς ανθρώπους να είναι καλή;"

"Αμφιβάλλω αν οποιοσδήποτε από τους προσήλυτους μπορεί να ξεχάσει τον ενθουσιασμό της πεποίθησής μας για το θαύμα της ζωής, γιατί ακόμα κι αν δεν τον είχαμε από ιδιοσυγκρασία, τον είχαμε πάντως λόγω αρχών".

"... χρησιμοποιώ μαζί του τον "αρνητικό" μου εαυτό. Έτσι, αυτή η πικρία εναντίον του, που τη νιώθω να μεγαλώνει συνεχώς μέσα μου, είναι ένας εμπαιγμός της αλήθειας".

"Γιατί δεν γράφω ποτέ απλώς αυτά και μόνο που συμβαίνουν; Γιατί δεν κρατάω ημερολόγιο;
Προφανώς το γεγονός ότι μετατρέπω τα πάντα σε μυθοπλασία είναι απλώς ένα μέσο για να αποκρύψω κάτι από τον ίδιο μου τον εαυτό".

Λίγα μόνο από τα πολλά που είχα υπογραμμίσει στο βιβλίο.

 Κ.Μ




Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

Είχα πεθυμήσει τη γραφή της Ελένης Γκίκα. Μετά τη "Λίλιθ" περίμενα πώς και πώς το επόμενο βιβλίο της. Και ήρθε έτσι όπως το ήθελα. "Η ωραία της νύχτας", η αρρώστια του έρωτα, το φονικό, το δεύτερο φονικό, οι ενοχές και η φυλακή.
Αλλά δεν είναι η ιστορία που συναρπάζει, είναι η τέχνη του λόγου. 

Τα γεγονότα τα είχαμε παρακολουθήσει στις ειδήσεις, τα γνωρίζαμε, ακόμα και τα άλλα, εκείνα που προηγήθηκαν, η γιαγιά, η φωτιά, το φονικό, κι ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια, η εγγονή σκοτώνει κι αυτή για τους δικούς της λόγους. "Κακή φύτρα;" όπως είχαν πει τότε οι συγγενείς του θύματος, του άντρα που η γυναίκα του τον έκαψε ζωντανό. Ο σπαραγμός, ο επαναπροσδιορισμός, το πεπρωμένο, ο τόπος, οι μνήμες,  όλα είναι εδώ, εδώ ξανά κλωθογυρίζουν. Στο Κορωπί. Εκεί όπου και η ίδια η συγγραφέας έχει θαυμάσει τους κήπους με τα χρώματα, είχε φανταστεί τα μυστικά πίσω από τους τοίχους των σπιτιών,  είχε ψηλαφίσει τις σκιές και τους φόβους των παιδικών χρόνων, με φόντο το νυχτολούλουδο με τη σπάνια μυρωδιά του.

Γιαγιά και εγγονή, φόνισσες, δυστυχισμένες ζωές, νουάρ ιστορίες, η στάμπα της τύχης και της ατυχίας, το παρελθόν που είναι το καύκαλό μας, οι δραματικές εξελίξεις, "ο τόπος τελικά σε καταδιώκει, μάλλον δεν γίνεται διαφορετικά".

Βλέπει τη φωτογραφία της σε μια εφημερίδα κρεμασμένη στο περίπτερο.


Τελικά υπάρχει στη ζωή "ποτέ ξανά;"

"Όλα επαναλαμβάνονται: τα ξεχασμένα, τα πληρωμένα, τα εκπληρωμένα, λες και γυρίζεις δεμένος στον ίδιο τον σιδερένιο σου πάσσαλο, καταδικασμένη να ξαναζείς εκείνο για το οποίο γεννήθηκες, μερικοί άνθρωποι ήρθαμε με το στίγμα, θα σκοτώσεις, θες δεν θες, σ’ αυτή τη ζωή. Δεκαεννιά χρόνια αυτό ακριβώς σκεφτόμουν μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα στη φυλακή. Όταν ήρθα ως εδώ, άρχισα πάλι να ελπίζω, πώς τόλμησα, δεν έπρεπε, είχα τα τελευταία χρόνια αποξεχαστεί. Να φύγω θέλω, δεν με χωράει ο τόπος ούτε κι εδώ".

"Δεν πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει το μέλλον, αδιάβατο θα του φανεί το παρόν".

"Ένα παιδί που δεν το αποδέχτηκαν τρέχει μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου".

"Να γυρίσω όλη μου τη ζωή σαν το πουλόβερ ανάποδα".
Απολαυστική γίνεται η ανάγνωση με τις παράλληλες αφηγήσεις τριών γυναικών για τους δυο φόνους τις δυο ερωτικές ιστορίες, τα δυο εγκλήματα που κάποτε θα έχουν παραγραφεί.

Κ.Μ

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Tον καλύτερο καφέ τον πίνεις στην Βιέννη, 
το καλύτερο γλυκό το τρως στο Παρίσι, 
την καλύτερη βάφλα θα την βρεις στις Βρυξέλλες,
το καλύτερο λουκάνικο θα το γευτείς στην Φρανκφούρτη
το καλύτερο κρασί θα το πιεις στην Καλιφόρνια, 
το καλύτερο χάμπουρκερ θα το φας στην Νέα Υόρκη.

 Το καλύτερο σουβλάκι του κόσμου... μόνο στην Αθήνα! 

Κ.Μ
Δεν έχω να γράψω πολλά για τον τεχνίτη του διηγήματος, τον άριστο λογοτέχνη της μικρής φόρμας, τον Σαλονικιό Γιώργο Σκαμπαρδώνη. 

Αγοράζω τα βιβλία του και με τρελαίνουν από τον τίτλο κιόλας: 
Επί ψύλλου κρεμάμενος, 
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος, 
Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, 
Η ψίχα της μεταλαβιάς, 
Ακριανή λωρίδα, 
Η στενωπός των υφασμάτων, 
Πάλι κεντάει ο στρατηγός,
Γερνάω επιτυχώς,
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, 
Υπουργός Νύχτας.



Και να το "Ντεπό", και να καινούρια έκπληξη. Πρόσφατα παρακουλουθούσα μια αγέλη σαρδέλων σ' ένα μεγάλο ενυδρείο της Καλιφόρνια, εντάξει δεν ήταν αθερίνες, αλλά δεν γινόταν να μην το θυμηθώ και να καρφωθώ για πολλή ώρα ατενίζοντας τον παράξενο χορό της υδάτινης ομορφιάς περιμένοντας να γιγαντωθούν και να μεταμορφωθούν σε κήτος.

Λατρεύω τα διηγήματα, ξέρω από πρώτο χέρι πόση δουλειά απαιτούν, να τρέξεις γρήγορα, να φτάσεις σ΄ένα τέρμα, με καλό αποτέλεσμα, ν' αφήσεις έκπληκτο τον αναγνώστη, να πεις πάρα πολλά με πολύ λίγα.

Η δεξιοτεχνία του διηγήματος και εν προκειμένω η δεξιοτεχνία του Σκαμπαρδώνη είναι να ακολουθείς τα βήματά του όπως ξεκινάς την ανάγνωση, φράση - φράση, λέξη - λέξη μέχρι να φτάσεις στην κορυφή της τέχνης, στο έπακρο της ομορφιάς μιας ακόμη λογοτεχνικής περιπέτειας. Να ταξιδέψεις σαν πουλί που εμπιστεύεται τον ουρανό και τους αγέρηδες. Να δεις καθαρές εικόνες, να μυρίσεις έντονα αρώματα και να νιώσεις όμορφα συναισθήματα.



"Ντεπό" στα γαλλικά, η αποθήκη, παραπέμπει σε ανάσυρση από το βαθύ παρελθόν, αναδεύοντας μια λεπτομέρεια που αφέθηκε να περάσει απαρατήρητη. Αναμνήσεις από μια άλλη Θεσσαλονίκη, θύμισες γλυκές και πικρές από τα παιδικά χρόνια, μαρτυρίες για το αναπότρεπτο της ανθρώπινης κατάστασης. 

Το παράξενο θάμβος που σου αφήνουν τα απρόβλεπτα, αυτό θα μπορούσε να ήταν με μια φράση ό,τι αναδύεται από τα αριστουργηματικά διηγήματα του Σκαμπαρδώνη.



"Αγγίζει ο Σκάμπι πάντα τη μεγάλη συγκίνηση, ο πολφός των λέξεών του, οι ξώβεργες που στήνει για να σπαρταρίσουν οι αναγνώστες, τα μπαρούτια με τα οποία σαν κυνηγός γεμίζει και γομώνει τις σφαίρες του, προκαλούν εκρήξεις και βροντοκρουσίες που ακούγονται ως και τη χώρα του απρόσληπτου". (Από το Athens Voice Στέφανος Τσιτσόπουλος).

Κ.Μ

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

      Είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω από κοντά την Κλαίτη Σωτηριάδου, που εδώ και δεκαετίες διαβάζω τις τόσο καλές μεταφράσεις της, από την Αλλιέντε ως τον Σάμπατο, για τον οποίο μας μίλησε σε λέσχη ανάγνωσης στην Αθήνα.

Για το βιβλίο του Ερνέστο Σάμπτατο "Το τούνελ", η μεταφράστρια είχε δηλώσει:


"Μεταφράζοντας το Τούνελ δεν μπόρεσα να μην προσέξω την ομοιότητα της πρώτης παραγράφου αυτού του μυθιστορήματος με την πρώτη φράση στο Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. 

Ο Ερνέστο Σάμπατο αρχίζει έτσι:«Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου».
Και το μυθιστόρημα του Κολομβιανού αρχίζει με αυτή τη φράση:
«Τη μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν ο Σαντιάγο
Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμισι το πρωί για να υποδεχτεί το πλοίο που θα έφερνε τον επίσκοπο».

Από τις πρώτες λέξεις και οι δύο συγγραφείς δίνουν στον αναγνώστη την έκβαση της ιστορίας, το τέλος του μυθιστορήματος. Πράγμα που όμως δεν σταματά το ενδιαφέρον, αντίθετα το μεγαλώνει. Ο Σάμπατο ανήκει στην τριάδα των πιο καταξιωμένων συγγραφέων της Αργεντινής μαζί με τον Μπόρχες και τον Κορτάσαρ, αλλά και στην ομάδα των συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής που προκάλεσαν τη λογοτεχνική έκρηξη με τα μυθιστορήματά τους. Με τη διαφορά ότι είναι λιγότερο πληθωρικός από τους υπόλοιπους παραμυθάδες και εμβαθύνει στην εσωτερικότητα του ανθρώπου και στη μοναδική προσωπικότητά του.

Πρόκειται για ένα κλασικό βιβλίο που έχει αντέξει στο πέρασμα του χρόνου γραμμένο από έναν συγγραφέα με μια πολύ ιδιαίτερη θεματολογία και γραφή".

"Το τούνελ" πρωτοκυκλοφόρησε το 1948 και είναι από τα βιβλία που θαυμάζω όχι για την έκβαση της ιστορίας, αλλά για την ίδια την περιπέτεια και την απόλαυση της ανάγνωσης. Από την αρχή ο αφηγητής δηλώνει ότι οδηγήθηκε στο φόνο της αγαπημένης του που την ζήλευε παράφορα και όλο το μυθιστόρημα δεν αποτελεί παρά τον μακρύ μονόλογο ενός περίεργου και καταθλιπτικού ανθρώπου, που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα πάθη του.

"Αλλά είναι αρκετά παράξενο που σ' έναν άνθρωπο δεν αρκεί να έχει γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο, για να ζει ευχαριστημένος. Όταν αρχίζει να αποκτάει ξανά ασφάλεια, η περηφάνεια, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, που, φαινομενικά, είχαν εξαφανιστεί για πάντα, αρχίζουν να φανερώνονται ξανά, σαν ζώα που είχαν φύγει τρομαγμένα. Και, κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουν με μεγαλύτερη έπαρση, σαν να ντρέπονταν που δεν είχαν πέσει τόσο χαμηλά". 

Η αγωνία, ο έρωτας, η ματαίωση, το αδιέξοδο,  εισβάλλουν διαπλάθοντας τον ψυχισμό ενός ζωγράφου που απεχθάνεται τους κριτικούς ζωγραφικής, που εστιάζεται σε μια γυναίκα η οποία ήταν η μοναδική που είχε παρατηρήσει μια λεπτομέρεια σ' έναν πίνακά του κι από εκεί ξεκινά η άγρια συναισθηματική μάχη μέχρι τη δολοφονία. Ο συγγραφέας με την τέχνη του κατεβαίνει στα υπόγεια της ψυχής και παρουσιάζει την ανθρώπινη περιπλοκότητα.

Κ.Μ