Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Έλλης Φιλοκύπρου. Τίτλος "Η Κάρι  μας".   Παλαιότερα είχε κυκλοφορήσει και από άλλους εκδοτικούς με κάπως διαφορετικό τίτλο.
 Το βιβλίο του Αμερικανού Theodore Dreiser "Sister Carrie" γράφτηκε στις αρχές του 1900, και πια θεωρείται κλασσικό, και συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα. Με την "Κάρι" φαίνεται ν' αλλάζει κατεύθυνση η αμερικάνικη λογοτεχνία, όταν όλα καταλήγουν να ανατρέπονται και το όνειρο να γκρεμίζεται, αφήνοντας τις ανθρώπινες καρδιές διαλυμένες. 

Τελικά πολλά βιβλία αξίζουν να ξαναγεννηθούν από τις στάχτες τους, να αναστηθούν για να διαβαστούν από νέες γενιές. 
"Η Κάρι μας", σύμβολο του ρεαλισμού, αποτύπωση της αμερικάνικης κοινωνίας της εποχής, (αρχές του 20ου αιώνα), ωδή στον καπιταλισμό που αναφαινόταν τότε με τα οικονομικά αγαθά να παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην αστική αντίληψη.  Η αλόγιστη και άκρατη κατανάλωση παρεμποδίζουν την ύπαρξη βαθιάς και ειλικρινούς σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν έναν έρωτα, αφού οι έρωτες είναι επιφανειακοί και πρόσκαιροι με τα πάθη και τις επιθυμίες να στέκονται πάνω από τα αισθήματα και την ηθική.

Η ιστορία της Κάρι έχει περίπου ως εξής:

Στα δεκαοκτώ της η Καρολίνα γεμάτη από τις αυταπάτες της άγνοιας και της νιότης ξεκινά από το χωριό της με το τρένο για το Σικάγο έχοντας για μοναδική περιουσία ελάχιστα φτηνοπράγματα,  και μια τσάντα ιμιτασιόν. Προορισμός της το σπίτι της αδερφής της.

When Caroline Meeber boarded the afternoon train for Chicago, her total outfit consisted of a small trunk, a cheap imitation alligator-skin satchel, a small lunch in a paper box, and a yellow leather snap purse, containing her ticket, a scrap of paper with her sister's address in Van Buren Street, and four dollars in money. It was in August, 1889. She was eighteen years of age, bright, timid, and full of the illusions of ignorance and youth. 

Είναι η εποχή που το αμερικάνικο όνειρο συνδέεται με την απόκτηση όσων περισσοτέρων αγαθών μπορεί κάποιος να φανταστεί και όλων των λαμπερών πραγμάτων που φαντάζουν στα καταστήματα των μεγάλων πόλεων (Σικάγο και Νέα Υόρκη στο βιβλίο) και η Κάρι θαμπώνεται από την πολυτέλεια στις ωραίες βιτρίνες και θέλει να αγοράζει ακριβά ρούχα.  

The poor girl thrilled as she walked away from Drouet. She felt ashamed in part because she had been weak enough to take it, but her need was so dire, she was still glad. Now she would have a nice new jacket! Now she would buy a nice pair of pretty button shoes. She would get stockings, too, and a skirt, and, and—until already, as in the matter of her prospective salary, she had got beyond, in her desires, twice the purchasing power of her bills.

Το φτωχό κορίτσι είχε γνωρίσει τον Ντρουέ ο οποίος της έδωσε χρήματα που τόσο πολύ τα είχε ανάγκη που την έκαναν χαρούμενη αφού θα μπορούσε ν' αγοράσει ένα όμορφο ζευγάρι παπούτσια, κάλτσες, μια φούστα. Αλλά αυτά που επιθυμούσε ήταν διπλάσια από το μισθό της.

In Carrie—as in how many of our worldlings do they not?—instinct and reason, desire and understanding, were at war for the mastery. She followed whither her craving led. She was as yet more drawn than she drew.

Στην Κάρι, το έντσικτο και η λογική, η επιθυμία και η κατανόηση, πάλευαν ποιο θα επικρατούσε. Εκείνη ακολουθούσε  τους πόθους της. Την κατεύθυναν, δεν τα κατεύθυνε η ίδια.

Carrie recognised the glance and the girl. She was one of those who worked at the machines in the shoe factory. The latter looked, not quite sure, and then turned her head and looked. Carrie felt as if some great tide had rolled between them. The old dress and the old machine came back. She actually started.

Σε κάποιο δρόμο ενώ περπατούσαν με τον Ντρουέ,  η Κάρι αναγνώρισε ένα κορίτσι από εκείνα που δούλευαν στο εργοστάσιο παπουτσιών μαζί της, όταν έπιασε την πρώτη της δουλειά ως εργάτρια. Ένιωσε σαν να είχε περάσει ένα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα ανάμεσά τους. Θυμήθηκε τα παλιά ρούχα και τις παλιές μηχανές.
Carrie had no excellent home principles fixed upon her. If she had, she would have been more consciously distressed. Now the lunch went off with considerable warmth. Under the influence of the varied occurrences, the fine, invisible passion which was emanating from Drouet, the food, the still unusual luxury, she relaxed and heard with open ears. She was again the victim of the city's hypnotic influence.

Η Κάρι δεν είχε πάρει γερές αρχές από το σπίτι της. Αν είχε, θα ήταν πιο ανήσυχη με τη συνείδησή της. Τώρα, το γεύμα ήταν απολαυστικό υπό την επίδραση του πάθους που έτρεφε για εκείνη ο Ντρουέ, την ασυνήθιστη πολυτέλεια... Ήταν ξανά το θύμα της υπνωτικής επίδρασης της πόλης...

Η Κάρι θα γνωρίσει ακολούθως τον Χάρστγουντ ο οποίος θα την γοητεύσει με τον πλούτο που διαθέτει, την κοινωνική υπόληψη και θα φύγει μαζί του στην Νέα Υόρκη.
Hurstwood was something of a romanticist after his kind. He was capable of strong feelings—often poetic ones—and under a stress of desire, such as the present, he waxed eloquent. That is, his feelings and his voice were coloured with that seeming repression and pathos which is the essence of eloquence.

Αλλά σύντομα η Κάρι θα μάθει ότι ο Χάρστγουντ είναι παντεμένος και καλός οικογενειάρχης, άνθρωπος με αρχές, πράγμα που θα δυσκολέψει τη ζωή και των δυο.

Hurstwood was a man of authority and some fine feeling, and it irritated him excessively to find himself surrounded more and more by a world upon which he had no hold, and of which he had a lessening understanding.

Κάπως ηλικιωμένος, είχε θελήσει να κρατήσει τη φωτιά της νιότης μέσω ενός θερμού και παράλογου πάθους.

Hurstwood, being an older man, could scarcely be said to retain the fire of youth, though he did possess a passion warm and unreasoning.

Η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει και θα χάσει και την Κάρι, η οποία εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει φήμη καθώς έγινε ηθοποιός, και μάλιστα μεγάλο αστέρι. Ο Χάρστγουντ θα δει τη ζωή του να γκρεμίζεται,  έχοντας ως μοναδική ελπίδα τη στήριξη από την Κάρι.

So this was the game, was it? Shut him out and make him pay. Well, by the Lord, that did beat all!

His condition was bitter in the extreme, for he did not want the miserable sum he had stolen. He did not want to be a thief. That sum or any other could never compensate for the state which he had thus foolishly doffed. It could not give him back his host of friends, his name, his house and family, nor Carrie, as he had meant to have her. He was shut out from Chicago—from his easy, comfortable state. He had robbed himself of his dignity, his merry meetings, his pleasant evenings. And for what?

Νιώθει αναξιοπρεπής, χαμένος, όλα έχουν διαγραφεί για εκείνον, φίλοι, όνομα, σπίτι και οικογένεια, ακόμα και η Κάρι.

Σε εποχές κρίσης και αναζήτησης, οι άνθρωποι αφήνονται να κυβερνούνται από ένστικτα και ορμές, ζουν χωρίς ηθικό υπόβαθρο κι όταν έρθει η ώρα της διάψευσης,  μπορεί κάποιοι εύποροι που έκαναν τη μεγάλη ζωή, να βρεθούν στις ουρές των αστέγων, έχοντας χάσει και κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. 

Το αμερικάνικο όνειρο της εποχής δεν προέβλεπε την αλληλεγγύη όταν όλα θα κατέρρεαν, δεν προέβλεπε το μέγεθος της θλίψης όταν το όνειρο θα καταντούσε εφιάλτης. Οι παλιοί φίλοι θα είναι πρόθυμοι  να βοηθήσουν; Η Κάρι τι θα κάνει για την καταστροφή του Χάρστγουντ; Θα τον στηρίξει όταν εκείνος θα έχει την ανάγκη της και θα βρεθεί βουτυγμένος μέσα στην ντροπή χάνοντας τον έλεγχο της ζωής του;
Πού θα οδηγηθεί η Κάρι ακολουθώντας την ομορφιά και κυνηγώντας τα λούσα; 
Η επίπλαστη ευμάρεια, ο ξερός κυνισμός και ο εύκολος δρόμος για την κατάκτηση του αμερικάνικου όνειρου, γίνονται τα στοιχεία με τα οποία ο κορυφαίος συγγραφέας με αληθινή τέχνη αποτυπώνει την εποχή του και την μεταφέρει στον αναγνώστη όλων των εποχών.

Κ.Μ
 


Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Μια διαφορετική διάσταση του θρύλου και της παγανιστικής μυθικής ελληνικής υπαίθρου, ανάμεικτη με την επινοημένη δεισιδαιμονία. Απόλαυσα το βιβλίο καθώς λατρεύω τη λογοτεχνία του φανταστικού και της παραδοξότητας. 

Μια αξιόλογη συλλογή διηγημάτων που θα νόμιζε κανείς ότι από κάπου θα είχε ακούσει τις ιστορίες ο νεαρός συγγραφέας Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ευρηματική φαντασία.

Μαγεμένα παραμύθια, με τοπωνύμια όπου θριαμβεύει ο τρόμος, το σουρεαλιστικό στοιχείο, οι πανταχού παρούσες δεισιδαιμονίες, η περιπλάνηση του θανάτου, οι αλαφρωΐσκιωτοι θνητοί, όλα συνδέονται περιέργως και εντέχνως. 

Οι "Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας" δεν αναφέρονται σε ιστορίες της παλιάς Θεσσαλίας με λαογραφικό χαρακτήρα, όπως πολύ πιθανόν να αφήνει να νοηθεί ο τίτλος του βιβλίου. Η παράδοση εμφανίζεται μέσα από το φανταστικό με πετυχημένο λογοτεχνικό κείμενο, με λέξεις που προκαλούν ανατριχίλα, με τη μυθοπλασία να στρέφεται στη ζοφερή εξωτικότητα.

Διαβάζοντας τις παγανιστικές δοξασίες θα συναντήσουμε ουκ ολίγα φοβερά:

"μια καρδάρα ζεστό γάλα ανακατεμένο με πρόβειο αίμα"

" από τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται σκοινιά θηλιασμένα"

"να μαστιγώσει τη λακκούβα με τη βίτσα μέχρι να συνετιστεί η γης"

"οι ανάσες των φεγγαρόπαιδων κατεβαίνουν μέχρι τη γη"

"ο γδαρμένος λύκος αποκαλύπτεται πια ως  νεαρός άντρας"

"θα καταλήξει κι αυτός ένα ακόμη δέρμα για το ταμπούρλο της"

"από τα μαστάρια της βυζαίνουν μαύρο γάλα οι άταφοι νεκροί και οι αυτόχειρες"

"ένα κεφάλι μωρού να ξεπροβάλλει μέσα από τις πεταμένες τρίχες του γέρου"

"δεν κάνει να δεις τον νεκρό την ώρα που τρώει"

"εκεί βρίσκονται όλα τα μωρά που δεν θα γεννηθούν ποτέ"

"να κοινωνάει ένα τσούρμο ποντίκια μ' ένα ασημένιο κουτάλι"

"τους άλιωτους νεκρούς που ολόγυρα περίμεναν". 

Χθόνια γη, χθόνιες τελετουργίες που φτιάχνουν καινούριες δοξασίες με φόντο τη φαντασία. 

Ευχάριστη ανάγνωση που δίνει την αίσθηση ότι παρακολουθείς ταινία θρίλερ, αλλά με άξονα την λογοτεχνική χροιά. 

Από τους νέους λογοτέχνες που υπόσχονται πολλά, ο Λαρισαίος συγγραφέας.
Kαι για άλλη μια φορά μάς εκπλήσσουν οι ειδήμονες, αν και νέοι "Αντίποδες".

Κ.Μ

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019


          Tο αγόρασα  σε e-book όπως και αρκετά από τα προηγούμενα βιβλία της υπέροχης Φωτεινής Τσαλίκολγου, που την είχα γνωρίσει από την "κόρη της Ανθής Αλκαίου", πολλά χρόνια πριν κι από τότε την αγάπησα.  Στην "μετακόμιση" η συγκίνηση ξεχείλιζε από κάθε σελίδα, το βιβλίο το έχω εντάξει σ΄εκείνα της δεύτερης ανάγνωσης. Αυτή ήταν και η δεύτερη ανάγνωση.



Υπαρξιακό, συμβολικό, διαισθητικό βιβλίο από μια διακεκριμένη καθηγήτρια Ψυχολογίας, που μας βάζει να σκεφτούμε, σχεδόν να ζήσουμε, μια μετακόμιση, όχι από σπίτι σε σπίτι, όχι από επιλογή, μα την τελευταία μετακόμιση , την αναγκαστική, από το σπίτι στον οίκο ευγηρίας,  λόγω άνοιας. 

Δεν θα κάνω κριτική στο βιβλίο της κυρίας Φωτεινής Τσαλίκογλου, σ' αυτό το ταξίδι αναπόλησης μιας ζωής. Μια αναπόληση που πηγαίνει πίσω στα τραύματα του ξεριζωμού (από χαμένες πατρίδες) και στον τρόμο ενός άλλου ξεριζωμού (της μετακόμισης από το σπίτι στο ίδρυμα). Θα προτιμήσω να δώσω μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο, χαρακτηριστικά για τη γνωριμία της πρωταγωνίστριας που με οδηγό το συναίσθημα, θα ακολουθήσει μια πορεία στην αναζήτηση της ύπαρξης, αφήνοντας πίσω τόσα και τόσα και παίρνοντας μαζί της μόνο ελάχιστα.

Ανάμεσα στα κενά μνήμης θα έρθει η ομιχλώδης εικόνα της γιαγιάς της από την Καππαδοκία, να της λέει στα τούρκικα:   "Tamam sana ", δηλαδή σου εύχομαι όλα να πάνε καλά!  Θα πάνε καλά; Θα νικήσει το φόβο του θανάτου; Θα βρει διέξοδο για να μην πέσει πάνω στον τοίχο της αθλιότητας των γηρατειών;


«Ογδό­ντα δύο χρό­νων η μικρή Ευ­ρυ­δί­κη. Σε λίγες ώρες, για την ακρί­βεια στις οχτώ το πρωί, αλ­λά­ζει διεύ­θυν­ση. Με­τα­κο­μί­ζει. Στο χρόνο που της μένει, θα πρέ­πει να συμ­μα­ζέ­ψει, να πε­ρι­σώ­σει, να δια­λέ­ξει. Και να πάρει μαζί της μόνο όσα χρειά­ζο­νται. Να είναι κα­θα­ρό το μυαλό της, σε επα­γρύ­πνη­ση. Να μην ξε­χα­στεί κι αφή­σει πίσω της πράγ­μα­τα χρή­σι­μα και προ­σφι­λή. Με το γήρας, όμως, ξε­χνάς. Και ό,τι έχεις μάθει, σε ξε­χνά­ει κι αυτό.» 
(νέα σελίδα στη ζωή)

"Στον καθρέφτη βλέπεις ένα άγνω­στο πρό­σω­πο να σε κοι­τά­ζει. Το άγνω­στο πρό­σω­πο ξα­πλώ­νει μαζί σου στο κρε­βά­τι. Φο­ρά­ει τα ρούχα σου. Κλέ­βει τις σκέ­ψεις σου. Τα­ρά­ζει την ησυ­χία σου. Θες να το εξα­φα­νί­σεις. Άνοια: λέ­ξη-τρό­μος. Παλτό. Θα πάρει μαζί το παλτό της. Θα πάρει μαζί το πα­νω­φό­ρι της. Πα­νω­φό­ρι. Παλτό". (γίνεσαι ένας άλλος άνθρωπος)

«Αν δεν έχει κάτι το θλι­βε­ρό, η όλη ιστο­ρία έχει κάτι το γε­λοίο».  (απώλεια μυαλού)

"Το χιόνι είναι το αγαπημένο μου φαγητό".   (άνοια)

«Ποτέ άλ­λο­τε η λέξη «υγεία» δεν της προ­κά­λε­σε τόση δυ­σφο­ρία.»
«Αγα­πη­τή κυρία Ματ­θαί­ου, ει­λι­κρι­νά λυ­πού­μα­στε, αλλά δεν επι­τρέ­πο­νται κα­τοι­κί­δια στο Κέ­ντρο μας. Είναι φο­ρείς ακα­θό­ρι­στων μι­κρο­βί­ων. Μέ­λη­μα μας είναι η υγεία σας».  (περιορισμός στην ελευθερία)


«Η αντί­στρο­φη μέ­τρη­ση μιας ιστο­ρί­ας εγκα­τά­λει­ψης έχει ξε­κι­νή­σει.»  (μετακόμιση)

«Τα άγνω­στα πρό­σω­πα, αγο­ρα­σμέ­να σε τιμή ευ­και­ρί­ας στο τούρ­κι­κο πα­ζά­ρι, χα­μο­γε­λούν αχνά στο φακό.» (απώλεια μνήμης)


«Είναι αλη­θι­νή με την υπό­σχε­σή της. Υπάρ­χουν ψέ­μα­τα που είναι πιο αλη­θι­νά από τις αλή­θειες. Άλ­λω­στε, δεν υπάρ­χει τί­πο­τα πιο απα­τη­λό, δεν υπάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο ψέμα από ένα τα­κτο­ποι­η­μέ­νο χα­μο­γε­λα­στό και ενη­με­ρω­μέ­νο με ακριβείς τόπους και ημερομηνίες οικογενειακό άλπουμ."   (συνέπεια για μια υποχρέωση)

«Το γήρας προ­σφέ­ρει μια ιδιό­τυ­πη προ­στα­σία από την τα­ρα­χή, ένα πα­ρά­ξε­νο και σκο­τει­νό σω­σί­βιο. Να βλέ­πεις ασυ­γκί­νη­τη τους άλ­λους από μα­κριά, μι­κρές αδιά­φο­ρες τε­λί­τσες που αιω­ρού­νται στο Διάστημα έως ότου μια κουκιδίτσα να γίνεις κι εσύ".  (απάθεια)


«Δεν θα ξε­χά­σει. Θα πα­ρα­μεί­νει αν­θρώ­πι­νο πλά­σμα. Άν­θρω­πος ση­μαί­νει θυ­μά­μαι.» (δύναμη)

«Πώς θα είναι εκεί που δεν θα είναι εδώ; Πώς θα μάθω να μην είμαι εδώ που μια ζωή ήμου­να; ανα­ρω­τιέ­ται η κυρία Ευ­ρυ­δί­κη".  (αναψηλάφιση)

"Η ηρω­ί­δα της με­τα­κό­μι­σης έχει ημε­ρο­μη­νία γέν­νη­σης, αλλά δεν έχει ημε­ρο­μη­νία θα­νά­του". (αντίδοτο στην κατάρρευση)

Κ.Μ

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Μέσω της ποίησης,  μπορεί κανείς ν' αγγίζει εκείνη την αίσθηση της επικοινωνίας με τον στίχο, την αίσθηση της συμμετοχής στη λέξη,  και την τέλεια αίσθηση ότι περιτυλίγεται από μια ιδέα, μια θαυμάσια πρωτοποριακή ιδέα που του φανερώνεται με τρόπο αλλόκοτο, θαυμαστό, εξιδανικευμένο. Αυτές οι αισθήσεις θαλπωρής σε κάνουν να θες να διαβάζεις πάντα ποίηση.

Τα "Αφόρετα θαύματα" (εκδόσεις Κέδρος) είναι μια τέτοια ιδέα μέσω της οποίας η ποιήτρια Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη  στις αισθήσεις της μέθεξης και της υπαρξιακής αναζήτησης.

Είναι θαύματα που
"χτυπούν τον χρόνο για να μπουν".
Είναι θαύματα που δεν βολεύονται στην
"άθλια επινόηση της προσδοκίας".
Είναι θαύματα που 'εκβάλουν από βαθύ πηγάδι', που
 "επιχειρούν ομαδικά χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν".


Οι λέξεις αντιστέκονται στο σφάλμα, οι λέξεις μεταμορφώνονται σε θαύμα και θεραπεύουν, οι λέξεις συμπνονούν τις βασανισμένες ψυχές, οι στίχοι διασχίζουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι στίχοι στοχάζονται πάνω στα προβλήματα του κόσμου, οι στίχοι θάβουν και ξεθάβουν το παρελθόν. Τα θαύματα εναντιώνονται στη διάψευση.

" 'Οχι, όχι 
  εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί
 ούτε για κάπου αλλού βεβαίως..."


"Είναι φυλακισμένη μες στα πράγματα
 σαν προδοσία σιωπηλή 
 η μεταμόρφωσή τους".

Κ.Μ

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019


Από τα λογοτεχνικά βραβεία για το 2017.



Το Ειδικό Θεματικό Βραβείο για το βιβλίο που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην Αγγελική Σιδηρά για το έργο της με τίτλο ‘Silvert Alert’ (εκδόσεις Κέδρος).


Συγχαρητήρια στην ποιήτρια Αγγελική Σιδηρά και στις εκδόσεις Κέδρος.





Amber alert


Κοριτσάκι γύρω στα τέσσερα
ντυμένο με την τριανταφυλλί του αθωότητα
με την ατίθαση αλογοουρά
και μάτια μεγαλωμένα
για να χωρέσει όλο το μέλλον
που απλωνότανε μπροστά του
εξαφανίστηκε.

Αυτή λοιπόν ήμουν εγώ,
χαμένη οριστικά,
κρυμμένη κάπου στα εβδομήντα τόσα χρόνια
που μεσολάβησαν.
Άφαντη. Λησμονημένη
εκεί στην ξεγνοιασιά,
στην προσδοκία,
στο γέλιο το ανέμελο,
σχεδόν στην άγνοια.

Ψάξτε για μένα,
σας εκλιπαρώ!

Η άγνωστη που είμαι τώρα
στο κάτοπτρο συναπαντά
μια παρωδία της, είδωλο εξαθλιωμένο
που αγνοεί πως είναι αυτή
το κοριτσάκι που γυρεύετε
και που γι’ αυτό
ποτέ δεν θα το βρείτε.

      Άκρως συγκινητικό και ανθρώπινο το δωδέκατο ποιητικό της βιβλίο, αγγίζει το θέμα της απώλειας με αξιοπρέπεια. Ο πόνος για κάθε χαμό. Για τα εξαφανισμένα πρόσωπα, που χάθηκαν επειδή χάθηκε ένα μέρος του μυαλού τους, που η άνοια επέβαλε την κυριαρχία της σιγά σιγά. Για τους αδικοσκοτωμένους στην άσφαλτο.  Ο αναγνώστης νιώθει πως οι ξένες υποθέσεις, μπορεί να γίνουν ανά πάσα στιγμή και δικές του ιστορίες, θα τον αφορούν άμεσα κάποτε, αυτό είναι που με το ταλέντο της η ποιήτρια μάς κάνει να σκεφτούμε πως ο χρόνος τρέχει όχι πάντα υπέρ μας. 

       Οι τραγικές φιγούρες των ποιημάτων γίνονται άτομα δικά μας που η αδέκαστη ζωή τους μπήγεται μέσα στο συναίσθημα και μας βάζει να ακούσουμε το καμπανάκι, που κανείς ποτέ δεν ξέρει πότε και για ποιον χτυπάει.


    Οι άνθρωποι μερικές φορές αρχίζουν να ξεχνούν, να συμπεριφέρονται παράξενα, να γερνούν άσχημα και να μη θυμούνται, η ζωή τους . Να χάνονται. 
"κλούβιες μνήμες".

     Αλλά ο δυνατότερος πόνος είναι εκείνος της απώλειας του παιδιού, το πιο επώδυνο φάσμα της ζωής, όταν το τέλος έρχεται πρόωρα χωρίς να προλάβει κανείς να ζήσει. Και τότε όλα χάνονται για τη μάνα, εκτός από τα όργανα του νεκρού παιδιού της, που τώρα ζουν σε άλλα σώματα, αλλά ζουν, με τρόπο άλλο, σε αίμα άλλο, όμως εκείνη δεν βλέπει τη ζωή του εξακολουθεί, βλέπει τον επικείμενο θάνατο, κι άλλο ακόμα θάνατο, κι άλλους ακόμα θανάτους.
 "σε πόσους τάφους θα κοιμάται το κορμί σου".

  Η ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά είναι ένα απόλυτο ρέκβιεμ, μια νεκρώσιμη ακολουθία, μια μεγάλη προσευχή για την ανάπαυση των ψυχών όσων δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Όπου δεν λείπουν και θέματα της επικαιρότητας, παιδάκια αθώα που πνίγηκαν στα κύματα της μετανάστευσης, νέοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία, γίνονται σύμβολα της ποίησης για τον πόνο όσων έμειναν πίσω, και δεν περιμένουν καμιά ανάσταση.
"Στα όνειρα μπερδεύομαι, Εσύ γίνεσαι εγώ, Κι εγώ πάλι εσύ".

     Μέσα από την ποίηση αυτή, ένιωσα κι εγώ πάσχουσα με τη σκέψη  να κατευθύνεται σε όσους γνωστούς χάθηκαν άδικα, σε εξαφανισμένους ηλικιωμένους όταν η άνοια πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ζωής τους. Και η καρδιά παγώνει μόλις ο νους πάει σε μητέρες που έχασαν το γιο τους, όπως η ίδια η ποιήτρια που αφοπλίζει με το μητρικό θρήνο και συγκινεί αφάνταστα με την εξομολόγηση της απόγνωσης. Ένας σπαραγμός αληθινός είναι ο άξονας αυτής της ποιητικής συλλογής.  

"Πώς έτσι άσπλαχνα με καταδίκασες παιδί μου;"

Το δράμα της ποιήτριας συμπικνώνεται σε μια αλήθεια, ότι ο θάνατος δεν διορθώνεται κι ότι ο πόνος είναι ισόβιος.

Κ.Μ

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Θ' αρχίσω από την μετάφραση. Είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική. Σαν να πρόκειται για  πρώτη γραφή. Kαι δυνατή γραφή! (Μαρίας Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος).
Ακολούθως θα πω ότι αυτό είναι  ένα βιβλίο που θα ήταν καλό να διαβαστεί μονορούφι, αλλιώς υπάρχει η πιθανότητα να χάσεις κάπου το ενδιαφέρον για την πλοκή διαμέσου των ατέλειωτων διαλόγων και των λεπτομερών περιγραφών. Αλλά τελικά αυτός είναι ο ουσιώδης πυρήνας της ιστορίας και όχι η ίδια η ιστορία στα "Έθιμα Ταφής".

Και φτάνω στη γλώσσα. Με εντυπωσίασε η ποιητική γραφή της νεαρής Αυστραλής Χάνα Κεντ, η δυνατή περιγραφή παντού, η ικανότητα να σε κάνει να δεις μπροστά σου το τοπίο, να αισθανθείς βαθιά την αδικία, να ζήσεις από πρώτο χέρι την ιστορία. Και να απολαύσεις   το εξαίσιο ταίριασμα του μύθου με την πραγματικότητα. Η αληθινή ιστορία πλέκεται έντεχνα και μαγικά με τη μυθοπλασία και οι σελίδες κυλάνε πολύ γοητευτικά ώστε να μην σε νοιάζει και τόσο η όλη υπόθεση, η οποία είναι γνωστή κατά ένα μεγάλο μέρος καθώς η έκβαση της ιστορίας, αφού πρόκειται για γεγονός, δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά ένα βιβλίο γίνεται λογοτεχνία γι' αυτό ακριβώς: ενώ γνωρίζεις την ιστορία, βυθίζεσαι με δέος στην ανάγνωση και μαγεύεσαι από τις λέξεις. Η μυθοπλασία παίζει εδώ τέλεια το ρόλο της, ώστε να μην μας αφορά τόσο το προαναφερθέν τέλος και χωρίς να περιμένουμε εκπλήξεις, συνεχίσουμε ελεύθερα την απόλαυση.

Μόλις διαβάσεις το οπισθόφυλλο και τον πρόλογο, έχεις ήδη πιαστεί στην παγίδα της απνευστί ανάγνωσης. Ξεχνάς και να φας. Ναι, αλήθεια.


Επειδή μου αρέσει πολύ η διήγηση προς τα πίσω, (flashback) κι επειδή τα "'Εθιμα ταφής" έχουν βραθευθεί, κι επειδή η ιστορία αρχίζει με μια βεβαιότητα (ότι η παρουσία του θανάτου θα υπάρχει μέχρι το τέλος, αλλά μέσα από μια τραγικότητα άκρως ποιητική), έπεσα με τα μούτρα στην καθηλωτική ροή βαδίζοντας αντίστροφα προς την αποκάλυψη. Η εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς δεν συμπτίπτει πάντα με την πραγματική μας εικόνα. Αυτή είναι η πιο συγκλονιστική αλήθεια για μια διφορούμενη εικόνα μιας γυναίκας, μιας φόνισσας. 



Η 'Αγκενς Μαγκνουσντότιρ είναι η τελευταία γυναίκα της Ισλανδίας που καταδικάστηκε για δολοφονία και οδηγήθηκε σε δημόσια εκτέλεση το 1830. Είχε όμως στ' αλήθεια εγκληματήσει; Πώς στιγματίζεται και μαυρίζει το όνομά της διαμέσου των προκαταλήψεων της εποχής και πόσο προδιαγεγραμμένη ήταν η πορεία της; 

"Υπάρχουν άνθρωποι που από την αρχή δεν έχουν ελπίδες".

"Όταν χτύπησαν τα τύμπανα σ' εκείνη τη μικρή αίθουσα κι ο Μπλόνταλ είπε με δυνατή φωνή "Ένοχη", το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: αν κουνηθείς, θα γίνεις θρύψαλα. Αν ανασάνεις, θα καταρρεύσεις. Θέλουν να σε αφανίσουν".


"Είναι τόση η μοναξιά, που πιάνω φιλίες με τα κοράκια".


"Ακόμα κι αν ξέρεις τι έχει κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του, δεν θα πει ότι ξέρεις τον ίδιο τον άνθρωπο".

"Ναι, θα μείνεις μαζί μας, αλλά όχι τζάμπα. Δεν θέλω φόνισσα στο σπίτι μου. Παραδουλεύτρα θέλω". 
Φόνισσα. Η λέξη μένει μετέωρη ανάμεσά μας. Βαριά. Δεν την παίρνει ο αέρας. 
Θέλω να κουνήσω το κεφάλι μου. Αυτή η λέξη δεν είναι για μένα, θέλω να πω. Δεν είναι δική μου, δεν μου ανήκει. Είναι μια λέξη που ανήκει σε άλλον. Μια λέξη ξένη.
Αλλά τι νόημα έχει να τα βάζει κανείς με τις λέξεις;"


 Το "The good people" το διάβασα στα αγγλικά, αλλά δεν δοκίμασα τον ίδιο αμείωτο ενθουσιασμό με το "Burial Rites".
Κ.Μ

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Αυτό ήταν το ντεπούτο του νομπελίστα Ισιγκούρο, μια πλοκή που μπορεί να φαίνεται από ανάλαφρη ως ανύπαρκτη, η οποία όμως κρύβει πίσω της αλήθειες σκληρές που αφορούν τον πόλεμο, την απώλεια, την μελαγχολία.

Μετά την καταστροφή του, το Ναγκασάκι πασκίζει να ξαναγίνει πόλη, και οι άνθρωποι που επέζησαν να ξαναχτίσουν την ψυχή τους. Για κάποιους είναι ανέφικτο (η Κέικο δεν θα αντέξει τα νέα δεδομένα της ζωής της και θα κρεμαστεί).

Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές στην παλιά Ιαπωνία και τις νοοτροπίες που πια έχουν αλλάξει κατά πολύ και ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει ιδέες που λίγο πολύ ίσχυαν και στην Ευρώπη και που πια δεν ισχύουν. Ή και το αντίθετο.



Ο ρεαλισμός είναι εμφανής σε όλο το βιβλίο με την ηρωίδα να έχει περίεργη συμπεριφορά και να είναι αντικοινωνική, αποτέλεσμα των φρικτών εμπειριών που πέρασε κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού.

Ο αναγνώστης κατανοεί την Μαρίκο και την συμπονεί εξαιρετικά, ιδίως στην σκηνή με τα γατάκια της. Οι φοβερές αναμνήσεις έρχονται και στοιβάζονται μέρα με τη μέρα καθώς η πόλη αναπλάθεται μέσα από τα ερειπωμένα κτίρια και τα μπάζα. 

Η Ιστορία σημαδεύει εσαεί κάποιους ανθρώπους, που ωστόσο κάνουν ό,τι μπορούν για να συνέλθουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, όπως κάνει η Ετσούκο, που τώρα ζει στην Αγγλία και ονειρεύεται να πάει στην Αμερική για μια νέα αρχή.

Κλείνοντας το βιβλίο, (την οθόνη κατακρίβειαν αφού το αγόρασα ηλεκτρονικά), η "Αχνή θέα των λόφων" παρέμεινε αχνή αν και περίμενα να γινόταν πιο ξεκάθαρη, αλλά ο συγγραφέας μου έδωσε την εντύπωση ότι η ιστορία αφήνεται στην τύχη της, ή στην επιλογή του κάθε αναγνώστη, σαν να με έριξε σε μια ανεπάρκεια γενικώς.

Σίγουρα  το  "A pale view of hills" δεν συγκρίνεται με το "Never let me go"  ή ακόμα με το     "The remains of the day".

K.M

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

"Μπήκα" κι εγώ στο "Λεωφορείο" κι έκανα και τις 19 στάσεις μαζί με τον Σκαμπαρδώνη σ' αυτή την αποκαλυπτική επανα-περιήγηση της Θεσσαλονίκης  με την σκαμπαρδωνική ματιά.
 Η διαδρομή του λεωφορείου έχει διττή επίδραση στον επιβάτη, μια που αφορά την όραση, αυτά που βλέπει από το τζάμι απέξω και μια που αφορά τον ψυχισμό, αυτά που νιώθει καθώς το λεωφορείο τρέχει, σταματά και ξαναξεκινά. Και ο νους τρέχει κι αυτός και σε κάθε στάση μαζεύονται οι αναμνήσεις "μέσα σε μια κατάσταση ανυψούμενης ονειρικής αποκάλυψης" και μπερδεύεται αυτό που υπάρχει με εκείνο που υπήρξε.


"Το δρομολόγιο αυτό είναι μια πρόσθεση από αφαιρέσεις. Μέσα μου ενυπάρχω κι εγώ ως μια ρευστή έλλειψη και συνεπιβάτης του διαφεύγοντος εαυτού μου".




       Βιογραφική μυθοπλασία,  δημοσιογραφική ματιά, μαγική αφήγηση, αληθινό τοπίο της πόλης, γενναιόδωρη περιγραφή, γοητευτική αλητεία, όλα αυτά κι άλλα ακόμα είναι το "Λεωφορείο". 

"Ένιωθα κάποια ταραχή, αλλά και συγκίνηση - με πλημμύρισαν απρόσμενα τόσες μνήμες, που δεν προλάβαινα να τις συνειδητοποιήσω".

Γειτονιές που χάθηκαν, που αλλοιώθηκαν εντελώς, που άλλαξε ο κόσμος τους, εκεί που κάποτε υπήρχε ένα σινεμά, σήμερα είναι κάτι άλλο, ή μονάχα "μια μούμια" (το σινεμά της γειτονιάς όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, έγινε παγοδρόμιο και μετά σούπερ μάρκετ). 

Πάντα όμως κάποια αόρατα νήματα μας ενώνουν με την πόλη μας, τη γειτονιά μας, το δρόμο όπου παίζαμε μπάλα και κρυφτό. Πάντα όμως σπαράζεις καθώς γυρνάς πίσω, όταν γνωρίζεις τον τόπο σου από την αρχή. Η πόλη είναι αθέατη, αόρατη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας είχε πει στην παρουσίαση του βιβλίου του, η πόλη είναι μυθολογική, επινοημένη, δεν βλέπεις τι γίνεται μέσα στην πόλη, την αντιλαμβάνεσαι ελλειπτικά και αόρατα. Όπως δεν γνωρίζεις την ψυχή ενός ανθρώπου, έτσι δεν γνωρίζεις την ψυχή της πόλης.

Οι αληθινοί εραστές της πόλης ξέρουν να την καταλαβαίνουν, να την βλέπουν εν ροή, να την γνωρίζουν εκ βαθέων, να την εκτιμούν.  Και ο συγγραφέας ξέρει να μετατρέπει σε λογοτεχνία την απλή περιγραφή των διαδρομών, μέσω της σοφίας, της μνήμης και του συναισθήματος.

"Η Καμάρα είναι το αιώνιο σημαίνον - σημείο συνάντησης των Θεσσαλονικέων όταν ψάχνουν για μια εύκολη και βολική αναφορά - αν και προ ημερών που είπα σε κάποιον φίλο να συναντηθούμε εκεί, μου απάντησε: "Ε όχι και στην Καμάρα. Εκεί συναντιούνται μόνο οι βλάχοι που δεν ξέρουν την πόλη". Σε κάποιο βαθμό έχει δίκαιο, διότι στην Αψίδα, που είναι ορατή και γνωστή, ανταμώνουν συχνά άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τη Θεσσαλονίκη και ακόμα συχνότερα οι νέοι φοιτητές, τα πρωτάκια που δεν έχουν μάθει ακόμα τις μυστικές διαδρομές της πονηρής πόλης". 

 Και μετά ξεχειλίζουν  οι μνήμες, σε κάθε στάση μνήμες πολλές.  Διαφορετικές ιστορίες, ιστορίες που σμίγουν με την ιστορία της πόλης μέσα στις αλλαγές και τις μεταφορφώσεις της. Τις μεταμορφώσεις που επέρχονται και στις ζωές των ανθρώπων, στις ηθικές αξίες, στα πράγματα που ενθουσίαζαν κάποτε και πια όχι, "ήταν μια λαμπρή εποχή ενθουσιασμού, εκπαίδευσης και νέων αναζητήσεων".

Αφηγήσεις στο πλαίσιο βιογραφίας, αφηγηματικό υλικό "με τον νουνό και τον παππού μου που ανακαλώ περνώντας με το λεωφορείο απ' τη στάση της Αγίας Τριάδας είναι συναρπαστικές και ατελείωτες". 

Επεισόδια από τη ζωή,  αναμνήσεις μοιραίων γεγονότων, φράσεις ανεξίτηλες από τα παλιά, σκηνές από φτωχογειντονιές. 
Ένα σύμπαν που συνοψίζεται στις στάσεις  του λεωφορείου με το νούμερο "10", εποχές που χάνονται και ξανάρχονται μέσα σε φόρτηση και βαθύ πόνο για όλες τις απώλειες. 
Αλλά και μέσα σε αισιοδοξία για το μέλλον, για μια νέα κοινωνία που να εγκύπτει πάνω στην αληθινή αγάπη για την πόλη, να φτιάχνει ένα νέο σύμπαν για το ίδιο δρομολόγιο, με τις ίδιες στάσεις, αλλά με άλλη οπτική. 

"Το τοπίο αλλάζει. Η Συγγρού, που ήταν περιφρονητέα και σκοτεινή, σφύζει τώρα από φοιτητικές φωνές, μπιραρίες και νέες αυταπάτες".

Κάτι εντελώς ανάλογο συμβαίνει στην πόλη μου, όπου η πλατεία Ηρώων που είχε κακόφημη χροιά, σήμερα είναι γεμάτη μπαράκια και φοιτητικά στέκια με νεανικό χαρούμενο κόσμο.

Κ.Μ

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Λατρεύω τις ιστορίες που αρχίζουν με το "Μια φορά κι έναν καιρό" και που τελειώνουν με κάποιο επιμύθιο, λατρεύω τον Αργύρη Χιόνη, ο οποίος "κραυγάζει ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά".  

"Το οριζόντιο ύψος" αποτελεί μια ωραία εκδοχή παράξενης παραμυθίας.


Πεζός λόγος δοσμένος από ποιητή, τι πιο μαγική γραφή!


Παραμυθίες, παρομοιώσεις, παραβολές! Οι ιστορίες, μικρές, φυσικές και αφύσικες, πλάθονται από ένα τίποτα, από μια σκέψη, μια ελάχιστη αφορμή, κάτι που σ' εμάς δεν θα υπήρχε λόγος να το ξεθάψουμε από την ακινησία του, ο Χιόνης πετυχαίνει να ξεγελά εντέχνως την εικόνα, να ειρωνεύεται συνεχώς τον χρόνο, να στέφει βασίλισσα την  ταπεινότητα.

Οι βραβευμένοι ποιητικοί μύθοι είναι ο σαρκασμός του άδειου κλουβιού χωρίς το θηρίο μέσα, αλλά που το φαντάζεσαι ή το ελπίζεις.


Η κρητική καταγωγή του Χιόνη, από την πλευρά της μητέρας του, αφήνει να ξεπηδά η ευκολία του παραμυθά που αφηγείται ιστορίες σαν να ξεφλουδίζει την ομολογία του, διαμέσου ενός υπέροχου σουρεαλισμού που με μαγικό τρόπο μεταμορφώνει το αφύσικο σε φυσικό, τον κυνισμό σε όνειρο, τον λόγο σε σοφία, το χιούμορ σε ξάφνιασμα και την απελπισία σε αισιοδοξία. Και τότε κάτι το ασήμαντο και το αναξιόλογο, όπως μια πέτρα για παράδειγμα, ξαφνικά γίνεται η πέτρα με όνειρα, που έχει ανακαλύψει έναν καινούριο κόσμο, πέρα από την πέτρινη ζωή της και γνώρισε τις ομορφιές ενός κήπου κι όταν αργότερα θα βρεθεί θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου, δεν θα πάψει να ονειρεύεται τον παράδεισο όπου είχε ζήσει, 
αφού και οι πέτρες μπορούν να έχουν βλέψεις για κάτι καλύτερο από έναν γκρίζο δρόμο.


Κ.Μ

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019



Το πρώτο βιβλίο της χρονιάς δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα ευχάριστο κι απολαυστικό ανάγνωσμα που απευθύνεται πρωτίστως σε βιβλιόφιλους, και μάλιστα σε όσους πιστεύουν ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου μπορεί να λειτουργήσει και θεραπευτικά, αφού "τα βιβλία καθαρίζουν το μυαλό και το αίμα". 


Η πεποίθηση ότι η λογοτεχνία δρα θετικά στα προβλήματα της ζωής, οδηγεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, έναν άνεργο φιλόλογο και λάτρη της λογοτεχνίας, να αποφασίσει ν' αλλάξει κατεύθυνση στη ζωή του, να αυτοκληθεί βιβλιοθεραπευτής ανοίγοντας ένα γραφείο συμβουλευτικής "υπαρξιακής αναγέννησης" όπου θα δέχεται ανθρώπους (γυναίκες βασικά) που βρίσκονται σε αδιέξοδο και αναζητούν λύσεις στα θέματα που τους ταλαιπωρούν ψυχολογικά.  Ο θεραπευτής προτείνει στον κάθε ασθενή του το κατάλληλο βιβλίο που θα πρέπει να το διαβάσει σαν ένα είδος φάρμακου ειδικά χορηγούμενου για την πάθησή του.

Το βιβλίο παρασέρνει τον αναγνώστη και σε μια αλλόκοτη αναζήτηση, όταν μια γυναίκα που υπήρξε μανιώδης αναγνώστρια, εξαφανίζεται. Η πλοκή παίρνει μια άλλη στροφή, προς το νουάρ, όχι το καθαρόαιμο, αλλά με ελαφρές πινελιές νουάρ, πινελιές βουτηγμένες στην παλέτα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στην όλη αναζήτηση, κάποιο  ρόλο φαίνεται ότι θα παίξουν τα βιβλία που προτιμούσε η χαμένη αναγνώστρια,  ώστε να βρεθεί η άκρη του νήματος στην εξαφάνιση της γυναίκας με το βιβλιοφιλικό πάθος.

Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ο κόσμος του βιβλίου και ο κόσμος της πραγματικότητας σμίγουν στις σελίδες αυτής της πρωτότυπης και καλογραμμένης ιστορίας, αφήνοντας στον αναγνώστη την μεγάλη ευχαρίστηση, ίδια μ' εκείνη του περιορισμένου διαβάσματος μιας καρτ ποστάλ που συγκινεί εξόχως με τις λέξεις που κάποιος απευθύνει σε κάποιον που αγαπά ιδιαίτερα.  Όσοι λοιπόν αγαπούν ιδιαίτερα τη λογοτεχνία και δεν το έχουν διαβάσει ακόμα, ας σπεύσουν. "Η χαμένη αναγνώστρια" του Φάμπιο Στάσι αποτελεί μια καλή πρόταση για ν' αρχίσει κανείς την ανάγνωση των βιβλίων της νέας χρονιάς.

Κ.Μ

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Όσοι από εμάς έχουμε γεννηθεί και μεγαλώσει σε πόλη, η ανάμνηση, η κύρια ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων, δεν έχει χρώμα από χωράφια, αλώνια, περιβόλια, αμπέλια. Αν οι άνθρωποι καλούνταν να πουν με μια μόνο λέξη αυτό που θα χαρακτήριζε ιδιαίτερα τις παιδικές τους αναμνήσεις, άλλοι θα έβρισκαν μια συγκεκριμένη λέξη που έχει να κάνει ίσως με κάποια καλλιέργεια της οικογένειάς τους, όπως βαμβάκια, καπνά, αμπέλια, και άλλοι πάλι, ( κι εγώ ανάμεσά τους) θα σταματούσαν σε λέξεις όπως σινεμά, καφετέρια, πάρκο.

Θα έλεγα όμως ότι σε όλους μας υπάρχει μέσα στις αναμνήσεις και στα βιώματά μας, μέσα στις σκέψεις και στις αναπολήσεις μας ένα είδος εγωπάθειας και ναρκισσισμού, αφού ο καθένας συνηθίζει να παινεύει τον τόπο και τον τρόπο που μεγάλωσε.  Το παρελθόν συχνά μυθοποιείται, μεταμορφώνεται ή ακόμα ακόμα, σε μερικές περιπτώσεις, δημιουργείται. 

Στο βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη " Στ' αμπέλια",  ατόφιο αυτοβιογραφικό, ξαναθυμόμαστε ή ανακαλύπτουμε τον κόσμο της υπαίθρου, κοινό σε πολλά μέρη,  με ίδιες τακτικές επιβίωσης, με παρόμοια έθιμα και παραδόσεις, με φόντο πάντα τον αγώνα, βασανιστικό συχνά, για την ροή της καθημερινότητας.

Όσοι δεν ζήσαμε αυτή τη ζωή που περιγράφει εδώ ο συγγραφέας, έχουμε αρκετά να πάρουμε, συναισθήματα και γνώσεις από πρώτο χέρι, και όσοι τα έζησαν έχουν να θυμηθούν πάρα πολλές λεπτομέρειες σε πρακτικά αλλά και θέματα λαϊκής αντίληψης. Θεωρώ ότι για όλους, η ανάγνωση κυλά πολύ ευχάριστα και εν μέρει με εκπλήξεις. 

Η αίσθηση που μου άφησε αυτό το μικρό βιβλίο παιδικών διακοπών άλλης εποχής, ένα βιβλίο γενναιόδωρο σε αφήγηση, με το καλαίσθητο εξώφυλλο των εκδόσεων ΠΟΛΙΣ, είναι ότι ο συγγραφέας δεν τείνει να νοσταλγεί οπωσδήποτε εκείνον τον χαμένο κόσμο, (άλλωστε το ομολογεί και ο ίδιος), αλλά μόνο θέλει να τον περιγράψει ως ένα παρελθόν σκληρό, μα ίσως απαραίτητο για να φτάσουμε σ' ένα μέλλον πιο στρωτό και πιο ευκολοδιάβατο, αν και η αδικία θα καταφέρνει να δίνει το παρών της σε κάθε εποχή ως φαίνεται. 

Αυθόρμητο αν και στοχαστικό, περικλείει την τρυφεράδα και την σκληρότητα με τέχνη λόγου, αγγίζει τη θρησκευτικότητα και τη δεισιδαιμονία με σοφία. Το στοιχείο του εξωραϊσμού συνυπάρχει μέσα στο πέπλο της χαμένης νοσταλγίας, μιας νοσταλγίας που έσβησε από το κύμα της συγκίνησης. Το βιβλίο ( Αμπέλια είναι το όνομα του χωριού όπου ο συγγραφέας περνούσε τρεις μήνες,  όταν έφευγε από την Αθήνα για τις διακοπές του καλοκαιριού, με κύριο μέλημα την αύξηση του βάρους του), μας οδηγεί σ' έναν κόσμο της αγροτικής Ελλάδας, όπου ανάμεσα σ' όλα τ' άλλα που συνέβαιναν στις δεκαετίες του 50 και του 60, δεν θα μπορούσε να λείπει το καυτό θέμα της μετανάστευσης, τότε που μετανάστευση σήμαινε χωρισμός κατά πάσα πιθανότητα δια παντός από γονείς και από τα γνώριμα κι αγαπημένα, αλλά φτωχικά κι ανεπαρκή λημέρια.


Τα βιβλία είναι μια έξοχη αφορμή κι  ένας πολύ όμορφος λόγος για να διασωθούν μέρη, χωριά, ονόματα, έθιμα ενός κόσμου "χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου". Ενός κόσμου για τον οποίο ο αφηγητής παραδέχεται με έμφαση ότι τον σκέφτεται πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγεί. Και εδώ είναι που βρίσκεται η ουσία, ο πυρήνας, η αλήθεια, το σημάδι που βάζει ο συγγραφέας και το πετυχαίνει διάνα. Γιατί τι άλλο από μια άδολη καλοπροαίρεση αποτελεί η θέληση να λες και ν' ακούς ιστορίες από τα παλιά κι ας τις βρίσκεις ανυπόφορα δεισιδαιμονικές;

 "Τι παρακμή να μην βλέπουν πια οι άνθρωποι στοιχειά, και τι ακόμη μεγαλύτερη παρακμή να υπάρχουν και άλλοι που δεν πιστεύουν στα στοιχειά!"

Κ.Μ

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

      Δεν ξέρω γιατί το τραβώ ξανά από τη βιβλιοθήκη και το απολαμβάνω πάλι σαν να γεύομαι μια αγαπημένη σοκολάτα από τα παλιά ή σαν ν' ακούω ένα τραγούδι που θυμίζει περασμένους έρωτες... Είναι που βρίσκω και τόσα πολλά κοινά ανάμεσα στις χώρες μας, σαν να μιλά για εμάς η Αλιέντε, σαν να μας ξέρει καλά, μας επινοεί μέσα από τη δική της ζωή. Κάθε φορά που διαβάζω αυτό το βιβλίο, με εντυπωσιάζει από τη μιά, το αίσθημα νοσταλγίας για μια πατρίδα που σε ανάγκασε να την εγκαταλείψεις και να βγάλεις άλλες ρίζες σε άλλη γη, και από την άλλη η άνεση να μιλάς όχι εγωκεντρικά, αλλά με κάποια εύγευστη πίκρα για όλες τις άσχημες εμπειρίες που έζησες όταν ξαφνικά κατάλαβες ότι η ζωή σου κόπηκε κι ότι ο μόνος δρόμος είναι αυτός της φυγής.

          Στα ελληνικά ο τίτλος μεταφράστηκε "Η ονειρεμένη πατρίδα μου", αν και κατά λέξη στο πρωτότυπο θα πει "Η επανεπινοημένη πατρίδα μου", πράγμα καθόλου ταιριαστό για έναν τίτλο.

      Αν και πέρασαν πολλά χρόνια από την έκδοσή του, είναι τόσο ευχάριστη η ανάγνωση αυτής της αφήγησης και πέρα από αυτό, την ευχαρίστηση,  ξαναβρίσκω εκείνη την αίσθηση που μου άφησε τότε στην πρώτη ανάγνωση, όταν με έκανε να βάλω το βιβλίο στο ράφι για εκείνα που αξίζουν να διαβαστούν και δεύτερη φορά.

        Η Αλιέντε δεν ανήκει στους συγγραφείς που αγαπώ όλα τους τα βιβλία. Μόνο μερικά. Αυτό κατέχει ίσως την πρωτιά, μαζί με τις "Ιστορίες της Εύα Λούνα" και την "Πάουλα", όπου δεν γίνεται να μην κλάψεις.

        Στο "Mon pays reinvente" (δεν βρίσκω τους τόνους),  η αφήγηση είναι πέρα για πέρα νοσταλγική, με μεγάλη δόση χιούμορ και αγάπης για τη χαμένη πατρίδα.  Αρχίζοντας την περιγραφή της χώρας  της, της Χιλής, η Αλιέντε αναφέρει:  "Για να δει κανείς τη χώρα μου με την καρδιά του, πρέπει να διαβάσει τον Πάμπλο Νερούδα, τον εθνικό ποιητή".

        'Ισως να μην είναι τυχαίο που η Αλιέντε διάλεξε να ζει στη Δυτική Ακτή, στο Σαν Φρανσίσκο, που τόσο πολύ μοιάζει με την χιλιανή ακτή. 
       Διαβάζοντας, έχεις την εντύπωση ότι η συγγραφέας κρατά το μολυβάκι της και γράφει, γράφει, γράφει ακατάπαυστα, χωρίς διορθώσεις, έτσι όπως τα σκέφτεται, εντελώς αυθόρμητα κι ανθρώπινα. Και είναι τόσο πλούσιες και μεστές οι λέξεις, οι φράσεις, όλες οι σελίδες, γεμάτες από αναμνήσεις παιδικές, από αναφορές στις πολιτικές αναταραχές, στους πολέμους, στους σκοτωμούς,  αλλά και στην νοοτροπία των χιλιανών, τόσο κοντά στη δική μας νοοτροπία. Και ο τρόπος που μεγάλωσε η ίδια, τόσο οικείος, σαν να περιγράφει τα δικά μας περιβάλλοντα, τους δικούς μας κανόνες και φόβους. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να μην μιλήσει για την δικτατορία και τις ιστορίες της ως ανηψιά του Σαλβατόρ Αλιέντε. Ο δρόμος για την εξορία της, είχε διάφορες περιπέτειες, μέχρι να φτιάξει το νέο της σπίτι στην Καλιφόρνια.

        Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, με την απουσία του πατέρα να σημαδεύει την παιδικότητά της, με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973, να της αλλάζει την πορεία της ζωής της. Αν και έχει γράψει κάτι παρόμοιο, το "Όλες οι μέρες", όπου κάνει έναν απολογισμό της ζωής της, στην "ονειρεμένη πατρίδα μου", η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική.  Εδώ πρόκειται για έναν ύμνο στην Χιλή, σαν να είναι το βιβλίο ολάκερο ένα τραγούδι, μια μπαλάντα για τη χώρα αυτή. 

              Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η Ιζαμπέλ, έχοντας αποφασίσει ότι με τον Πινοσέτ στην εξουσία δεν μπορεί πια να είναι μια δημοσιογράφος με ελεύθερο πνεύμα, καλεί τα δυο παιδιά της, τους ανοίγει τον παγκόσμιο χάρτη στο πάτωμα  και τους λέει να διαλέξουν χώρα για να μεταναστεύσει η οικογένεια. 

              Αν και έχω δει το μέρος όπου ζει τώρα η Αλιέντε, το Sausalito, ένα πανέμορφο τοπίο στην Καλιφόρνια, όταν είχα διαβάσει αυτό της το βιβλίο, μου γεννήθηκε η πολύ μεγάλη επιθυμία να επισκεφτώ τη Χιλή.  Οι περιγραφές είναι φαντασμαγορικές και δελεαστικές, χωρίς ωστόσο να διστάσει να κριτικάρει καυστικά τους συμπατριώτες της με τις προλήψεις και τα κουσούρια τους.  Αγαπά την πατρίδα της, όμως η Χιλή είναι η χώρα που θα διώξει πολλά από τα παιδιά της, βρίσκοντας άλλο τόπο για ν' απλώσουν ρίζες, (οι περισσότεροι Λατινοαμερικάνοι ζουν στην Καλιφόρνια) που ωστόσο πάντα θα νιώθουν την πίκρα του μετανάστη, ακόμα κι αν εκεί που πήγαν είναι καλύτερα από τη χαμένη πατρίδα.  Και πάντα η μνήμη θα επιστρέφει σ' αυτήν την απούσα πατρίδα, στους παππούδες και στην παλιά ζωή, που δεν υπήρξε και τόσο εύκολη. 
                       
               Η αφήγηση ξεκινά έτσι:

"Je suis née au milieu de l'épaisse fumée et de la mortalité de la Seconde Guerre mondiale, et la plus grande partie de ma jeunesse s'est passée à attendre que la planète vole en éclats lorsque quelqu'un appuierait distraitement sur un bouton et que les bombes atomiques exploseraient. Personne ne s'attendait à vivre très longtemps ; nous étions pressés, dévorant chaque instant avant que l'apocalypse ne nous surprenne, aussi n'avions- nous pas le temps d'examiner notre nombril et de prendre des notes, comme c'est l'habitude aujourd'hui".

         Με δυο λόγια, η συγγραφέας λέει ότι γεννήθηκε στη μέση του πυκνού καπνού και του θανατικού του πολέμου και πέρασε τη νιότη της περιμένοντας ότι ο πλανήτης θα ανατιναχτεί και κανένας δεν έλπιζε να ζήσει για πολύ...

   Κάτι που κουβαλούν πολλοί άνθρωποι σαν κληρονομιά από την πατρίδα τους.

Κ.Μ

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Έχοντας διαβάσει το "Μονοπάτι για τα βάθη του Βορρά", ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που δεν θες να το αφήσεις αν δεν τελειώσει, ήθελα από καιρό να διαβάσω και το επόμενο του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, την "Απουσία".

Εντελώς άλλο βιβλίο που δεν ενθουσιάζει όσο ο "Βορράς", αλλά που αξίζει να διαβαστεί καθώς πρόκειται για μια ιστορία εποχής όπου υπάρχει ένα τόσο έντονο μείγμα φαντασίας και αληθινής ζωής, με την απορία που δημιουργείται μέσα στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, περί ήθους, επιθυμίας και λογικής.

Στην Τασμανία o σερ Τζον και η λαίδη Τζέιν θα υιοθετήσουν τη μικρή Ματίνα, ένα χαριτωμένο κορίτσι που ξέρει να χορεύει μαγευτικά, αλλά που η καταγωγή της είναι από μια "κατώτερη" φυλή, κάπως απολίτιστη κι αυτό θα αποτελέσει ένα είδος πειράματος για να αποδειχτεί ότι το περιβάλλον μπορεί να επιδράσει με τέτοιο τρόπο στη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού, ώστε να μάθει να ελέγχει τις επιθυμίες του και να συμβουλεύεται τη λογική στις αποφάσεις της ζωής.


Η ιστορία αναδιπλώνεται σ' ένα μακρινό τόπο, το 1841 και ο συγγραφέας αναμειγνύει  ανάμεσα στους ήρωες του και κάποιους πασίγνωστους της εποχής όπως ο Κάρολος Ντίκενς ο οποίος εμπλέκεται στη διαλεύκανση ενός μυστηρίου που έχει να κάνει με κανιβαλισμό.

  Οι σελίδες του σε ταξιδεύουν στα χρόνια της αποικιοκρατίας όταν το να εξημερωθούν και να εκπολιτιστούν οι "άγριοι",  δεν ήταν σίγουρο εγχείρημα, καθώς τα πρωτόγονα ένστικτα είναι πιθανόν να επικρατήσουν τελικά.  Μήπως ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει πάθη στα οποία υποκύπτει όπως και ο  αρχέγονος; Αυτή η ιδέα ήταν ορθή;

Η Απουσία είναι ένα βιβλίο για την αποικιοκρατία και τους πόθους μιας κοινωνίας αλλοτινών εποχών, ένα βιβλίο που εστιάζει στην σύγκριση ανάμεσα στον πολιτισμό και την αγριότητα, στις επιθυμίες και στο ένστικτο.

Κ.Μ 


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

    Δώρο για τη γιορτή μου από μια πολύ αγαπημένη φίλη, αναγνώστρια όσο δεν πάει. 
Το άρχισα το μεσημέρι και το τέλειωσα το βράδυ.

   Το εξώφυλλο το λάτρεψα.  Σ' αυτές τις σιδερένιες καρέκλες μπροστά από το συγκεκριμένο συντριβάνι έχω περάσει ώρες ολόκληρες διαβάζοντας αμέτρητα βιβλία στα φοιτητικά μου.

     Για όσους έχουν ζήσει έστω και για λίγο στο Παρίσι, θα συναντήσουν τα γνωστά ονόματα των οδών του κέντρου και  θα νιώσουν πόσο πολύτιμες είναι οι αναμνήσεις. Η δικιά μου πολύτιμη ανάμνηση, ένα μικρό βιβλιοπωλείο με παλιές εκδόσεις στην boulevard Saint - Germain, όπου χάζευα πολύ και αγόραζα λίγο. 

   Φαίνεται πως κάποιες καρδιές νιώθουν πως πάντα ήθελαν να βρεθούν στο Παρίσι, σαν κάτι να τις καλεί. Ο έρωτας;.. Έστω κι αν είναι ένας σύντομος έρωτας, λίγων εβδομάδων ή ακόμα και μιας μέρας. Μπορεί να είναι αυτό που λέμε παντοτινός.
"Μια νύχτα πέταξαν μαζί. Μια μαγική, συναρπαστική, παραμυθένια νύχτα που θα αρκούσε για μια ολόκληρη ζωή".

     Γιατί όταν βρεθείς στο Παρίσι, στο Δάσος της Βουλόνης, "πάνω σε μια καρό κουβέρτα, κάτω από μια μεγάλη καστανιά", τότε μπορείς "σχεδόν να πιάσεις με τα χέρια σου τη χαρά της ζωής".

     Και για να παραφράσω τα λόγια του Χέμινγουεϋ, αν τύχει να έχεις ερωτευτείς στο Παρίσι, αυτός ο έρωτας "θα κατοικεί πάντα εντός σου."


    Όμως... 
  Δεν ήταν δύσκολο να φανταστείς την έκβαση της ιστορίας με τη λογοκλοπή. Είναι προφανές από πολύ νωρίς ποιο μυστικό υπήρχε από τα παλιά κι έτσι η ένταση διαλύεται πολύ γρήγορα. Δεν έχεις να περιμένεις πολλά. Σχεδόν τίποτα. Είναι όλα προβλέψιμα. Και βρίθει από κλισέ.
 Αρκετά συχνά η αφήγηση φτάνει ως το πιο ανιαρό σημείο και πολλές περιγραφές επαναλαμβάνονται. Και οι συμπτώσεις θυμίζουν ελληνική ταινία του 60, ειδικά η τελευταία αποκάλυψη.

      Ένα ρομαντικό  στόρι που μου θύμισε πολύ το Notting Hill, με το βιβλιοπωλείο στο Λονδίνο να είναι ένα χαρτοπωλείο στο Παρίσι.  Αν δεν έβλεπες το όνομα του Nicolas Barreau, θα πίστευες ότι το μυθιστόρημα είναι γραμμένο από μια γυναίκα, χωρίς αυτό να θέλει να πει κάτι για τα επιφανειακά βιβλία. Και αν το συγκεκριμένο ήταν γραμμένο από ελληνικό όνομα, με τίποτα δεν θα εκτοξευόταν στη λίστα με τα ευπώλητα. Του λείπει εντελώς αυτό που λέμε δυνατή γραφή, παραπαίει ανάμεσα σε συμπτώσεις και παρεξηγήσεις, ατυχήματα και συγκρούσεις. Δεν υπάρχει δράση, μάλλον όποια δράση υπάρχει είναι ρηχή. 

      Ωστόσο μου άρεσε πολύ που "βρέθηκα" σ' εκείνο το μαγαζάκι με τις χειροποίητες κάρτες, τα σημειωματάρια, τις ζωγραφιές της Ροζαλί. Με διασκέδασε η ανάγνωση του βιβλίου και απόλαυσα το παραμύθι με την "Μπλε τίγρη". Υπάρχει κάτι το μαγικό, για όσους λατρεύουν το Παρίσι και για όσους το ονειρεύονται. 

Τελικά το βιβλίο "ήταν μια καλή ιδέα",  μου έδωσε στιγμές χαλάρωσης μ' ένα όμορφο story ενός παριζιάνικου ειδύλλιου, ένα χαρούμενο ρομαντικό διάλειμμα ανάγνωσης,  αλλιώτικης από τις συνήθεις αναγνώσεις μου. 

Προβλέψιμο μεν ευχάριστο δε.

Κ.Μ 

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018


       "Επάνω στον πάγκο του καφενείου μεγάλωσα, στο χωριό. Μύριζε ο αέρας αλεσμένο καφέ, ρακή και ρετσίνα, κι είχαμε κάτι λουκούμια, μακρόστενα σαν τον δείχτη του χεριού μου, με γεύση τριαντάφυλλο γλυκό και περγαμόντο".



Ένα βιβλίο γεμάτο μυρωδιές και παιδικά χρόνια, αυτά από τα οποία καταγόμαστε όπως από μια χώρα, (από στίχους του Σαραντάρη). Τα κειμενάκια βγάζουν εσωτερικό πόνο, οικογενειακά στιγμιότυπα που στα σπλάχνα τους κρύβουν μελαγχολική νοσταλγία ή τσουχτερή γοητεία.




Ένα βιβλίο μικρό, φουσκωμένο ως την τελευταία του σελίδα από εικόνες του παρελθόντος, μια κοιλιά ενός κήτους που καταπίνει ωκεανούς από ομορφιά, έρωτα και αισθήσεις. Kαι καταλήγουμε να ευχόμαστε να καταπιεί αυτόν που λατρεύουμε, ώστε εν τέλει επιθυμούμε ν' αξιωθούμε να μας καταπιεί κι εμάς συναντώντας τον.


Το πρώτο λογοτεχνικό βήμα της νεαρής Φωσκόλου είναι ποιητικό, αλληγορικό, προσεγμένο και σουρεαλισμό. Τα κείμενα θα τα βαφτίζαμε περισσότερο πεζή ποίηση παρά διήγημα. Δεν είμαι σίγουρη αν η διάσωση του πολυτονικού προέρχεται από την ίδια τη συγγραφέα ή από την Κίχλη.


Κ.Μ

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Αντίποδες και πάλι! Με τον νεαρό Βούλγαρο συγγραφέα Πένκοφ σε εξαιρετική μετάφραση του Άκη Παπαντώνη. "ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ",  τίτλος πρωτοτύπου: East of the West. A country in Stories.

Ξεκινά ο Μιροσλάβ Πένκοφ στο πρώτο του διήγημα με τίτλο "Μακεδονία", με την εξής φράση: Γεννήθηκα μόλις είκοσι χρόνια αφού ξεφορτωθήκαμε τους Τούρκους. Το 1898. 
Πρόκειται για μια τρομερή ιστορία που καταλήγει στην αφήγηση ενός άγριου περιστατικού όπου μια μάνα καλείται να μην πει λέξη τη στιγμή που θα περνά μπροστά από τον κρεμασμένο γιο της,  καθώς τα υπόλοιπα παιδιά της την απέτρεψαν από το να απλώσει και ν' αγγίξει τα πόδια του γιου της, γιατί μόλις οι μανάδες αναγνώριζαν τα εκτελεσμένα παιδιά τους, οι τσαρικοί τις τραβούσαν στο πλάι και τις εκτελούσαν επιτόπου. 

Η δεύτερη ιστορία με τίτλο "Ανατολικά της Δύσης" είναι ίσως και η πιο συνταραχτική. Ανακαλύπτεις πόσο δύσκολο είναι να ξεριζώσεις τις αναμνήσεις από την πατρίδα σου ειδικά αν αυτές οι αναμνήσεις έχουν και πόνο μαζί. Ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια, ένας γάμος που δεν πρόλαβε να γίνει, δυο κηδείες νέων από οικογένειες που ανάμεσά τους υπήρχε ένα ποτάμι, ένα ποτάμι σύνορο δυο χωριών αλλά και που σφράγιζε τις διαφορές ανάμεσα σε δυο χώρες, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Η φρίκη και ο θάνατος δεν έλειπαν από τις δυο όχθες του ποταμού. 

Και οι επόμενες έξι ιστορίες συγκλονίζουν και ο συγγραφέας που ζει πια στις ΗΠΑ, σκαλίζει αρκετά βαθιά το θέμα της εθνικής ταυτότητας, του δεσμού με μια μακρινή πατρίδα, βασανισμένη πατρίδα που οι ρίζες της ιστορίας της είναι ποτισμένες με αίμα. 
Όταν η χώρα σου ξεχειλίζει από αδικίες πολέμων και προσφυγιάς από την μια και περιορισμούς από δεισιδαιμονίες και έθιμα που επέβαλλαν οι παλαιότεροι, από την άλλη, τότε νιώθεις ακόμα πιο σουβλερή την απομάκρυνση από την πατρίδα, σε κυνηγά κάτι το αναπόφευκτο που σε αναγκάζει να προχωρείς σε μια νέα ζωή, σε άλλη γη, μακρινή που στο τέλος θα γίνει η δική σου χώρα. Και οι παραδόσεις της πατρίδας σου θα σε τσουρουφλίζουν μεν, αλλά επιτρέποντάς σου να μετακινείς τη ζωή σου προς εκεί που θα νομίζεις καλύτερα και από όπου θα μπορείς να μπεις στην αφήγηση των ιστορικών γεγονότων του τόπου σου και να νιώθεις πως εκείνα τα μακρινά που σε στιγμάτισαν θα είναι πάντα εκεί, αλλά πολύ αλλιώτικα, αφού εκείνο το κάτι που θα σέρνεις πάντα, σαν μικτή ταυτότητα, θα σε γεφυρώνει γλυκόπικρα με το παρελθόν.

"Είμαι εδώ τώρα, τόσο μακριά που δεν μπορώ όντως να ξέρω πόσο ζεστή ήταν η θάλασσα (όταν διαβάζει σ' ένα γράμμα ότι η οικογένειά του πήγε διακοπές στη θάλασσα), ... προσπάθησε, για το καλό σου, να σκοτώσεις τα πράγματα που σε τραβάνε πίσω... κουβαλάς λιγότερα βάρη, που λέει ο λόγος".

Τελικά κάποια μικρά βιβλία είναι μεγάλοι θησαυροί στη βιβλιοθήκη μας. Και στη μνήμη μας.

Κ.Μ




Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

     Ξαναδιάβασα τον "Έβδομο Ελέφαντα" του Αλέξη Σταμάτη και ξαναδοκίμασα την ίδια αίσθηση όπως τότε που το είχα πρωτοδιαβάσει στην αρχική του έκδοση κάπου στο 1998. Επανακυκλοφόρησε το 2016 από τον Καστανιώτη, μια έκδοση - ευκαιρία για τους νεότερους αναγνώστες ώστε ν' ανακαλύψουν ένα μοναδικό δείγμα γραφής, ένα αξιόλογο βιβλίο της σύγχρονης λογοτεχνίας.


    Σελίδες που ξεχειλίζουν από ζεστή ποίηση, (ο Σταμάτης είχε ήδη πίσω του τρεις ποιητικές συλλογές), από πολύ οινόπνευμα (ο αφηγητής περνά διαμέσου του αλκοολισμού, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας), σελίδες που ξεχειλίζουν από ερωτισμό αλλά και μοναξιά, αδυναμία αλλά και δύναμη μυαλού και συναισθήματος.

     Οι έξι ελέφαντες έχουν ουσιαστικό ρόλο για να κρατήσουν γερά την αλήθεια, αλλά ο έβδομος ελέφαντας από πού θα έρθει και τι  ακριβώς θα κάνει; Η ζωή του αφηγητή,  μποέμισσα ή μοναχική,  αυθεντική ή κάλπικη,  μπορεί να είναι η ζωή χιλιάδων νέων σήμερα που παραπαίουν ανάμεσα στη δίνη του αλκοολισμού και στην πλάνη ότι δεν τους συμβαίνει κάτι για το οποίο χρειάζονται να ζητήσουν βοήθεια από ειδικούς. 

      Διαβάζοντας αυτό το εξαιρετικής γραφής βιβλίο δεν θες ν' ανακαλύψεις κάτι άλλο παρά την εξαίσια λογοτεχνική διαδρομή της αναζήτησης και κατ' επέκταση της εξέγερσης μιας συνειδητοποιημένης ψυχής για την απεξάρτηση, το άδειασμα και το ξαναγέμισμα με μια άλλη αλήθεια ζωής. 

      Μετά από μακροχρόνιο εκούσιο εγκλεισμό στο σπίτι, ο ήρωας θα βγει χωρίς να κρύβεται, θα κοιτά την άκρη του προβλήματος αποφασίζοντας ν' απλώσει το χέρι να την αρπάξει για να ξετυλίξει το νήμα. Φτάνει στο κυκλαδίτικο νησί για να νιώσει τον αέρα, τη θάλασσα, το μπλε, να μυρίσει τον χρόνο χωρίς οινόπνευμα, να βρει τη χαρά τού να αποτελείς ένα "ον ολόκληρο", να πάρει στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις, να επανέλθει στην επιβολή, στη φώτιση, στην ισορροπία, στο τέλος και στην αρχή. 

      Για να ξαναφτιάξεις τον εαυτό σου θα πρέπει με κάποιον τρόπο να τον έχεις χαλάσει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήρωας του Σταμάτη έχει χαλάσει τον εαυτό του με το ποτό, αυτή την απόλυτη "ζωογόνο ύγρανση", που αγοράζει με ενοχές από τις διάφορες κάβες, ζητώντας να αμπαλάρουν για δώρο το κουτί με τα μπουκάλια. Τελικά η έναρξη για το τέρμα αυτού του καταστροφικού εθισμού, θα γίνει διαμέσου του έρωτα; Θα είναι σαφέστατα άγριο πράγμα να παρηγορηθείς χωρίς το αλκοόλ. Να βγεις από το ψέμα, "σβήνοντας τον εαυτό σου όπως κάποιος σβήνει ένα φως".

     Πώς αρχίζει η ανάπλαση, η ίαση; Πότε θα είναι η τελευταία φορά για το δικό του σισύφειο άχθος; Πώς θα καταφέρει να αφήσει τα σκοτάδια του να αυτοεξουδετερωθούν και να τα βλέπει όλα καθαρά, αυτοπειθαρχημένος; "Μαθημένος στην υγρή συντροφιά", στην αιώνια πλάνη του δήθεν ελέγχου της ζωής του, θα πρέπει να διδαχθεί από την αρχή  μια άλλη διέξοδο από την έξη, να βρει μια καινούρια συντροφιά, καθαρή και αληθινή. 

    Και ναι, θα το ξαναδιάβαζα και τρίτη φορά. Για το ποιητικό του ύφος και την ακτινοβόλα τέχνη του λόγου του.

Κ.Μ