Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020

Η τριλογία της Ρέιτσελ Κασκ με αυτοβιογραφικές λογοτεχνικές διαστάσεις στηρίζεται πάνω σε μια βασική αλήθεια, την αλήθεια της πραγματικής ζωής μέσα από την καθημερινότητα μιας σημερινής γυναίκας, μιας χωρισμένης μητέρας που ξαναπαντρεύεται και θέλει να ασχοληθεί με το γράψιμο.

KΥΔΟΣ

Αυτή η παράξενη λέξη που φέρει ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου της τριλογίας, κάνει αρκετούς αναγνώστες να αναρωτηθούν από πού την ξέρουν και τι ακριβώς σημαίνει. Κύδος είναι η δόξα και το κυδαίνω θα πει δοξάζω, τιμώ.  ( η οδός Κυδαθηναίων είναι σε όλους μας γνωστή, αλλά όχι και ετυμολογικά μάλλον).

Στο τρίτο αυτό βιβλίο, οι εξομολογήσεις και οι μονόλογοι συνεχίζονται όπως και στα δυο προηγούμενα, στο Περίγραμμα και στη Μετάβαση, και η συγγραφέας αφήνεται σχεδόν παθητικά και αμήχανα να αποκαλυφθεί στον αναγνώστη σαν μια απλή θεάτρια της ζωής.

Γράφοντας το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, όπως είπε η ίδια η συγγραφέας, δεν πίστευε πως θα μπορούσε κανείς να το διαβάσει.

Αποσπάσματα:

"Κατά τη γνώμη του, μου είπε, είναι έλλειψη σθένους να αντιμετωπίζουμε τη λογοτεχνία σαν κάτι εύθραστο που χρειάζεται να το υπερασπίζεσαι, όπως έκαναν πολλοί συνάδελφοί του και σύγχρονοι αναγνώστες".

"Είναι εντελώς ντεμοντέ πια ο Έσσε", είπε ο εκδότης μου με μια απορριπτική κίνηση του χεριού. "Έρχεσαι  σχεδόν σε δύσκολη θέση αν σε δουν να τον διαβάζεις".

"Είχε πει μια φορά ότι ο ψυχρός κι εγωιστικός χαρακτήρας του πρώην συζύγου της, τον οποίον κανένας μας δεν είχε αντιληφθεί - κι εκείνη λιγότερο απ' όλους -  ήταν σαν τον καρκίνο: αόρατος, είχε θρονιαστεί στη ζωή της χρόνια ολόκληρα, κάνοντάς την να νιώθει ολοένα και μεγαλύτερη δυσφορία, χωρίς να ξέρει τι της έφταιγε, ώσπου ο πόνος την είχε αναγκάσει να τ' ανοίξει όλα μια και καλή και να τα πετάξει από μέσα της".

"Ένα κομμάτι του εαυτού μου είχε την πεποίθηση ότι αυτή η αμοιβή μού οφειλόταν για όλα εκείνα τα χρόνια του αυτοέλεγχου και της αυτοθυσίας, ένα άλλο όμως απλώς ήθελε να κερδηθεί το παιγνίδι μια κι έξω. Να δείξω σε μια γυναίκα σαν την αδερφή μου πως είναι εφικτό να κερδίσεις την ελευθερία  και την αυτογνωσία χωρίς να σμπαραλιάσεις τον κόσμο ολόκληρο ώσπου να το πετύχεις".

"Μια μικρή προσαρμογή στα γούστα του κοινού, είπε,  μια επιπόλαιη απόφαση να ρίξεις τα χρήματά σου σε κάτι άλλο, και το όλο πράγμα - το παγκόσμιο οικοδόμημα της εκδοτικής παραγωγής, ειδικά λογοτεχνίας, και οι θυγατρικές βοιμηχανίες - θα κατέρρεε από τη μια στιγμή στην άλλη αφήνοντας στη θέση που κατείχε πάντα μόνο τον μικρό βράχο της αυθεντικής λογοτεχνίας".

Η μετάφραση είναι και πάλι από την Αθηνά Δημητριάδου. Εκδόσεις Guterberg.

K.M


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα από τον Άρη Σφακιανάκη, ο οποίος ναι μεν γράφει εξαιρετικά, αλλά αυτή τη φορά έκανε ένα τεράστιο άλμα κατακτώντας την κορυφή της τέχνης του λόγου. Το συγκεκριμένο βιβλίο με έχει ενθουσιάσει και είναι από τα καλύτερα που διάβασα μέσα στο 2019. 

"Η σκιά του Κυβερνήτη" είναι από τα λίγα βιβλία όπου δεν μπορώ να αναφέρω αποσπάσματα, καθώς αν επιχειρούσα να διαλέξω κάποιες φράσεις θα δυσκολευόμουν να μην γράψω κάτι από καθεμιά σελίδα, τι επιλογές να έκανα όταν όλο το κείμενο αποτελείται από αλήθειες και σοφίες; Αλήθειες που καίνε ακόμα και σήμερα, και που εκπλήσσουν τον αναγνώστη καθώς και στις μέρες μας τα ίδια ισχύουν δυστυχώς. 

Δυο κουβέντες βαρύγδουπες και ηχηρές δίνει ο συγγραφέας που περικλείουν όλο το νόημα της ιστορίας του Κυβερνήτη ως τη δολοφονία του: "Ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ένα όραμα για την Ελλάδα. Θα μείνει στην Ιστορία σαν μια ευκαιρία που χάθηκε".

Ο Πέτρος Σκοτεινός φωτίζει άπλετα την καθημερινότητα του Ιωάννη Καποδίστρια από την ώρα που είχε φτάσει στην Ελλάδα για να κυβερνήσει.  Ο σωματοφύλακας του Κυβερνήτη είναι ο αφηγητής που καταγράφει την μυθιστορηματική βιογραφία του Καποδίστρια με τρόπο που συγκινεί και καθηλώνει.

Το βιβλίο του Σφακιανάκη, από τον Κέδρο, είναι ένα κομμάτι από την Ιστορία της χώρας, ένα κομμάτι με πολλές σκιές ανάμεσα στα σκοτάδια της εποχής. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες. 

Κ.Μ

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

    Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας,  αλλά αποτυχημένος πατέρας, το νέο δημιούργημα στη θαυμάσια και πάλι αφήγηση του Ισίδωρου Ζουργού, καθώς επινοεί ήρωες και αντιήρωες στο παράξενο βιβλίο του "Οι ρετσίνες του βασιλιά".


Μια εξαιρετική αφήγηση με στοιχεία από τον Σαίξπηρ και τον βασιλιά Ληρ να εισχωρούν μέσα στην Ελληνική πραγματικότητα συγκεκριμένων εποχών όπου οι αλλαγές γίνονται με τρόπο ραγδαίο και οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να τις ακολουθήσουν.

Τα γηρατειά και το επικείμενο τέλος της ζωής του ανθρώπου φέρνουν στη σκέψη εικόνες από το παρελθόν άλλοτε νοσταλγικές και άλλοτε ενοχικές, εικόνες από το πατρικό, από το χωριό, από την επαρχία όπου πρωταγωνιστεί η ρετσίνα που κάνει κουμάντο στις αποκαλύψεις μυστικών θαμμένων καλά. Η μελαγχολία και η θλίψη, η μοναξιά και η πικρία δημιουργούν αισθήματα συγκίνησης που κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει βαθιά την επιρροή των έντονων εικόνων τις οποίες ο συγγραφέας φτιάχνει τόσο έντεχνα και μαεστρικά.

Αποσπάσματα:

"Καθώς χάζευε τον χριστουγεννιάτικο στολισμό, θυμήθηκε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα πριν από δέκα χρόνια. Είχε δει ένα σωρό  επιχειρήσεις σε κεινη τη χώρα και ήταν πια βέβαιος  πως οι εργάτες που δούλευαν στα αχανή εργοστάσια, όταν άκουγαν τη λέξη Χριστός είχαν στο νου τους τον πιο γενναιόδωρο εργοδότη. Η γέννησή του κάθε χρόνο τούς εξασφάλιζε εκατομμύρια θέσεις εργασίας, όπως και η έλευση εκείνου του χοντρού γέρου με τα κόκκινα ρούχα και τα ελάφια".

"Ο παπα-Τάνκερ στεκόταν στην άκρη του λάκκου και είχε πιάσει το μπουκάλι με το κρασί στο χέρι έτοιμος να το αδειάσει στο φέρετρο, που είχε ακόμα το καπάκι ανοιχτό. Τότε έγινε μεγάλος σαματάς.  Ακούστηκε ένα τραγούδι ιδιαιτέρως ξέφρενο. Οι λίγοι συγγενείς της γριάς και κάποιες γειτόνισσες άρχισαν να κοιτάζονται έκπληκτοι. 'Ηταν γιατί κάποιο κινητό παιάνιζε ανενόχλητο ό,τι πιο ξεσηκωτικό για χορό  μπορείς να φανταστείς:
Με ζαλίζει η ομορφιά σου
Το καυτό το φόρεμά σου..."

"Σου έλεγα, λοιπόν, πως από το '80 και μετά αρχίσαμε να κάνουμε παρέα με πλούσιους. Άλλες συνήθειες αυτοί, άλλος κόσμος. Λεφτά βγάλαμε, αλλά πλούσιοι κανονικοί δεν καταφέραμε να γίνουμε. Πήραμε κάποιους απ' τους τρόπους τους - ιδιωτικά σχολεία, γαλλικά κρασιά, σκι στα βουνά, αν με καταλαβαίνεις..."

"Θυμάσαι τα βράδια της πόλης με τα φώτα, τις ορχήστρες, τις μπουάτ παλαιότερα, κατόπιν τα πιάνο-ρέστοραν όταν ήρθαν στη μόδα; Ήταν όλα τόσο αυτονόητα αθώα, κι εγώ νόμιζα πως θα κρατούσαν για πάντα".

"Το πουκάμισό μου ήταν λεκιασμένο απ' τη ρετσίνα, αξύριστος, τα παπούτσια μου γεμάτα λάσπες. Θεέ μου καλύτερα που έχεις πεθάνει και δε με είδες". 

"Ο ίδιος αναρωτιόταν τι δουλειά είχε εκεί. Αυτοί ήταν γέροι και απλοϊκός λαός, τι θα μπορούσε να πει μαζί τους; Ήταν πολύ κανονικοί και δεν είχε γούστο να είσαι μαζί τους, όπως με τους λεκέδες του Φώτη. Ετούτοι εδώ δεν έπιναν, και μόλις τέλειωναν τα απογευματινά τηλεπαιγνίδια, έπεφταν για ύπνο. Ήταν γέροι αυτοί. Αν ζούσαν στην πόλη, κάθε 1η του μήνα θα περίμεναν έξω απ΄την τράπεζα απ΄τα ξημερώματα για να πάρουν τη σύνταξη".

Αν και το τέλος του βιβλίου δεν με άφησε έκπληκτη ευχάριστα, αυτό το μυθιστόρημα, όπως και όλα τα προηγούμενα του συγγραφέα, είναι απολαυστικό και διαβάζεται με ενδιαφέρον. Σίγουρο αυτό.

Κ.Μ

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Aξιόλογη λογοτεχνία για παιδιά, αλλά σαφέστατα  και για μεγάλους.  Διάβασα με φοβερό ενδιαφέρον και τα δυο βιβλία ξεχνώντας (ή αγνοώντας) ότι αφορούσαν διαφορετικές ηλικίες από τη δική μου.

"Η ΠΥΞΙΔΑ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ" είναι ένα σημαντικό (και βραβευμένο) βιβλίο για πραγματικές ιστορίες από τη ζωή του Άλμπερτ Αϊστάιν, που προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον γνωστοποιώντας στοιχεία σχετικά με την εξυπνάδα, τη φαντασία, τη γνώση, τη διαφορετικότητα, τον χαρακτήρα. 

Αποσπάσματα:

"Ο Αλβέρτος έγειρε το βλέμμα στο χώμα, έβηξε και σκούπισε ελαφρά τη μύτη του. Μετακινήθηκε μόλις τρία βήματα παρακάτω και ανέσυρε πάλι κρυφά απ΄την τσέπη του την πιστή του φίλη. Αυτήν που αλάνθαστα του έδειχνε την πορεία που έπρεπε να ακολουθά. Ο μοναδικός, ίσως, λόγος για τον οποίο άρχισαν κάποιοι να τον γλυκοκοιτάζουν. Μακάρι να μπορούσε να μου δείξει και τον τρόπο να ξεφύγω από τις κοροϊδίες και τις προσβολές του! σκέφτηκε και ευθύς τον πήραν κρυφά τα κλάματα".

"Ώσπου να καταφέρει ο Αλβέρτος να ξεδιπλωθεί, ο Χανς είχε φτάσει ήδη στο τελευταίο θρανίο, δίπλα από την τσάντα του Φρανκ. Άνοιξε κρυφά την μπροστινή θήκη, αλλά δε φάνηκε να βρίσκει κάτι. Συνέχισε το ψάξιμο στη μεγαλύτερη, όταν ξαφνικά του ξέφυγε ένα επιφώνημα μεταξύ έκπληξης και ικανοποίησης.
"Βρήκες κάτι;" ψιθύρισε ο Αλβέρτος κλεισμένος στο καβούκι του.
Ο Χανς, με υψωμένη την παλάμη στον αέρα, κρατούσε την πυξίδα όπως ένας σύγχρονος Ηρακλής που εκτελούσε την Λερναία Ύδρα για χάρη του Ευρυσθέα.
Ο Αλβέρτος δεν πίστευε στα μάτια του. Άπειρες σκέψεις τον κατέκλυσαν σαν καταιγίδα, μα δεν υπήρχε χρόνος να τις συμμαζέψει".


"Η συνάντηση των 5 + 2 "  από την ίδια σειρά και από τον ίδιο συγγραφέα, τον βραβευμένο Αντώνη Σέργη, κρύβει εκπλήξεις, καθώς αγγίζει με ιδιαίτερη προσοχή το θέμα της εξαφάνισης παιδιών και την λανθασμένη χρήση του διαδικτύου. Ομολογώ ότι με εντυπωσίασε το κείμενο, απόλαυσα τους έξυπνους διάλογους, το χιούμορ που διακατέχει το τόσο επίκαιρο θέμα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι χρήστες μπορεί να είναι παιδιά κάτω των δεκατριών χρονών ενώ συχνά να απουσιάζει ο γονεϊκός έλεγχος. Ας μην ξεχνάμε ότι η αξιοποίηση της τεχνολογίας με τις απεριόριστες δυνατότητες που προσφέρει, μπορεί να λειτουργήσει με ποικίλους τρόπους, είτε καταστροφικούς, είτε αποτελεσματικούς και ευεργετικούς. Έρευνες δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό νέων επικοινωνεί με αγνώστους στο διαδίκτυο με πολύ τραυματικά επακόλουθα. 

Το βιβλίο αυτό θα αγαπηθεί από όλα τα παιδιά, αλλά πρωτίστως από όσα αγαπούν τα μαθηματικά. Γιατί "τα μαθηματικά είναι απλά. Πέντε συν δύο ίσον εφτά. Τι γίνεται όμως όταν η συνάντηση πέντε άγνωστων μεταξύ τους παιδιών με δύο εγκληματίες δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να έχει βέβαιο αποτέλεσμα;"

Αποσπάσματα:

"Ωραία. Τώρα που έχουμε τελειώσει το υπέροχο δείπνο μας, κι επειδή απ' ό,τι φαίνεται δεν έχει επιδόρπιο, τι θα λέγατε να συνεχίσουμε την έρευνα; Να δούμε τι άλλο μπορούμε να ανακαλύψουμε για την απαγωγή μας; Ή μόνο εγώ είμαι που θέλω διακαώς να πάω στο σπίτι μου το συντομότερο;" Ο Άλκης από την αρχή προσπαθούσε να συντονίσει τις ενέργειες και τις σκέψεις όλων προς έναν συγκεκριμένο στόχο. Αυτόν της λύσης της πολιορκίας τους".


"Όλα έκρυβαν τον αριθμό 1,618. Έπειτα εξέταζε την ίδια αρμονία στη φύση. Μετρούσε τη διάταξη των φύλλων γύρω από τον μίσχο ή τα πέταλα στις μαργαρίτες για να επιβεβαιώσει τον χρυσό λόγο, Η τελειότητα της φύσης ήταν συναρπαστική για τον Άντι. Κι όταν μεγάλωσε συνέχισε να ψάχνει τη θεϊκή, όπως ονομάστηκε, αναλογία στους πίνακες του Λεονάρντο ντα Βίντσι, στην αρχιτεκτονική του Φειδία για τον Παρθενώνα, στη μουσική του Μότσαρτ. Οι εφαρμογές του αριθμού φ ήταν απίστευτες".

Τα βιβλία αυτά αποτελούν ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δώρο. Πρόκειται για διαμάντια της νεανικής λογοτεχνίας!  Συγχαρητήρια στον Αντώνη Σέργη! (και βέβαια στις εκδόσεις Ψυχογιός).

Κ.Μ

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Μεταπολεμικό Παρίσι, ιστορικό μυθιστόρημα, ήρωες γνωστοί συγγραφείς και πρωταγωνιστής ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ένα ακόμα βιβλίο για τον Χέμινγουεϊ; 
Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο όπου η συγγραφέας διηγείται τη ζωή της ως Χάντλι, πρώτη σύζυγος του Έρνεστ και εστιάζεται περισσότερο στα χρόνια που έζησαν στο Παρίσι, αποκαλύπτοντας άπειρες σκηνές από την προσωπική και κοινωνική τους ζωή. 

Σαν σινεμά οι εικόνες περνούν καθαρά από μπροστά μας και ζούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής του Μεσοπολέμου, γινόμαστε παρέα με τους διάσημους συγγραφείς και ποιητές, γνωρίζουμε τον Έρζα Πάουντ και τον Σκοτ Φίτζερλαντ, σμίγουμε με την μποέμ διάθεση, γεμίζουμε τα ποτήρια μας συνεχώς, κατανοούμε τους θυελλώδεις έρωτες.

Το διάβασα με τεράστιο ενδιαφέρον και συνεχώς μου έρχονταν στη μνήμη προηγούμενα βιβλία του Χέμινγουεϊ, καθώς στους διαλόγους γίνονται αναφορές για τις τραυματικές εμπειρίες του συγγραφέα όταν ήταν στρατιώτης στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και σε άλλες φάσεις της ζωής του, όταν παιδευόταν να εκδώσει κάποιο βιβλίο του.

Θα δώσω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ μου ήταν ακόμη εν πολλοίς άγνωστος, όμως φαινόταν να παίζει την ευτυχία στα δάχτυλά του".

"Οι φιλοδοξίες του για το συγγραφικό του έργο ήταν πανίσχυρες και παντελείς. Η γραφή ήταν για τον Έρνεστ ό,τι ήταν για άλλους ανθρώπους η θρησκεία - και ωστόσο εξακολουθούσε να διστάζει να στείλει τις συστατικές επιστολές του Σέργουντ Άντερσον σε οποιονδήποτε διάσημο εκπατρισμένο Αμερικανό στο Παρίσι. Εγώ υπέθετα ότι φοβόταν μήπως τον απορρίψουν αυθωρεί και παραχρήμα. Αισθανόταν πιο άνετα να συναναστρέφεται ανθρώπους από την εργατική τάξη του Παρισιού".

"Είναι από τα πράγματα που σου κάνει ο πόλεμος. Ό,τι βλέπεις έρχεται και αντικαθιστά στιγμές και πρόσωπα από την προηγούμενη ζωή σου ώσπου δεν μπορείς να θυμηθείς για ποιον λόγο τα θεωρούσες σημαντικά. Και δεν είσαι σε καλύτερη μοίρα αν δεν είσαι στρατιώτης ο ίδιος. Η επίδραση είναι η ίδια".

"Είχε στείλει μερικά αντίτυπα στην οικογένειά του, μόλις βγήκαν από το τυπογραφείο κι εκείνοι του τα είχαν επιστρέψει μ' ένα παγερό γράμμα από τον πατέρα του Έρνεστ που έλεγε ότι ο ίδιος και η Γκρέις δεν αισθάνονταν άνετα να έχουν τέτοιο υλικό μέσα στο σπίτι τους. ΄Ηταν επιεικώς χυδαίο και βλάσφημο. Ήθελαν κάθε καλό γι' αυτόν και ήλπιζαν κάποια μέρα να βρει τον τρόπο να αξιοποιήσει το θεόσταλτο ταλέντο του για να γράψει κάτι αμέμπτου ηθικής και αρετής. Ως τότε δεν υπήρχε λόγος να αισθάνεται υποχρεωμένος να τους στέλνει ό,τι εξέδιδε. Αυτό το γράμμα πόνεσε πολύ τον Έρνεστ. Ό,τι κι αν έλεγε, βαθιά μέσα του εξακολουθούσε να αποζητά την αποδοχή της οικογένειάς του.
"Στο διάβολο να πάνε", είπε αλλά κράτησε το γράμμα, διπλώνοντάς το προσεκτικά και βάζοντάς το στο συρτάρι όπου φυλούσε όλη τη σημαντική αλληλογραφία του. "Η οικογένεια μπορεί να είναι ολέθριο πράγμα", έλεγε και ξανάλεγε, και τώρα έβλεπα ξεκάθαρα τι εννοούσε. Όπως έβλεπα και πώς αξιοποιούσε το πλήγμα, πώς το αντιπάλευε εντείνοντας την προσπάθειά του να τους δείξει πως δεν είχε ανάγκη ούτε την αγάπη τους ούτε την επιδοκιμασία τους".

Κ.Μ

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019



Ο Λέιφ Πέρσον γεννήθηκε το 1945 στη Στοκχόλμη. Είναι διάσημος εγκληματολόγος, κορυφαίος μελετητής ψυχολογικών προφίλ στη Σουηδία και μυθιστοριογράφος. Έχει χρηματίσει σύμβουλος στο σουηδικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εργάστηκε ως καθηγητής εγκληματολογίας στην αστυνομική υπηρεσία της Σουηδίας από το 1992 μέχρι το 2008. Είναι γνωστός για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα και για τις συχνές εμφανίσεις του στην τηλεόραση ή τις παρεμβάσεις του στις εφημερίδες ως ειδικός σχολιαστής σε περιπτώσεις αξιοσημείωτων εγκλημάτων.


Τα μέσα ενημέρωσης ζητούν συχνά τη γνώμη του ως του επιφανέστερου ειδικού της χώρας γύρω από το έγκλημα. Το 1987 έχασε τη δουλειά του εξαιτίας των αποκαλύψεων που έκανε για ένα σκοτεινό πολιτικό σκάνδαλο.


Ο Πέρσον έφτασε στα όρια της αυτοκτονίας, αλλά σύντομα αποκαταστάθηκε και επέστρεψε ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Η περιπέτεια αυτή αποτέλεσε την έμπνευση για το πρώτο του μυθιστόρημα.


Αυτά αναφέρονται στο βιογραφικό του συγγραφέα (από το ΕΘΝΟΣ)


Ο ντετέκτιβ Μπέκστρεμ, παρά τα διάφορα προβλήματα στην ψυχολογία του και στην υγεία του, είναι επικεφαλής της ομάδας που θα ερευνήσει τις συνθήκες για έναν περίεργο φόνο ενός νεαρού διανομέα εφημερίδων. Η δικαιοσύνη και η τύχη θα παίξουν μεγάλο ρόλο στην ιστορία, κι "αυτός που σκοτώνει τον δράκο" δεν θα μοιάζει με τον Άη Γιώργη.


Απόσπασμα:


"Η αστυνομία της γειτονιάς στην Τένστα και στο Ρίνκεμπυ είχε σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της αφιερώσει τους περισσότερους πόρους της στην καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους κατοίκους της περιοχής. Το ενενήντα τοις εκατό από αυτούς ήταν μετανάστες από κάθε δεινοπαθούσα γωνιά του κόσμου. Η πλειονότητά τους, πρόσφυγες από χώρες όπου δεν τους επιτρεπόταν να σκέφτονται, ούτε καν να ζουν. Δεν είχε αποδειχτεί εύκολο, και το γεγονός ότι το ενενήντα τοις εκατό όσων δούλευαν για την αστυνομία της γειτονιάς ήταν συνηθισμένοι Σουηδοί δεν είχε κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Σουηδοί πάππου προς πάππου ή ίσως δεύτερης ή τρίτης γενιάς μετανάστες. Πλήρως ενσωματωμένοι στη σουηδική κοινωνία, ριζωμένοι ήδη στο σουηδικό έδαφος.


Η καταπολέμηση του εγκλήματος είχε παγιδευτεί στη μέση. Όλες οι συνηθισμένες δραστηριότητες της αστυνόμευσης είχαν μείνει πίσω. Εδώ το ζήτημα ήταν η οικοδόμηση γεφυρών ανάμεσα στους ανθρώπους, η δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης. Το ζήτημα ήταν τα πιο απλά πράγματα, όπως το να είναι σε θέση να μιλούν μεταξύ τους".


Κ.Μ

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ποια αλήθεια κρύβεται πίσω από φοβερά μυστικά; Και μέσα από την ιστορία του, ο γνωστός Τούρκος συγγραφέας, ποια πολιτικά ζητήματα θέλει να μας αναφέρει εν είδει καταγγελίας;

Ο Αχμέτ Ουμίτ μας μπάζει όχι μόνο στην αστυνομική ατμόσφαιρα του μυστηρίου, αλλά και στην άλλη ατμόσφαιρα της πόλης και της νοοτροπίας της ιστορικής συνοικίας του Πέρα. Αστυνομική λογοτεχνία με έντονο συναισθηματισμό και πολλά κοινωνικοπολιτικά μηνύματα. 

Η δολοφονία απέχει από τον συνήθη θάνατο. Παίρνει άλλη διάσταση για το τέλος ενός ανθρώπου. Και δη ενός ωραίου νέου άντρα που βρίσκεται δολοφονημένος στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, στο περίφημο Πέρα.

Το μυστήριο καλείται να διελευκανθεί το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, αλλά θα ακολουθήσουν κι άλλοι φόνοι και το κουβάρι των εγκλημάτων θα μπερδευτεί κάμποσο ανάμεσα σε έρωτες, που μας παίρνουν πίσω στα γεγονότα του 1955 με  τουςΈλληνες της Πόλης να περνούν δύσκολα και απάνθρωπα.

Η συναρπαστική πλοκή μέσα στην ανατολίτικη ατμόσφαιρα καθηλώνει και όσοι έχουμε πάει στο Πέρα, διαβάζοντάς το ανακαλύπτουμε οικείες εικόνες, ονόματα ελληνικά εδώ κι εκεί, καθώς οι περίτεχνες περιγραφές μας μεταφέρουν στην πλατεία Ταξίμ και κάποιες αναμνήσεις μας αμέσως εμφανίζονται και σμίγουν με τις λέξεις του συγγραφέα. 

Λογοτεχνία με χρώμα αστυνομικό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό.  Οι κώδικες ζωής έχουν σημαντικό ρόλο στα πίσω σοκάκια του Πέρα, στην πιο όμορφη γειτονιά της Πόλης.

Αποσπάσματα:

"Το συμβάν έγινε κατά το πρωί, πώς το' μαθες;"
Τίναξε πίσω το κεφάλι σαν να προσβλήθηκε.
"Τι λέτε τώρα, κύριε αστυνόμε μου; Αυτή εδώ είναι η γειτονιά μας. Γάτα να ψοφήσει, τζάμι να σπάσει, αμέσως το μαθαίνουμε".

"Μα ποιος είναι αυτός;" Κι ο Αλή είχε παρατηρήσει τον τολμηρό συγγραφέα.
"Πώς τον λένε να δεις..." έκανε η Ζεϊνέπ. "Το ξέρω το όνομά του. Είναι συγγραφέας. Γράφει αστυνομικά. Έχει ένα βιβλίο με τον τίτλο Η ραψωδία του Πέρα. Περίεργο μυθιστόρημα. Αμφιταλαντεύομαι να πω ότι ήταν καλό ή το αντίθετο. Δήθεν μιμήθηκε την Αγκάθα Κρίστι. Όμως δεν είναι σαν τα συνηθισμένα αστυνομικά. Έκρυψε πολύ καλά τον δολοφόνο, αλλά μου φάνηκε πως θεωρούσε ηλίθιο τον αναγνώστη. Όμως ας μην τον αδικήσουμε. Έγραψε ωραία την ιστορία του Πέρα". 

Κ.Μ

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

Γαλλική Ριβιέρα 1956. Πολυτέλεια στο φόντο, αστυνομική δράση, εγκληματίες πολέμου, κρυφές κινήσεις, μακάβριες σκηνές και κυρίως αδίσταχτος υπόκοσμος. 

Η ιστορία ξεκινά έτσι:

"Χθες προσπάθησα να αυτοκτονήσω. Δεν ήταν τόσο ότι ήθελα να πεθάνω, όσο να σταματήσει ο πόνος. Η Ελίζαμπετ, η γυναίκα μου, με άφησε πριν από λίγο καιρό και μου λείπει πολύ. Αυτή ήταν η μία πηγή πόνου, και μάλιστα μεγάλη, πρέπει να ομολογήσω. Ακόμη και ύστερα από έναν πόλεμο στον οποίο σκοτώθηκαν τέσσερα εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, είναι δύσκολο να βρεις Γερμανίδα σύζυγο. Ένας άλλος σοβαρός πόνος στη ζωή μου όμως ήταν, φυσικά, ο ίδιος ο πόλεμος και όσα μου συνέβησαν τότε, όπως και στα σοβιετικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου αργότερα. Γεγονός που ίσως έκανε την απόφασή μου να αυτοκτονήσω παράδοξη, αν σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω στη Ρωσία· το να μένω ζωντανός όμως ήταν πάντα για μένα μάλλον συνήθεια παρά συνειδητή επιλογή. Υπό το καθεστώς των ναζί έμεινα ζωντανός για χρόνια από καθαρή ξεροκεφαλιά. Έτσι, νωρίς ένα ανοιξιάτικο πρωί ρώτησα τον εαυτό μου: «Γιατί δεν αυτοκτονείς;» 


Θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο είναι το πιο σκληρό του Philip Kerr, όπου το νουάρ σμίγει με τα δεινά του πολέμου, όπου ο ανθρώπινος νους γίνεται αιτία να χαθούν χιλιάδες αθώες ψυχές. 
Στην Κυανή Ακτή, ανάμεσα στο μπριτζ και στην ομοφυλοφιλία, πλέκονται διάφορα μυστήρια και μια ψυχρή δολοφονία, ακολουθούν εκβιασμοί, εξελίξεις και βέβαια ανατροπές.

Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τον κύριο ρόλο δεν τον έχει το αστυνομικό όπως θα νομίζαμε με την πρώτη ματιά, αλλά τον ρόλο τον μοιράζεται το αστυνομικό με την Ιστορία και αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει από άλλα νουάρ.

Το παρελθόν, το σκοτεινό παρελθόν, είναι επίσης πρωταγωνιστής εδώ. Παλιές αμαρτίες, μια ύποπτη φωτογραφία, μια αισχρή προδοσία, θα φανούν σαν την ακρούλα που θα ξετυλίξει το νήμα.  Τα ίχνη των ναζιστών θα αρχίσουν να αχνοφαίνονται. 
Και η τραγικότητα της πραγματικότητας του παρελθόντος, θα μας φανερωθεί με την αριστουργηματική τέχνη του Κερ, ο οποίος δεν είναι πια στη ζωή δυστυχώς.

Αστυνομική λογοτεχνία κατά του πολέμου. Έτσι θα το χαρακτήριζα αυτό το βιβλίο.

Κ.Μ

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

"Είδα πέρα στο δρόμο μια νέα γυναίκα που έσερνε ένα καροτσάκι μ' ένα μωρό. Και βούρκωσα. Μπορεί να έχω και δυο δεκαετίες ακόμη μπροστά μου, σκέφτηκα. Τα καλά χρόνια όμως έχουν φύγει ανεπιστρεπτί κι εγώ σαν να μην τα χόρτασα". 

"Πόσο πάσχιζα να ανέχομαι τον δικό του εγωισμό, τις ιδιοτροπίες, τις εμμονές, τις απαιτήσεις του και πιο πολύ τη βαθιά αδιαφορία του για μένα".

"Απ΄τη ζωή στο όνειρο, στον ύπνο, στο θάνατο και πάλι στη ζωή. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Όρθια ακόμη, εκνευρισμένη χωρίς κανένα λόγο. Από ώρα το ηθικό μου είχε πέσει πάλι. Πώς γίνεται και πέφτει; Πώς γίνεται και ανεβαίνει, σαν τον καιρό, απ' το χειμώνα στο καλοκαίρι, μέσα σ' ένα μισάωρο, τα πάνω κάτω".

"Και ξαφνικά μου ήρθαν σαν παφλασμός, ταραχή μεγάλη, τα μάτια των κοριτσιών μου. Της μικρής μου πρασινωπά. Της μεγάλης μου προς το μαύρο. Της μεσαίας μου προς το γκρίζο. Ωραία μάτια. Πότε να νοιάστηκα αυτά τα μάτια; Να κοιτάξω βαθιά μέσα τους, να προσπαθήσω να μαντέψω τι κρύβουν, τις ακυρώσεις, τις διαψεύσεις, όλα αυτά, τέλος πάντων (της σύγχρονης ορολογίας) που, όπως λένε, βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Πότε τις ρώτησα, όχι για το ένα και για το άλλο, αλλά για το Ένα και το Μοναδικό; Τους ξένους μόνο ξέρω να κοιτάζω και να προσπαθώ, τάχα μου, να τους ψυχολογήσω, να τους συμπονέσω. Άι να χαθώ. 'Ωρες ώρες δεν υποφέρω την εγωπάθειά μου, την υποκρισία μου μπορώ να πω. Αλλά και πάλι όχι υπερβολές. Μην είμαι και άδικη με τον εαυτό μου. Εγώ για τις κορούλες μου τα έδωσα και τα δίνω όλα".

"Κι εκεί, στην προσπάθειά μου να γλιτώσω απ' την τηλεόραση, μιας και το διάβασμα δεν με τραβάει, έπεσα με τα μούτρα, είπαμε, στον υπολογιστή, πασιέντζες ως επί το πλείστον. Και από τότε που συνδέθηκα με το ίντερνετ, εδώ κι έναν χρόνο, πλήρης η απασχόληση!"

 Η εξομολόγηση, η ψυχανάλυση, ο μονόλογος. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές. Ο κόσμος της ψυχής μιας ηλικιωμένης γυναίκας που ξυπνά και κοιμάται με παρέα της τη μοναξιά. Πολλές αφηγήσεις θυμίζουν κάτι που συμβαίνει εδώ κι εκεί, η πραγματικότητα είναι παρούσα και η πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχοσύνθεσης είναι επίσης παρούσα.

Ο απολογισμός, οι πολλοί απολογισμοί, έρχονται μέσα από ενοχές και αιχμηρές αναμνήσεις. "Με όχημα το φέισμπουκ",  ξεκινά το ταξίδι της αλήθειας.

Αυτά που φαίνονται ξεκάρφωτα, καθόλου τέτοια δεν είναι. Κάθε φράση είναι μελετημένη, οδεύει προς την αναζήτηση του πριν, αυτό το πριν που καίει τα έσω. Προς το ταξίδι με προορισμό την αυτογνωσία μέσω της κάθε ανάμνησης. Δεν φοβάται να ομολογεί και να ομολογεί το ένα και το άλλο. Να εκτεθεί προς τον εαυτό της, να θυμηθεί βιώματα που κανονικά θα ήθελε να ξεχνούσε διά παντός. Όχι, δεν διστάζει να αποκαλύπτεται, να φανερώνει κάθε πονεμένη πτυχή της ψυχής της. 

   Το κείμενο ζωντανεύει τα τραύματα μιας γυναίκας που ταυτίζεται με τόσες άλλες της σημερινής εποχής, παρόμοιες προσωπικότητες, παρόμοιες μύχιες σκέψεις, ίδιες σχεδόν ζωές, ίδιες ντροπές. 

Από τότε που πρωτογνώρισα την "Αρχαία σκουριά", στα νιάτα μου, διαβάζω κάθε βιβλίο της Μάρως Δούκα με πάντα το ίδιο ενδιαφέρον και πάντα με την ίδια απόλαυση. Ομολογώ ότι ο τίτλος "Πύλη εισόδου", με παρέπεμπε σε άλλου είδους κείμενο, αλλά αυτό το συγκεκριμένο τελικά ήταν μια έκπληξη. Και μια αποκάλυψη. 

Κ.Μ

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Iστορίες ζωής, κομμάτια από μια ζωή, εμπειρίες και αναμνήσεις από την ανάποδη της ζωής. Βιογραφία και μυθοπλασία μπερδεύονται. Ή όχι; Ποια βιώματα φωτίζονται έντονα και ποιες μύχιες σκέψεις αποκαλύπτονται καθώς ξεδιπλώνεται η ζωή της συγγραφέως; Καθώς ξεδιπλώνεται αντίστροφα αφού η αυτοβιογραφία και ο χρόνος δεν πάνε δίπλα δίπλα.

Προχωρώντας την ιστορία ανάποδα, η Αμάντα Μιχαλοπούλου στο "Μπαρόκ", φτάνει στη γέννησή της μέσα από ενδιαφέροντα δείγματα γραφής, επιστολές και διηγήσεις, με λεπτομέρειες που μπορεί να σημαίνουν πολλά.

Ο εαυτός της άλλοτε μας αποκαλύπτεται ωραίος και ακέραιος και άλλοτε μοιάζει να πλέει μέσα σε δυσβάσταχτα κύματα, συνεχίζοντας πάντα να θέλει να τα καταφέρει. Διαπερνώντας μέσα από εναλλασσόμενες εικόνες, μια έτσι μια αλλιώς, χωρίς γεωμετρία, σαν το ακανόνιστο μαργαριτάρι, το "μπαρόκ" χαρακτηρίζεται από τις έντονες αντιθέσεις, από την πλημμύρα συναισθημάτων, την υπερβολή στην λεπτομέρεια αναδεικνύοντας την ασημαντότητα σε σπουδαιότητα.

Ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το, λες ναι στη ζωή όπως κι αν έρθει. Μπαρόκ είναι η επιλογή να ζεις αληθινά, να πάρεις απόφαση να ζεις ακόμα και με σπαραγμό αν εκεί οδηγηθείς.

Οι αναμνήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον καθώς εστιάζουν στο ασυνήθιστο. Ένας ξένος που την "παρατηρεί όχι με βλέμμα άντρα που θαυμάζει ή χαζεύει, αλλά ανθρώπου που δουλεύει". Συγγραφέας συμπεραίνει εκείνη και τον αφήνει να κάνει τη δουλειά του. (Δίδυμοι).  Η ανάμνηση ενός ταξιδιού που καταλήγει για λίγο σ' ένα μοτέλ στον ιταλικό αυτοκινητόδρομο, όπου η συγγραφέας προσπαθεί να θυμηθεί το όνομα της ιδιοκτήτριας "πώς την έλεγαν; Ορτάνς, Βιολέτ; κάποιο όνομα λουλουδιού πάντως" (Anima). Έτσι, οι διάφορες λεπτομέρειες, πινελιές μικρές σ' έναν τεράστιο πίνακα, κάνουν το κείμενο να γίνεται άκρως ενδιαφέρον και η εξιστόρηση να φτάνει στον πυρήνα της ουσίας, της αυτούσιας αποκάλυψης.

Και η ανίχνευση του εαυτού συνεχίζεται με πολλές στιγμές ώσπου να καταλήξει στην μήτρα, στην μητρική φωλιά προτού να δει το φως του κόσμου. Όπως διπλώθηκε σε πολλές πτυχές μια ζωή, πενήντα τότες πτυχές, έτσι σιγά σιγά ξεδιπλώνεται, ελεύθερα, χωρίς φόβο και πάθος. Και με το ξεδίπλωμα αυτό, ο αναγνώστης σαν να θέλει κι αυτός να συμπαρασταθεί στον εαυτό του, να τον συντρέξει, να εξηγήσει κάθε του δράση και κάθε του αντίδραση.

Κ.Μ

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Mετά τον "Λιμό", έρχεται το δεύτερο βιβλίο του Πάνου Αμυρά,"Τα λύτρα", κι αυτό αστυνομικό με χοντρές πινελιές  ιστορικού, να συναντάμε ξανά τον Αγραφιώτη, κι αυτή τη φορά να μπερδεύεται με τα νήματα του Κακού, να παιδευτεί ανελέητα ως να καταφέρει να τα ξεμπλέξει. 

Μέσα στο πληγωμένο φθινόπωρο του 1943, στην Αθήνα ξαφνικά εξαφανίζονται δυο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, ενώ έπαιζαν μαζί. Πρόκειται για την εξάχρονη κόρη διπλωμάτη της Γερμανικής πρεσβείας και τον πεντάχρονο γιο της υπηρέτριας και του κηπουρού του, που είναι Έλληνες.

Για να εξιχνιαστεί η υπόθεση της απαγωγής των παιδιών, ο Νίκος Αγραφιώτης θα διεισδύσει στα άδυτα της Ειδικής Ασφάλειας και οι εικόνες γίνονται πολύ σκληρές. Οι καταδότες δρουν ανεξέλεγκτα για ένα πιάτο φαγητό. Ο υπαστυνόμος Αγραφιώτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με προδότες και θα αναγκαστεί να συνεργαστεί μαζί τους προκειμένου να βρεθούν σώα τα δυο παιδιά. Μαύρη εποχή, μαύρες και οι ψυχές των ανθρώπων, κι είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς ανθρώπινος μέσα σε όλο αυτό το χάος και τις συνθήκες διαφθοράς.

Αν και τα αστυνομικά δεν είναι το αγαπημένο μου είδος, τα βιβλία του Αμυρά έχουν περισσότερο ιστορικό χρώμα παρά μυστηριώδες. Διαβάζονται με ενδιαφέρον καθώς πάρα πολλές αναφορές γίνονται σε πραγματικά γεγονότα που συντάρραξαν την νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Μπορεί ακόμα να διακρίνει κανείς και μια ψυχολογική στρώση πάνω στην μυθοπλασία, καθώς το καλό παλεύει με το κακό και η ηθική μάχεται να μείνει αλώβητη, η ανθρωπιά να αντισταθμιστεί με την αλλοτρίωση.

Κ.Μ
Πολλοί άνθρωποι ζουν για χρόνια με κάποιον που δεν γνωρίζουν στην ουσία από τι ακριβώς πάσχει, με αποτέλεσμα να δηλητηριάζει τη ζωή τους και να μην ξέρουν τι να κάνουν για να τον αλλάξουν. Δεν θα αλλάξει. 

Αν κάποιος μιλά πολύ για τον εαυτό του, δεν κάνει στο ταίρι του ποτέ αυτή την απλή ερώτηση: πώς νιώθεις εσύ; είναι προφανές ότι το άτομο είναι ακατάλληλο για σχέση και πολύ περισσότερο για γάμο. 
Αν πληγώνει τον άλλον και μετά δικαιολογεί τον εαυτό του με φράσεις όπως "απλά αστειευόμουν", "είσαι πολύ ευαίσθητη", "δεν το εννοούσα έτσι" ή ακόμα χειρότερα  μπορεί να αρνείται κάτι που έχει πει, χρησιμοποιώντας εκείνο το "εγώ ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο", τότε θα πρέπει να κάνει κανείς κάτι για να σωθεί από το άτομο αυτό.

Οι άνθρωποι με ναρκισσιστική προσωπικότητα είναι πάντα τοξικοί και προκαλούν μεγάλη ζημιά σε όποιον ζει μαζί τους, αν και συνήθως είναι άτομα με καλή κοινωνική θέση, σημαντικό επάγγελμα, μέσω του οποίου έχουν τη δυνατότητα να βοηθούν κόσμο και να νιώθουν σπουδαίοι.

Από δικές τους ανασφάλειες προσπαθούν να επιβληθούν στον άλλο και συνήθως αυτά τα άτομα έχουν κάποια κενά ή τραύματα από τα πολύ παλιά χρόνια για τα οποία δεν δούλεψαν ποτέ. Τους λείπει εντελώς η ενσυναίσθηση, δεν έχουν την ικανότητα να νιώσουν τα αισθήματα κάποιου άλλου και να ανταποκριθούν, αφού το να αρχίσουν να ανησυχούν για κάποιον το θεωρούν σπατάλη χρόνου, κάτι που δεν είναι διαθέσιμοι να κάνουν. 
Τα άτομα αυτά είναι επικίνδυνα και καταστροφικά, κι όμως πολλοί ζουν μαζί τους παντρεμένοι για δεκαετίες προτού ανακαλύψουν με ποιον στ' αλήθεια είχαν δέσει τη ζωή τους. 

Τι σπατάλη ζωής! Κι όμως ποτέ δεν είναι αργά. Αν ο άνθρωπος με τον οποίο ζείτε δεν έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τη ζωή σας, δεν σας ακούει όταν μιλάτε, θέλει να κυριαρχεί πάντα σε κάθε συζήτηση, μονοπωλεί τον διάλογο, δεν σας αφήνει να μιλήσετε για εσάς, έχει το αίσθημα του δικαιώματος να καταχράται και να χειρίζεται, να ψεύδεται με φυσικότητα για να προστατεύσει τον εαυτό του, τον βλέπετε να πλέει μέσα σε μεγαλειώδη υπεροψία, να θεωρεί τον εαυτό του τίμιο, καλό, ευγενικό, αν ζείτε με έναν τέτοιο τύπο, μην περιμένετε ποτέ ότι το τέρας θα γίνει πρίγκιπας, αυτό το παραμύθι δεν συμβαίνει στην πραγματική ζωή.

Νομίζω πως έχει ήδη απαντηθεί το ερώτημα του τίτλου του καταπληκτικού αυτού βιβλίου της κλινικής ψυχολόγου Ραμάνι Ντυρβάσουλα:
 "ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΩ Η ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΩ; Βιώνοντας μια σχέση με έναν ναρκισσιστή".

Κ.Μ

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Διάβασα τον "Λιμό" του Πάνου Αμυρά και μόλις κυκλοφόρησε το επόμενο βιβλίο του "Τα λύτρα", δεν άντεξα να μην το ρουφήξω κι αυτό, ανακαλύπτοντας μέσα από τους ίδιους ήρωες με εκείνους του "Λιμού", μια καινούρια ενδιαφέρουσα περιπέτεια.

Στον "Λιμό" η ιστορία ξεκινά από μια πολύ παράξενη σκηνή όπου ένας Γερμανός λοχαγός πέφτει ξαφνικά από τον δεύτερο όροφο του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία. Ο Γερμανός φαίνεται να έριχνε κάτω στο πεζοδρόμιο κομμάτια ψωμιού κοιτώντας τα νηστικά παιδιά που ορμούσαν να μαζέψουν τα ψίχουλα για να τα φάνε. Βρισκόμαστε στο χειμώνα του 41, την πιο άσκημη εποχή για την Ελληνική πρωτεύουσα, καθώς ο κόσμος λιμοκτονούσε και η ζωή έβαινε προς τις πιο άθλιες και εφιαλτικές περιόδους της.

Ο Γερμανός πέφτοντας θα τσακίσει δυο ελληνόπουλα, παιδιά που μάζευαν τα ψίχουλα από κάτω. Το θέμα είναι πως η πτώση του Γερμανού από την Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν ατύχημα, αλλά δολοφονία. Αυτή η μυστηριώδης υπόθεση θα απασχολήσει τον υπαστυνόμο Νίκο Αγραφιώτη του οποίου οι προσπάθειες για την τελική διελεύκανση της δολοφονίας, θα τον οδηγήσουν μέσα σε δρόμους που ακολουθούσαν άνθρωποι της διαφθοράς και της παρανομίας, και παράλληλα θα μας οδηγήσει κι εμάς τους  αναγνώστες μέσα στις εικόνες εξαθλίωσης της Αθήνας, τότε που η ανθρώπινη ζωή έχανε την υπόσταση της και η αξία της έπεφτε στο μηδέν, καθώς ο κόσμος πιανόταν στα μαύρα δίχτυα του φονικού λιμού.

Οι ιστορικές αναφορές σε συνδυασμό με το αστυνομικό μυστήριο κάνει το μυθιστόρημα αυτό ένα συναρπαστικό κείμενο με σκηνές που αλληλοσπαράζονται και διεκδικούν την πραγματικότητα από τη μια και το αναληθές από την άλλη. 
Γιατί εκεί όπου αναμιγνύεται η Ιστορία με τη μυθοπλασία, εκεί όπου σμίγει η αλήθεια μιας εποχής με τη φαντασία του συγγραφέα, φτιάχνεται το δίχως άλλο κάτι πολύ καλό!

Κ.Μ

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

  Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη νιώθω ότι αποτελεί κάποιο δώρο που ανυπομονώ να το ανοίξω, να δω τι κρύβει μέσα από το περιτύλιγμα. Και κάθε φορά το αναγνωστικό μου τοπίο ομορφαίνει, οι λέξεις, πολύτιμοι θησαυροί απλώνονται μπροστά μου, διαβάζω και θαυμάζω, ρουφώ τη μαγεία της γραφής της.

    Αυτή τη φορά με τράβηξε ιδιαίτερα ο τίτλος, με έκανε να αναρωτηθώ τι ρόλο θα έπαιζε στη ζωή μιας γυναίκας ένας ...αφηρημένος άντρας. Και μπαίνω στην ανάγνωση ακολουθώντας τα έντεχνα μοτίβα που εναλλάσσονται ανάμεσα σε λογοτεχνία και ψυχολογία, με έναν καταπληκτικό τρόπο, να μπορούν με τόσο εξαίσια άνεση οι ρεαλιστικές εικόνες να μπαίνουν στα μονοπάτια της διερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής.

     Ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, μετά από μια οργανωμένη κρίση υστερίας της μητέρας της, αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι.  Να φύγει από το πατρικό, να πει "όχι άλλο" και να γλιτώσει από τις δραματικές εικόνες που παρουσιάζουν κάθε τόσο οι γονείς της.

     Οι ιστορίες στα μυθιστορήματα της Βαμβουνάκη, φαίνονται απλές και αν δοκιμάσεις να τις διηγηθείς, θα ακουστούν συνηθισμένες,  αλλά όταν τις διαβάζεις, μένεις έκπληκτος με τον τρόπο που περιγράφονται, στέκεσαι έκθαμβος μπροστά  στη δύναμη του λυρισμού από τη μια και στη δεξιοτεχνία του ρεαλισμού από την άλλη. Η συγγραφέας καταφέρνει να εμβαθύνει στην έννοια του μυθιστορήματος τόσο ώστε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση να μετατραπεί σε ψυχολογικό μυθιστόρημα, όπου τελικά ο αναγνώστης να βρίσκεται να διακινείται μέσα στην ιστορία. 
       Ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, ο απόλυτος, ο αυταρχικός, εκείνος της νιότης, που τα θέλει όλα, που δεν κάνει υποχωρήσεις, που δεν έχει λογική και επικεντρώνεται στο θέλω και στο απαιτώ, στο λαχταρώ και στο εμμένω.
     Η νιότη τα θέλει όλα. Δεν παρατείται εύκολα, φτάνει στο χείλος του γκρεμού. Ασυγκράτητος και εγωκεντρικός ο έρωτας των άγουρων χρόνων,  μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκαταστροφή,  όταν η απογοήτευση ξεχειλίσει την ψυχή του ερωτευμένου.

   "Αχ οι πόνοι σου, τα ζόρια σου, οι τυραννίες πόσο σε ωριμάζουν στα σημεία, εκεί τουλάχιστον όπου σε έχουν γδάρει βαθύτερα". 

      Σχεδόν όλες οι εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής  βρίσκονται εδώ σ' αυτό το βιβλίο, από τις σχέσεις με τους γονείς, τη φιλία με τους συμμαθητές, ως το μεγάλο έρωτα, την ευτυχία και την απόγνωση, τις υποσχέσεις και τις αθετήσεις τους, μέσα σε όλα τούτα ο αναγνώστης ζει τις δικές του εμπειρίες ξανά, συμμετέχει, συγκινείται, αγωνιά. Κατανοεί ότι το δικαίωμα για ζωή, για επανάσταση, μπορεί να κάνει κάποιον να υπερβεί τα όρια. Αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα, να ζει ακολουθώντας την επιθυμία, αυτό το ενστικτώδικο στοιχείο της ύπαρξης.
      
     "Δραπέτευσα από το σπίτι μου... είμαι άστεγη", θα εκμυστηρευτεί σ΄έναν συμμαθητή της από τον οποίο θα ζητήσει να τη βοηθήσει, εξηγώντας του ότι έχει φτάσει στο όριο, επείγει να λυτρωθεί.  Να απομακρυνθεί από την οικογενειακή εστία "που με έσκασε". Για τους γονείς της ήταν απλά ένας θεατής και μάρτυρας στο υβρεολόγιο και στις κατηγορίες που αλληλοσκορπούσαν. "Πάντα υπήρξαμε ένα κακορίζικο τρίγωνο". Το κορίτσι θεωρεί ότι τους αξίζει να τους ξεχάσει. 

      Πρωταγωνιστής από εδώ και πέρα στη ζωή της θα γίνει ο έρωτας "Ήρθε κι εμένα η ώρα μου να πληρώσω με τιμωρία σκοτεινή την ηθική μου αλαζονεία. Γινόμουν και μάλιστα ορμητικά όσα περιφρονούσα και κοροΐδευα στα άλλα κορίτσια".
        Η ζωή της δεν θα είναι εύκολη, θα έχει όμως βρει εκείνο το μοναδικό αίσθημα, το σπάνιο μεγαλείο της ψυχής, αυτό που κάνει τους ερωτευμένους να μην λογαριάζουν το πού θα τους βγάλει.  Η ηρωίδα θα ζήσει τη θερμότητα του κόσμου μέσα "στη σφιχτή αγκαλιά του άντρα που αχόρταγα αγαπώ και εξίσου αχόρταγα με αγαπάει".

        Η συγγραφέας με τα πολλά ταλέντα, καταφέρνει να ενθουσιάζει τον αναγνώστη με τις αλήθειες που εκφράζει με τέτοια μαεστρία ώστε να κάνει ένα βιβλίο να μετατρέπεται από βιβλίο σε πραγματικό μυθιστόρημα, αφού η Βαμβουνάκη κατέχει τη μεγάλη τέχνη να προσδίδει στις λέξεις τη δύναμη να παράγουν συναισθήματα βαθιά.
       Ένα βιβλίο που διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία του σελίδα, γιατί ο "αφηρημένος άντρας" δεν μας αφήνει να δούμε τελικά τι θα αποφασίσει και ποιες θα είναι οι συνέπειες της απόφασής του στη ζωή μιας γυναίκας. Ή περισσότερων ανθρώπων.

    Τα βιβλία της Βαμβουνάκη έχουν αυτό το χαρακτηριστικό: Τα απολαμβάνεις διαβάζοντας, δεν τα κοιτάς με ψυχαναλυτική ματιά. Η δομή του μυθιστορήματος αυτού, όπως και άλλων της συγγραφέως, έχει ψυχολογική διάσταση, παρότι η πρόσοψή του δείχνει μια απλή ανθρώπινη ιστορία όπως τις χιλιάδες που ακούμε τριγύρω. Αυτή τη γειτνίαση της ψυχολογίας με τη λογοτεχνία η Βαμβουνάκη την πετυχαίνει με έναν ιδιαίτερο δικό της τρόπο, μια τέχνη καταπληκτική που οδηγεί στην ευχαρίστηση, στην απόλαυση της ανάγνωσης, αφού αυτό είναι το ζητούμενο κάθε φορά. Και έχει την απίστευτη ικανότητα, σαν ψυχολόγος που είναι, να κατανοεί και να δικαιολογεί κάθε ανευθυνότητα και σφάλμα των ηρώων της ώστε ο αναγνώστης συγκινούμενος, να τους συμπαθεί τελικά. 

  Η συγγραφική δεξιότητα όταν σμίγει με την μαγεία, δεν γίνεται παρά να βγει κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό κείμενο. Αυτό ένιωσα διαβάζοντας τον "αφηρημένο άντρα". Τη μαγεία που τυλίγει μια απλή κατά τα άλλα ιστορία. 

 Από τις εκδόσεις "Ψυχογιός"

Κ.Μ

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

      Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας της Ρέιτσελ Κασκ (σε εξαιρετική μετάφραση από την Αθηνά Δημητριάδου, - το τρίτο δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα ελληνικά), είναι η ΜΕΤΑΒΑΣΗ,  όπου συνεχίζεται η αφήγηση της Φαίη, η οποία αφού έφτασε να "δει" το περίγραμμά της, να διαγνώσει πράγματα και καταστάσεις, αρχίζει πια να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, μεταβαίνοντας σε ένα άλλο επίπεδο ώστε να αλλάξει τη ζωή της.

Χάνοντας τις βεβαιότητες και την ασφάλεια που είχε μια γυναίκα μέσω ενός γάμου, καλείται να μεταβεί σε κάποιο άλλο κύκλο ζωής και σιγά σιγά μετά το βάρος της απώλειας, να μεταστραφεί και να βρει τον εαυτό της, την εσωτερική της δύναμη. Όλη αυτή η διαδρομή δεν θα είναι καθόλου εύκολη για την ηρωίδα του βιβλίου, όπως και για κάθε γυναίκα που βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Έχει να κανονίσει ένα σωρό λεπτομέρειες και πιο ουσιώδη πράγματα, από τα πρακτικά θέματα ως τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα, από την ανακαίνιση του σπιτιού της μέχρι τον καινούριο έρωτα. Συχνά όλα μοιάζουν απίθανο να πραγματοποιηθούν, αλλά εκείνα τελικά που αποφεύγουμε, είναι αυτά που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Και να τα βγάλουμε πέρα. Με μια μετάβαση αλλού.

Αποσπάσματα:

"Προσωπικά, δεν ήθελα να ανταγωνιστώ κανέναν, πόσο μάλλον να θέσω νέα κριτήρια για το τι συνιστά νίκη και τι όχι. Ήθελα ό,τι και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, έστω κι αν δεν θα μπορούσα να το αποκτήσω".

"Όταν έγραψε το βιβλίο του, είχε ως κίνητρο αυτή ακριβώς την επιθυμία, ν' απελευθερωθεί από την ντροπή που τον δυνάστευε. Το έγραψε σαν να απευθυνόταν σε κάποιον τελείως άγνωστο, που κατά συνέπεια δεν θα έπρεπε να τον ντρέπεται. Αυτό το άτομο ήταν στην ουσία ο εαυτός του".

"Αυτή η ιδέα της ζωής σαν κάτι που σου έχει ήδη επιβληθεί αυθαίρετα, φαίνεται πως έχει μια αλλόκοτη γοητεία, ώσπου έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι υποβαθμίζει τον άλλο σε ένα γενικό επίπεδο ηθικής..."

"Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι αδύνατο να αντισταθείς στο κακό, αλλά πρέπει να έχεις αποφασίσει ότι στην προσπάθειά σου αυτή θα είσαι μόνος σου. Αντιστέκεσαι ή υποκύπτεις ως άτομο. Προσπαθώντας, ρισκάρεις τα πάντα: ίσως υπάρχει μόνο ένας τρόπος να ανατραπεί το κακό, η απόλυτη αυτοθυσία. Το πρόβλημα είναι πως τίποτα δεν θα ικανοποιούσε περισσότερο τους εχθρούς σου".

Κ.Μ


Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Αφηγήσεις και εξομολογήσεις, μαθήματα δημιουργικής γραφής και μεταφράσεις, ώσπου μέσα από τις διηγήσεις των άλλων ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, φτιάχνεις το περίγραμμά του. Γιατί η Ρέιτσελ Κασκ στο πρώτο βιβλίο της τρλογίας της αφήνει να διαφανεί αυτό, ότι δηλαδή διαμέσου των άλλων, γνωρίζουμε τελικά εμάς τους ίδιους.

Ανάμεσα σε υποψήφιους συγγραφείς, η Φαίη παρατηρεί και περιγράφει καθημερινές εικόνες της Αθήνας και των ανθρώπων της, καταγράφει την πραγματικότητα που ενώ τη βλέπουμε δεν την ακουμπάμε όπως η ματιά ενός συγγραφέα. Η Φαίη αφουγκράζεται κάθε μικρή και ασήμαντη ιστορία εστιάζοντας σε λεπτομέρειες και εισχωρώντας μέσα από κάθε ρωγμή του καθενός για να ανακαλύψει την ουσία τους, να δει τον πυρήνα για να ζωγραφίσει το περίγραμμα, χωρίς ποτέ να κρίνει μεμφόμενη καταστάσεις ή συμπεριφορές.  

Η ζωή της Φαίη μοιάζει πολύ με εκείνη της συγγραφέως, μια και η ίδια η Ρέιτσελ Κασκ έχει βιώσει τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται, όπως γάμος, μητρότητα, διαζύγιο, και μέσα από το βιβλίο της λες και αναμεταδίδει τη δική της περίπτωση, τα δικά της βιώματα. 
Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας της η Κασκ τείνει να μας δείξει ότι οι άλλοι μπορούν να αντικατοπτρίζουν τις δικές μας ζωές, φτιάχνουν το δικό μας περίγραμμα όπως κι εμείς μιλώντας για τον εαυτό μας, αφήνουμε να φανερωθεί το περίγραμμα που επιθυμούμε ή που χωρίς να επιδιώξουμε διαγράφεται ολοφάνερα από τις λέξεις μας, τις φράσεις της κουβέντας μας. 

Αποσπάσματα:

"Πολλά απ' αυτά που μας κάνουν να ασφυκτιούμε στη ζωή, αποτελούν συχνά προβολή των επιθυμιών των γονιών μας. Η ύπαρξη μιας γυναίκας ως συζύγου και μητέρας, για παράδειγμα, συνήθως δεν τίθεται καν υπό συζήτηση, λες και είναι επιβεβλημένη από κάποια εξωτερική δύναμη. ενώ η δημιουργικότητα μιας γυναίκας, αυτή που η γυναίκα αμφισβητεί και θυσιάζει πάντα για χάρη των άλλων - ενώ δεν θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό να θυσιάσει, ας πούμε, τα συμφέροντα του άντρα της ή του γιου της - θεωρείται δική της ιδέα, δικός της ψυχαναγκασμός". 

"Απορίας άξιο με πόση ευκολία σε παροτρύνουν οι άλλοι να κάνεις κάτι που οι ίδιοι δεν θα έκαναν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα, με τι ενθουσιασμό σε σπρώχνουν στην καταστροφή... Δεν αποκλείεται να είμαστε όλοι σαν τα ζώα στο ζωολογικό κήπο, κι αν δούμε κάποιον να το σκάει από το κλουβί, του φωνάζουμε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι απλώς θα χαθεί".  

Κ.Μ

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

Δεν ξέρω γιατί το είχα τόσον καιρό αδιάβαστο, ενώ και μόνο ο τίτλος με είχε αμέσως ενθουσιάσει περίεργα. 

"Η κλέφτρα των βιβλίων" του Αυστραλού Μάρκους Ζούσακ είναι ένα βιβλίο για την αδικία, για τον ρατσισμό, για την Ιστορία την ίδια. Ένα βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει σε 40 χώρες. Ένα βιβλίο που έχει γίνει ταινία. Ένα βιβλίο για τα βιβλία!


Δύσκολο, σκληρό, με την παρουσία του ίδιου του Χάρου να αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο στιγμές από την άχαρη δουλειά του κατά την περίοδο του ναζισμού στην Γερμανία. 

Η Λίζελ βρίσκει πως ο λόγος που κλέβει βιβλία είναι πολύ σοβαρός, πρόκειται για θέμα ζωής και θανάτου, πρέπει να σώσει τον Μαξ, τον νεαρό Εβραίο που κρύβουν στο υπόγειο του σπιτιού τους. Η δύναμη των λέξεων, το θαύμα των σελίδων είναι σωτήριο φάρμακο κατά του θανάτου. 

Αποσπάσματα:

Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να σιγουρευτούν πως έλεγες με τον σωστότερο τρόπο το “χάιλ Χίτλερ”. Ύστερα σε μάθαιναν να βαδίζεις με στητό κορμί, να τυλίγεις περιβραχιόνια και να ράβεις ρούχα.

Γιατί δε θα έπρεπε να θέλεις να μοιάζεις με τους μαύρους ή με τους Εβραίους ή με οποιονδήποτε άλλον δεν είναι… δεν είναι σαν κι εμάς.

Όπως αντιλαμβάνεστε, ο κόσμος μπορεί να σας πει πως η ναζιστική Γερμανία στηριζόταν κατά βάση στον αντισημιτισμό, σ΄έναν υπερβολικά ένθερμο ηγέτη και σ’ ένα έθνος μισαλλόδοξων που τρέφονταν με μίσος, αλλά όλα αυτά μπορεί και να μην είχαν οδηγήσει κάπου αν οι Γερμανοί δεν έλκονταν από μια συγκεκριμένη δραστηριότητα: Το να καίνε.

Οι περισσότεροι Εβραίοι πίστευαν, όπως κι αυτός, πως τέτοιο μίσος δε θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Ήταν μια συνειδητή απόφαση, λοιπόν, να μην ακολουθήσει τον Χίτλερ. Από πολλές απόψεις όμως, ήταν μια καταστροφική απόφαση.

Να ζήσει. Η ζωή είναι για να τη ζεις. Το τίμημα γι’ αυτό ήταν ενοχή και ντροπή.

Και ύστερα η ριξιά έφερε την έβδομη πλευρά του ζαριού. Δυο μέρες αφότου η Γερμανία εισέβαλε στη Ρωσία.  Τρεις μέρες πριν η Βρετανία και οι Σοβιετικοί μπουν στον πόλεμο. 
Εφτά. Ρίχνεις το ζάρι και, καθώς το βλέπεις να κυλάει, συνειδητοποιείς απόλυτα πως δεν είναι ένα κανονικό ζάρι. Ισχυρίζεσαι πως είναι προϊόν κακοτυχίας, αλλά το ήξερες από την αρχή ότι θα ερχόταν. Εσύ το έφερες μέσα στο δωμάτιο. Το τραπέζι μπορούσε να το μυρίσει στην ανάσα σου. Ο Εβραίος προεξείχε από την τσέπη σου από την αρχή. 

Και ύστερα. Υπάρχει ο θάνατος. Που βρίσκει το δρόμο του μέσα απ’ όλα αυτά. Εξωτερικά: Μοιάζει ήρεμος, αδίσταχτος. Εσωτερικά: Νιώθει πανικόβλητος, αποδιοργανωμένος, αποκαμωμένος. 

Η Λίζελ έβαλε τον “Κομιστή του ονείρου” κάτω από τη ζακέτα της και άρχισε το διάβασμά του  μόλις μπήκε στο σπίτι. Στην ξύλινη καρέκλα, πλάι στο κρεβάτι της, άνοιξε το βιβλίο και ψιθύρισε: “Είναι καινούριο βιβλίο Μαξ. Και είναι μόνο για σένα”.  Άρχισε να του διαβάζει. “Κεφάλαιο ένα: Ήταν πολύ βολικό που ολόκληρη η πόλη κοιμόταν όταν γεννήθηκε ο κομιστής του ονείρου”.

Τολμηρή και κεφάτη, μια τριλογία ευτυχίας θα συνέχιζε να κάνει αισθητή την παρουσία της σ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού κι ακόμα και μέσα στο φθινόπωρο.  Και ύστερα όλα αυτά θα τέλειωναν απότομα, γιατί τη θέση της λαμπρότητας θα έπαιρναν οι δοκιμασίες που ήταν ήδη καθ’ οδόν. Έρχονταν δύσκολοι καιροί. Ο ένας πίσω από τον άλλον. Σαν σε παρέλαση. 

ΥΠΗΡΧΕ κάποτε, ένας παράξενος, μικροκαμωμένος άνθρωπος. Πήρε τρεις σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή του:
  . Θα έκανε τη χωρίστρα του ανάποδα απ’ ό,τι όλοι οι άλλοι.
  . Θα άφηνε ένα μικρό, παράξενο μουστάκι. 
  . Μια μέρα θα κυρίευε όλον τον κόσμο. 

K.M

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για το "ΣΤΑΧΤΟΝΕΡΟ", είχα διαβάσει κριτικές (πράγμα που αποφεύγω συνήθως προτού να διαβάσω ένα βιβλίο), και το πήρα στα χέρια μου με ενθουσιασμό. Ενθουσιασμός που αν και λίγο λίγο φθίνει καθώς η πλοκή βαίνει με αργό ρυθμό, δεν χάνεται σε καμια περίπτωση. Σε κρατά εκεί μέχρι να μάθεις κι εσύ μαζί με όλους τους συγχωριανούς, την κρυμμένη αλήθεια. Το νέο μυθιστόρημα της Μόσχου, αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο ως αστυνομικό, αλλά και σαν μαρτυρία των ηθογραφικών στοιχείων μιας μικρής κλειστής κοινωνίας σε μια εποχή που σέρνει ακόμα τα απομεινάρια της.

Είναι ένα βιβλίο καλογραμμένο και με έντονες εικόνες από την Ελληνική επαρχία, πράγμα που προσφέρει μεγάλο ενδιαφέρον στην ανάγνωση. Το "Λίθι" είναι ένα χωριό που θυμίζει πολλά τέτοια μέρη στην χώρα μας, με τους ανθρώπους να παγιδεύονται στις αιώνιες  παραδόσεις και την αυστηρή τήρηση των εθίμων. Και όπου οι δολοφονίες δεν μπορούν παρά να κρατούν τα στόματα κλειστά. Ο ύποπτος δεν είναι πάντα και ο ένοχος. Αυτό θα προσπαθήσει να ερευνήσει η δημοσιογράφος που θα αναλάβει να κάνει το ρεπορτάζ γύρω από την δολοφονία μιας γυναίκας και μάνας δυο παιδιών. Μια ενδελεχής έρευνα θα πάει μέχρι το βάθος της ψυχολογίας των ανθρώπων ενός μικρού τόπου, μιας άλλης εποχής και θα καταδείξει τον τρόπο σκέψης, τις νοοτροπίες και τα ήθη του κόσμου εκείνου με τις αλλιώτικες συνήθειες από τις σημερινές, με τις καχυποψίες και τις συμπεριφορές που επέβαλλε η σκληρή ζωή του χωριού. 

Οι αποκαλύψεις θα έρθουν μαζεμένες και θα αφήσουν εκπλήξεις, καθώς οι άνθρωποι πίσω από τις πόρτες τους, "οι ακρίδες" όπως τους παρομοιάζει η συγγραφέας, θα αναγκαστούν να πετάξουν μακριά από εκεί όπου καιροφυλακτούσαν ύπουλα για να επιτεθούν ξαφνικά. 
Γιατί αυτό είναι που κάνουν οι ακρίδες και οι σιωπηλοί και απομονωμένοι άνθρωποι πίσω από τις κουρτίνες τους.
Αλλά το μυστήριο σχεδόν πάντα οδηγεί στο κέντρο της αλήθειας και η κάθαρση φροντίζει να κάνει τη δουλειά της. Αυτή η κάθαρση στην προκειμένη περίπτωση έχει την υφή του σταχτόνερου, αφού η στάχτη μαζί με το νερό, η γνωστή μας αλισίβα, καθαρίζει. Το άγριο φονικό πρέπει να εξιχνιαστεί, ο δολοφόνος να πληρώσει, ο κόσμος να μάθει το γιατί το έκανε. 

Ένα βιβλίο που διαβάζεται με ευχαρίστηση και με την αγωνία να ανεβαίνει ολοταχώς προς τα ύψη.

Κ.Μ

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Αδιάβαστα, αδιάβαστα...

Από την "άγνωστη" Έλενα Φερράντε, "Μέρες εγκατάλειψης", μια ιστορία που όλοι μας λίγο πολύ έχουμε δει να γίνεται στο ευρύ τουλάχιστον περιβάλλον μας. 

Η εγκατάλειψη της Όλγας από τον Μάριο μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου, με δυο παιδιά και με κοινά όνειρα, φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή της, αναγκάζοντάς την να καταφεύγει σε σκέψεις που να τη βοηθήσουν να βγει από το οδυνηρό αδιέξοδο. "να φαντάζομαι ότι είμαι σαν τη σαλαμάνδρα, που μπορεί να περνάει μέσα από τη φωτιά χωρίς να νιώθει πόνο".

Η συγγραφέας επικεντρώνεται στην ψυχολογία   της εγκαταλελειμμένης γυναίκας που  βαλτώνει μην αντέχοντας την νέα κατάσταση που δημιούργησε ο άντρας της λέγοντας ότι "ήταν μπερδεμένος και περνούσε δύσκολες στιγμές, ένιωθε κουρασμένος, ανικανοποίητος..."

Η γυναίκα νιώθει να οδηγείται ως την τρέλα, γίνεται επιθετική και αδιάφορη απέναντι στα παιδιά της,  αφήνει τον εαυτό της να διαλυθεί. Ακόμα και η τύχη του σκύλου θα παιχτεί στα χέρια της, και όλα θα μοιάζουν να οδεύουν κατευθείαν προς μια τραγωδία, ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι "αν κινδυνεύω από τον εαυτό μου, θα πολεμήσω τον εαυτό μου".


Μια σύζυγος που για χάρη του άντρα της άφησε την πόλη της για να τον ακουλουθήσει, άφησε τα όνειρα της για να γίνει συγγραφέας, άφησε τον εαυτό της στην υπηρεσία του σπιτιού και των παιδιών, αναλαμβάνοντας τα πάντα, ακόμα και τον περίπατο του σκύλου. Μια σύζυγος που ξαφνικά ακούει τον άντρα της να λέει ότι ως εδώ ήταν ο γάμος τους, όλα τελειώνουν, φεύγει έτσι στα καλά καθούμενα, την εγκαταλείπει μόνη να τα βγάλει πέρα με όλες τις ευθύνες.  "...έκλεισε διακριτικά την εξώπορτα πίσω του, αφήνοντάς με αποσβολωμένη δίπλα στον νεροχύτη".

Από εκείνη τη στιγμή η ζωή της αρχίζει να κινείται αλλιώς, σαν να τρέχει έναν μαραθώνιο, λαχανιάζοντας και ασθμαίνοντας. Με τον αναγνώστη να λαχανιάζει και να ασθμαίνει μαζί της, καθώς "κάτι στις αισθήσεις μου δεν λειτουργεί". "Τα κανάλια των αισθήσεων είχαν κλείσει, δεν κυκλοφορούσε πια το ρευστό της ζωής, ποιος ξέρει από πότε".


Ο καιρός που περνά είναι βασανιστικός, η καθημερινότητα ένας εφιάλτης, οι ευθύνες βουνό. Και όλα να στέκονται απέναντι στην καλή διάθεσή της, να χαλάνε τον ίσιο ψυχισμό της, να δημιουργούν κενά, να φτιάχνουν το χάος. "Τότε, έχασκε μπροστά μου ο άδειος χρόνος του Σαββατοκύριακου κι ένιωθα σαν να στεκόμουν όρθια στο χείλος ενός πηγαδιού, με ισορροπία ασταθή".


Αλλά η κάθαρση περιμένει πάντα στη γωνιά και θα έρθει η μέρα που η γυναίκα δεν θα υποφέρει πια, δεν θα νιώθει "κακομοίρα", άχρηστη, ρημαγμένη. Γιατί τελικά κι αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, έχουν την ίδια "άπονη μοίρα".

Κ.Μ

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

 Ξεκινώ τη φθινοπωρινή λαχτάρα της ανάγνωσης με βιβλία από τη στοίβα των αδιάβαστων, ελπίζοντας να τα τελειώσω προτού αγοράσω τα επόμενα. (αναληθές βεβαίως αφού πάντα τρέχω να πάρω νέες εκδόσεις).


    Τον Στεφανάκη τον παρακολουθώ με ενδιαφέρον από τα πρώτα του μυθιστορήματα, μερικά από τα οποία κοσμούν τα ράφια της βιβλιοθήκης με την καλή λογοτεχνία και άλλα είναι στο λάπτοπ μου, όπως αυτό εδώ, με υπομονή να περιμένει τη σειρά του. 

   Νομίζω ότι όσοι παθιάζονται με τη λογοτεχνία θα το έχουν ήδη διαβάσει εδώ και καιρό. Ο συγγραφέας σ΄αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο του έχει πρωτίστως το ρόλο του απαιτητικού αναγνώστη, που επιθυμεί διαμέσου της λογοτεχνίας να ερευνήσει ενδελεχώς τις πτυχές της απόλαυσης του διαβάσματος και να ανακαλύψει τη σημασία του να εμπλουτίζεις τον πνευματικό σου κόσμο μέσω του καλού βιβλίου. Συχνά αναφέρεται στους κλασικούς και σε έργα που είχα κι εγώ διαβάσει στην εφηβεία και στα φοιτητικά μου χρόνια. 

         Είναι σαφές ότι τα μυθιστορήματα τείνουν να μας κάνουν τα δούμε τα πράγματα όπως δεν φαίνονται στην πραγματικότητα, να ψάξουμε μονοπάτια διαφορετικά από εκείνα που μας δείχνει η ίδια η ζωή και να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα της γραπτής διήγησης. Να πιστέψουμε σε αυτό που μας προσφέρει η λογοτεχνία. 

  Είναι τυχεροί όσοι πράγματι χαίρονται διαβάζοντας, ενώ ταυτόχρονα η ψυχή τους διέρχεται από έναν κόσμο πέραν της πραγματικότητας, γίνονται κάποιοι άλλοι καθώς 
"η ανάγνωση συνιστά πράξη αυταπάρνησης".

Αποσπάσματα:

"Πλανώνται όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι εύκολο πράγμα. Κι αν θέλει κανείς να ευεργετηθεί από τη λογοτεχνία, θα πρέπει κατά στιγμές να ξεχνά τον εαυτό του, γιατί είναι παρατηρημένο: αυτό που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε σε βάθος τα νοήματα ενός κειμένου είναι το ότι μπαίνουμε στις σελίδες ενός βιβλίου με αδιανόητες απαιτήσεις. Προσδοκούμε κυρίως από το εκάστοτε ανάγνωσμα να επιβεβαιώσει όσα είμαστε, όσα πιστεύουμε, όσα έχουμε ζήσει".

"Η ανάγνωση, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι πρόκειται για απόλαυση, είναι μια κοπιώδης διαδικασία και δεν αξίζει να χάνει κάποιος το χρόνο του διαβάζοντας ανούσια βιβλία".

"Αποτελεί οικτρή πλάνη να πιστεύουμε πως το βιβλίο έχει το περιεχόμενο που θέλησε να του δώσει ο συγγραφέας του. Στην πραγματικότητα έχει το περιεχόμενο εκείνο που του δίνει ο εκάστοτε αναγνώστης".

"Είναι αποδεδειγμένο πια πως τη μεγαλύτερη ζημιά στη λογοτεχνία δεν την έχουν κάνει οι κακοί συγγραφείς, αλλά οι κακοί αναγνώστες - όλοι αυτοί που διαβάζουν τα βιβλία με βάση τις προκαταλήψεις τους και στην ουσία τα έχουν ήδη κρίνει πριν καν τα διαβάσουν".

"Κάθε τόσο μνημονεύω τους ήρωες των βιβλίων λες και πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα. Τους ανακατεύω στις συζητήσεις μου, τους υπερασπίζομαι ή τους απορρίπτω, ανοίγω διάλογο μαζί τους κι είναι φορές που νομίζω πως θα πέσω πάνω τους στην επόμενη γωνία". 


"Η μυθοπλασία γίνεται ένας καθρέφτης για να βλέπουμε τον εαυτό μας όπως ακριβώς είναι".


"Τα ευπώλητα αναγνώσματα του καιρού μας χαρακτηρίζονται συχνά από χοντροκοπιά και μετριότητα. Λησμονούμε, φαίνεται, πως οι καλοί συγγραφείς είναι σαν τους ευγενικούς επισκέπτες. Διακριτικοί, συνεσταλμένοι, αναποφάσιστοι, υπαινικτικοί, ψιθυρίζουν τις μεγάλες αλήθειες τους. Εμείς όμως προτιμούμε τα εκκωφαντικά αναγνώσματα με τις ιδεολογικές κορόνες".

Κ.Μ