Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

      H  βόλτα μου  στην Αθήνα, αλλιώτικη και  μοναδική,  ανάμεσα σε αρχαίες ανάσες 
και νέα βήματα. 
     Στο κέντρο της πόλης, δρόμοι του δάσους και των πουλιών, της ησυχίας του λόφου 
και της ερημιάς του τοπίου. 


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

   Παίρνεις μια απαραίτητη βαθιά και ανακουφιστική ανάσα ζώντας λίγες μέρες στην λατρεμένη πόλη για να μπορέσεις να συνεχίσεις στο μέρος όπου μένεις και σε τραβά να βουλιάζεις εκεί όπου βουλιάζει το πλήθος. 
      Κι ως λέει ο ποιητής "εδώ που την ζωή μου τη μισή", αυτός ο τόπος αν και σε απωθεί, του επιτρέπεις να σου τρώει την ενέργεια χωρίς να ζεις. Μονάχα να μένεις για λίγο ώσπου να ξαναφύγεις πάλι. 
   Τυχεροί όσοι καταφέρνουν να ζουν ανάμεσα σε δυο πόλεις για να μπορούν να αναγεννηθούν στην μια ώστε να υπομένουν την άλλη.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

     Όταν ο ψυχικά άρρωστος άνθρωπος στη γειτονιά σου προσπαθεί να σε τραβήξει μέσα στην παγίδα του και εσύ καταφέρνεις να μείνεις εκτός της πρόκλησης, τον κερνάς μια κούπα αξιοπρέπειας και ένα ποτήρι αυτοσεβασμού, παίρνει το σάκο της κακίας του στον ώμο και φεύγει χαμένος. Νομίζοντας ότι επειδή εκτονώθηκε φωνάζοντας και βρίζοντας έχει πετύχει να σε επηρεάσει επειδή έμαθε να λειτουργεί με επιθετικότητα. 
   Αλλά δεν ξέρει ότι δεν τσιμπάμε. Έχουμε εσωτερικό κόσμο που αδυνατεί να τον φανταστεί, αδυνατεί και να μας τον θίξει. Μακριά από τέτοιους ανθρώπους.  Δεν αξίζει να μπαίνεις στο παιγνίδι της τοξικότητάς τους. 

Κ.Μ

Απενοχοποίηση! Τι πολύτιμη λέξη!

Φτάνει πια. Όχι άλλες ενοχές,  ανασφάλειες και ατέλειες καλοδεχούμενες.

Ο χρόνος δεν χρειάζεται να σπαταλιέται για τους άλλους. Δεν ξεπουλάμε.

Κ.Μ
Η κάθε στιγμή δεν είναι ίσως κατάλληλη για να κάνεις το μεγάλο βήμα που θα σου αλλάξει τη ζωή, αλλά η κάθε στιγμή είναι  ιδανική για να πάρεις τη μεγάλη απόφαση για την αλλαγή που επιθυμείς.

Κ.Μ
Σε ενοχλούν που σε ενοχλούν για τηλεφωνικές έρευνες, σε εκνευρίζει που σου ζητούν προσωπικά δεδομένα, ηλικία, μόρφωση, εισόδημα, οικογενειακή κατάσταση, θρήσκευμα (!) θου κύριε, πώς ξέρουν ότι λες την αλήθεια; Πώς;

Μια μεγάλη έρευνα που είχε γίνει πριν μερικά χρόνια απέδειξε ότι όλες οι έρευνες είναι λανθασμένες, αφού κανείς δεν ξέρει πού κρύβεται η αλήθεια.

Σε σχολεία φέρνουν συχνά πυκνά διάφορα ερωτηματολόγια όπου καλούνται οι μαθητές να απαντήσουν σε διάφορες ερωτήσεις και προκειμένου να χαθεί το μάθημα, βάζουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι. Έτσι μια έρευνα που έγινε το 1995 σε μικρή επαρχιακή πόλη έδειξε ότι  το 97% των μαθητριών (σε πρώτη τάξη γυμνασίου) είχε κάνει τουλάχιστον μια έκτρωση. 

Ομολόγησαν εκ των υστέρων ότι έβαζαν στην τύχη την απάντησή τους χωρίς καν να διαβάσουν καλά καλά την ερώτηση. Ξανά από την αρχή τα ερωτηματολόγια. Ξανά στην τύχη οι απαντήσεις. Μην εμπιστεύεστε δεκατριάχρονα για έρευνες, έχουν άλλες ασχολίες πιο ουσιαστικές.  Γενικά μην εμπιστεύεστε τα ερωτηματολόγια και τα αποτελέσματά τους. Ο κόσμος βαρέθηκε να απαντά στον καθένα και επιπλέον έγινε καχύποπτος πια. Ορθώς.

Κ.Μ

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

"Δεν φοβάμαι τίποτα".  Νομίζω ότι όσοι το δηλώνουν αυτό δεν θα πρέπει να ζουν αληθινά. Θα έλεγα ότι οι άνθρωποι που λένε πως δεν τους αγγίζει κανένας φόβος μοιάζουν κάπως με τα κυπαρίσσια των νεκροταφείων που έχοντας γεμίσει από θλίψη και οδυρμό, αδυνατούν πια ν' αναγνωρίσουν την πραγματική ομορφιά της καθημερινότητας. Έχουν ξεχάσει τη χαρά ή μάλλον δεν την γνώρισαν ποτέ, άρα πώς να φοβούνται μην την χάσουν;

Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται κάτι, από τη φυσική φθορά του σώματος ως την πιο μεγάλη ανατροπή στη ζωή. Δεν αναφέρομαι βέβαια στο φόβο του φόβου, αλλά δεν γίνεται να μην υπάρχει κάτι που να μας φοβίζει όσο κι αν το κατανοούμε. 

Κ.Μ   🌚

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018





                              Πνεύματα: Μια ιστορία της πικρής στροφής.


   Από την ταλαντούχα συγγραφέα της φαντασίας -  δυστοπίας  Ευθυμία Δεσποτάκη.


      Δεν είναι που ξεκινώντας να διαβάζω τα “Πνεύματα” ένιωθα ότι θα μου άφηναν εκείνη τη χαρακτηριστική αίσθηση που δίνει ένα καλό βιβλίο, δεν είναι που ο πρόλογος με εντυπωσίασε προδιαθέτοντάς με για τον πλούτο που θα μου χάριζαν όλες οι σελίδες της πλοκής μιας παραμυθένιας κοσμοπλασίας . Είναι πολλά άλλα ακόμα. Πρόκειται για ένα λογοτέχνημα του φανταστικού με καθαρά ελληνικό υπόβαθρο. Οι αριστουργηματικές περιγραφές μιας κατοπτρικής ζωής, οι περίτεχνα δομημένες εικόνες του φανταστικού κόσμου μιας αρχαιοελληνικής πραγματικότητας, χαρίζουν συνεχόμενες εκπλήξεις για να οδηγήσουν στη μύηση της απολαυστικής αίσθησης που μένει με την τελευταία τελεία.

     Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους λάτρεις του φάνταζυ, μα και σε κάθε αναγνώστη που απαιτεί κάτι παραπάνω από μαστορική τέχνη του λόγου, που ψαχουλεύει το βάθος στο πλάσιμο των χαρακτήρων, που αναζητεί την τελειότητα στη λεπτομερή περιγραφή των πάντων, και που κοιτά να εντυπωσιαστεί με τη δουλεμένη τεχνική στη δράση.

    Η Ευθυμία Δεσποτάκη είναι εξαιρετικό ταλέντο του λόγου και σε κάνει να περιμένεις το παρακάτω. Την επόμενη πικρή ή γλυκιά στροφή. Αυτό που θα τονίσω εν τέλει, είναι ότι σε καμιά περίπτωση κατά την ανάγνωση των 'Πνευμάτων' , δεν μου δημιουργήθηκε η παραμικρή εντύπωση ότι διαβάζω μεταφρασμένο φάνταζυ, αλλά καραρόαιμο ελληνικό βιβλίο, πράγμα που είναι ακαταμάχητο ατού για τα 'Πνεύματα'. 

Ο χώρος του φανταστικού στην Ελλάδα δεν "πιάνει" μόνο τους φανατικούς οπαδούς του είδους, αλλά και αναγνώστες της κάθε λογοτεχνικής τάσης. Ακόμα και τους λάτρεις του ιστορικού μυθιστορήματος.

Κ.Μ

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018




Η ιεράρχηση των ανθρωπίνων αναγκών κατά τον Μάσλοου.



Η ανθρωπιστική ψυχολογία του Μάσλοου βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι γεννιούνται με την επιθυμία να επιτύχουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους ή να φτάσουν σε ένα σημείο το οποίο ο αμερικανός ψυχολόγος ονόμασε «αυτοπραγμάτωση».

Τι είναι όμως αυτό που παρακινεί τον άνθρωπο για την αυτοπραγμάτωση;

Σύμφωνα με τον Maslow, κριτήριο για να παρακινηθεί ο άνθρωπος είναι η ανικανοποίητη ανάγκη. Η ψυχολογική ανάπτυξη του ανθρώπου σκιαγραφείται από την μετάβασή του από τις φυσιολογικές βασικές ανάγκες (τις πιο προσωπικές) στις περισσότερο κοινωνικές ανάγκες (όπως για σεβασμό, αυτοεκτίμηση και αυτοπραγμάτωση).




Τις ιεραρχεί ως εξής:


α) φυσιολογικές όπως: πείνα, δίψα, ύπνος, σεξ κ.α.

β) ασφάλειας όπως: προστασία από κίνδυνο, απειλή κ.α.

γ) ανάγκη για αγάπη όπως: η ένταξη σε ομάδα.

δ) ανάγκη για εκτίμηση και σεβασμό προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους.

ε) αυτοπραγμάτωση, δηλαδή εξελισσόμενη πραγμάτωση των δυνατοτήτων, των ικανοτήτων ως εκπλήρωση μιας αποστολής ή γνώση της βαθύτερης φύσης του ανθρώπου, τάση προς ενοποίηση στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018


Πώς ο γονιός "αποπλανά» το παιδί του.



Η υπενθύμιση που ακούμε «είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια», κρύβει τη διευκρίνιση-απειλή «κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν».


Επομένως, κανείς από τα μέλη της δεν διατηρεί το δικαίωμα να σηματοδοτήσει την οντότητά του, εξατομικεύοντας το δικό του ψυχολογικό στίγμα με αποχωρισμό του δικού τους ψυχολογικού στίγματος.


Στη βρεφική ηλικία αρκετές μητέρες μέσα στα όρια της δικής τους διάθεσης να «ελέγχουν καταστάσεις», εμποδίζουν την εξατομίκευση των παιδιών τους και φυσικά και τον αποχωρισμό τους. 
Μεταδίδουν υπαινιγμούς για τη δική τους εσωτερική δομή και ανασύρουν από βαθύτερα επίπεδα έκδηλες επιθυμίες τους. Υπεύθυνη είναι η πρόθεση να μην «εγκαταλειφθούν». Αυτοκαταδικάζονται όμως να κουβαλούν χωρίς τέλος τα παιδιά τους και καταδικάζουν αυτά να κουβαλούν εκείνες.
 Τα μαθαίνουν να αξιολογούν τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή.


Η υποτιθέμενη βαθμιαία χειραφέτηση του παιδιού ουσιαστικά θυσιάζεται στον βωμό των γονεϊκών ασυνείδητων διαθέσεων.






Απόσπασμα από το βιβλίο «Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον» του Τρύφωνα Ζαχαριάδη.


Ένας πρωτότυπος τρόπος συγγραφής μυθιστορήματος. Σε συνέχειες. Στο διαδίκτυο. Κάθε μέρα κι ένα κεφάλαιο. Με σχολιογραφία. Με συμμετοχή των αναγνωστών.

         Το είχα αγοράσει σε ολοκληρωμένο βιβλίο. Όχι χάρτινο. "Οθονίστικο". Το απόλαυσα.

        Λογοτεχνική προσέγγιση της απώλειας, της διάψευσης, του θρήνου, της αυτοκαταστροφής. Ένας συγγραφέας καθαρόαιμος λογοτέχνης, από τον κόσμο της δημοσιογραφίας, καθόλου καχύποπτος για τις παγαποντιές του διαδικτύου, ρίχνει το δικό του φως στις σκοτεινιές της γραφής. Το ανατρεπτικό τέλος του βιβλίου σε στήνει μπροστά στα αδιέξοδα και σε μπάζει στο μοίρασμα μιας δυστυχίας.

           Ευρυματικό, πρωτοποριακό, καθηλωτικό, στο πρώτο κεφάλαιο μου θύμισε λίγο τη  δραματική ταινία   If only   καθώς ο ήρωας χάνει ξαφνικά την αγαπημένη του.


         Ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος αποδεικνύει πως γράψιμο δεν είναι πια μόνο μολύβι ή στυλό, βιβλίο δεν είναι πια μόνο χαρτί και βιβλιοπωλείο δεν είναι πια μόνο τσιμεντένιο κτίσμα. Εμείς που χωρίς διάβασμα δεν ζούμε ούτε μισή μέρα, ευχαριστούμε όσους ασχολούνται με ηλεκτρονικές εκδόσεις, όχι μόνο για το μικρότερο κόστος, αλλά γιατί δεν έχουμε πια πού να στοιβάζουμε τα έντυπα βιβλία μας. Κοντεύουμε να γίνουμε ο ήρωας του "Θαύματος της Αναπνοής" του Σωτάκη.


Η έντυπη μορφή για τους λάτρεις της μυρωδιάς βιβλίου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

 Άτομα που συνηθίζουν να φωνασκούν αντί να μιλούν, να διαπληκτίζονται αντί να συζητούν,  να βρίζουν αντί να αγαπούν, όχι μόνο δεν κερδίζουν το παραμικρό, αλλά χάνουν κάθε εκτίμηση από τους πάντες. 
  Αν το ψάξουν βαθιά, θα βρουν ότι στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους κάτι πήγε στραβά, ώστε το να ουρλιάζουν έμαθαν να το θεωρούν το δυνατό τους σημείο,  που τους δίνει σπουδαιότητα. Ωστόσο αυτό τους κάνει να βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά στην απομόνωσή τους. Διεκδικώντας σημασία, διεκδικούν μόνο την αυτοκαταστροφή.

K.M


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

       

                                                            Η  ΑΠΟΥΣΙΑ  ΣΟΥ



  Πώς να τα βάλεις με αυτή την απουσία σαν να μην είναι νίκη του θανάτου και σαν να μην το ξέρεις καλά πως ο γλυκός εναγκαλισμός δεν θα υπάρξει πια παρά πάνω σε χαρτιά τυπωμένα και σε οθόνες ηλεκτρονικές;..
 Πώς να ξανανθίσει ο κήπος σου μαμά μου όταν έχει καθίσει η άγρια σιωπή παντού, μια θανατερή σιωπή που τα ξέρανε όλα;.. 
Ο σπαραγμός μου δεν φτάνει για να νοθεύσω το μοιραίο, να μειώσω την απολυτότητα  της χαμένης παρουσίας σου, να διαγράψω το φευγιό σου. Το φευγιό σου που συνέβη μεσούντος του Μάη του ολάνθιστου, με το λουλουδένιο στεφάνι πάνω στην πόρτα σου και με μυρωδιές ταλαντούχες σαν την ψυχή σου.


Μανούλα μου,  σ'  ευχαριστώ που με δίδαξες την αγάπη για τα λουλούδια, την αγάπη για όλα και για όλους. Μανούλα μου, ο Μάης θα είναι πάντα ολάνθιστος για σένα!











1936: he had always been superstitious about leap years. Like many people, he believed that they brought bad luck.


So the anonymous analysis by someone who knew as much about music as a pig knows about oranges was decorated with those familiar, vinegar-soaked labels.


There were three phrases which aimed not just at his theoretical misguidedness but at his very person. “The composer apparently never considered the problem of what the Soviet audience looks for and expects in music.” That was enough to take away his membership in the Union of Composers. “The dan­ger of this trend to Soviet music is clear.” That was enough to take away his ability to compose and perform. And finally: “It is a game of clever ingenuity that may end very badly.” That was enough to take away his life.



Και μερικές φράσεις στα ελληνικά από το βιβλίο "Ο αχός της εποχής" όπως τις έχω μεταφράσει ελεύθερα:



"Όσο πιο ταλαντούχος είναι κανείς, τόσο ευκολότερα δύναται να αντέξει τις αδικίες".


"Τουλάχιστον όταν πεθάνεις οι απορίες παύουν".



"Και οι τραγωδίες μοιάζουν εκ των υστέρων με φάρσες".




"Όταν χάσεις το κουράγιο σου, δεν μπορείς να το αντικαταστήσεις λες και πρόκειται για μια χορδή από βιολί".




"Μερικοί αξιόλογοι άνθρωποι ξεχνιούνται αδίκως, ενώ κάποιοι όχι και τόσο αξιόλογοι, κατά έναν μυστήριο τρόπο γίνονται αθάνατοι".




                              " Το τελευταίο σημείωμα "




Ποιος θα μπορούσε σήμερα να απορρίψει την πρόταση ανταλλαγής της ζωής του με μια άλλη ζωή, ενός "ασήμαντου" συντρόφου; 
Ποιος θα προχωρούσε αγέρωχος στο εκτελεστικό απόσπασμα, αφήνοντας πίσω ένα λαμπρό μέλλον και μια λαμπρή αρραβωνιαστικιά;
Ποιος θα δεχόταν να πεθάνει τόσο νέος, όντας καλλιεργημένος και με σημαντική μόρφωση, θεωρώντας ατιμωτική την γερμανική πρόταση για να σώσει το τομάρι του;

Δεν θα ήταν δυνατόν να σκαλώσω στα διάφορα γύρω γύρω της ταινίας και στις επιθέσεις που δέχτηκε περί του ποσοστού κομμουνιστικότητας που προέβαλε.
Στέκομαι στο γεγονός ότι μια τέτοια τραγική ιστορία όπως η εκτέλεση διακόσιων ανθρώπων στην Καισαριανή την πρώτη του Μάη του 44, γίνεται πια ευρέως γνωστή. Με κεντρικό άξονα, πέρα από την ψυχρή και άδικη αντιμετώπιση των Γερμανών απέναντι στους αντιστασιακούς, το θέμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που από κάποιους θεωρείται το παν για να μπρορούν να ζουν.

Και τέλος ποιος άλλος θα μπορούσε να ερμηνεύσει τόσο πειστικά τον ρόλο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη εξόν από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, που σε μπάζει στο δράμα μιας αληθινής ιστορίας με καθόλου δραματικό τρόπο, παρά με αυθεντικό ηθικό χαρακτήρα;

Κ.Μ


Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Αν είσαι πάνω από  σαράντα χρόνια με κάποιον,  αν ακόμα παραμένεις μέσα σ' έναν γάμο, αν όλοι σου οι φίλοι έχουν χωρίσει, αν δεν τρομάζεις που εμπιστεύεσαι αλλοτινούς θεσμούς, μήπως κάτι συμβαίνει μ' εσένα; Ή μήπως αυτό πάνε να σου εμφυσήσουν κάποιοι; Να νιώθεις άβολα που είσαι ακόμα εκεί, που διαρκώς πετυχαίνεις να διατηρείς τις αισθήσεις σε εγρήγορση και να έχεις ελευθερία πνεύματος, κάτι που ίσως δεν ακουμπούν καν οι ελεύθεροι.  Μονάχα να επινοήσεις μερικά απλά κόλπα ώστε la vie a deux να επιβιώνει ευνοϊκώς.



      Αμαρτίαι τέκνων παιδεύουσι γονείς

Είναι και κάποιες ευτυχείς συμπτώσεις που σε δικαιώνουν βρε παιδί μου. Ευτυχώς!
Σου βάζουν στο χέρι το φτυάρι κι εσύ έχεις διώξει το βουνό ολάκερο ακόπιαστα!

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

        Η διάγνωση είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.  Για μερικούς είναι ωστόσο περίπλοκο πράγμα να αντιληφθούν επιτέλους την "τυφλότητά" τους,  για να μπορέσουν να μπουν στην θεραπεία για να ξεστραβωθεί το χαλασμένο του χαρακτήρα και να δει πάρα πέρα. Δύσκολο τους είναι να καταλάβουν ποιοι στ' αλήθεια είναι, πού σφάλλουν, πώς και λειτουργούν πάντα στραβά, γιατί αντιδρούν με τον συγκεκριμένο τρόπο. Και δεν θα σταματήσουν να  βροντοφωνάζουν εκείνο το πρόχειρο δικαιολογητικό "και τι να κάνω, τόσα που μου τύχανε εμένα;"

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Σε τι λογής ταρσανά, έφτιαξες την ψυχή σου.
 Πάνω σε πόσο μουχλιασμένα υλικά, τη χάραξες και τη σμίλεψες.
 Σε τι λογής καρνάγιο, σκάρωσες τη ζωή σου.
 Πάνω σε πόσο ρηχά νερά, την έσυρες και την καθήλκυσες.
Κι ύστερα σου ΄φταιξε η αλμύρα της θάλασσας 
και τα μάγια των αέρηδων, που βγήκες ναυάγιο.
Σου' στειλα φιλί και το πήρε η νύχτα, στρογγυλεύοντάς το. Τόσο γλυκά το σμίλεψε, στον ίδιο τον ουρανό μας πάλι.
Μέσα σε φως δυνατό, κάτασπρο όσο η αγκαλιά σου.
 Το ανέβασε πιο πάνω, να σε φτάσει, να το αγγίξεις. Ακουμπώντάς με αγγελικά με την άκρη της ψυχής σου.
 Φιλί αιώνιο , η πανσέληνος σου κράταγε, αληθινή πεθυμιά! Θα είσαι τόσο πια στο σύθαμπο, ως να ξαναβγεί το φεγγάρι.


Στριμωξίδι στα οικεία τους κλωνιά,
ανθάκια, χρώματα και φως.
Πώς να χωρέσει η Άνοιξη
εκεί που σε σέρνουν καρδιά μου,
στα φτηνά, στα φαύλα, στα σπασμένα.
Ασύδοτα κοκκινωπά,
με ανεξέλεγκτη πρεμούρα,
μέσα στην αυθαιρεσία του Μάρτη,
εκεί στο τέλος του πριν γείρει και χαθεί.
Ασυμμάζευτος μήνας, άσωτος.
Παράφορος σαν φιλί.
Γυρεύει προνόμια
και ξεχύνεται βαλτός και με πρόθεση,
ανάμεσα στις πιέσεις του κόσμου.
Διαχέεται και τρυπώνει
στων ανθρώπων τις χαμένες ζωές.


Και ξαφνικά η ζωή φυσά έναν αέρα,
που σηκώνει δυο κύματα θυμωμένα,
κι αν σε βρουν σιμά τους, χάθηκες!..




Σ' αυτούς που αγαπούν
και το πιο ασήμαντο ανθάκι.
Σ' αυτούς που ρίχνουν
ψίχουλα στα φοβισμένα κοτσύφια.
Σ' αυτούς που μαγεύονται
με την αέναη μοναξιά του τοπίου.
Σ' αυτούς που κουβεντιάζουν
τον επαίτη με του κέρματος τον ήχο.
Σ΄αυτούς που δένουν
τη ζωή τους με γυαλιστερές κορδέλες,
που μοιράζουν τον κύκλο τους
χιλιάδες ακτίνες ψυχής,
που βγαίνουν στις πορείες
για αλαργινό του κόσμου άδικο
και αρνούνται να πουν
"εγώ θα σώσω τον πλανήτη;"
Σ' αυτούς απλώνω την καρδιά μου.


Έψαξα στο διαδίκτυο για την αιδώ,
αυτή που νιώθει κανείς όταν κατακλέβει
τον κόπο των εργαζομένων, και μου έβγαλε
ότι δεν βρίσκει κανένα αποτέλεσμα!






Σαν βγεις στο ψάξιμο για την Άνοιξη,
να εύχεσαι να χαθείς στο δρόμο...



Μωρό μου,
αυτό που γυροφέρνεις στο μυαλουδάκι σου,
πες το μου ευθέως και δίχα μπορντούρες.
Δεν είμαι δα και τόσο αμάθητη
να με στήνουν στους τοίχους τους,
σημαδεύοντας με σουγιάδες,
δυο πόντους απ΄ τη σάρκα μου
και δέκα απ΄την καρδιά μου.
Κι αν ο δικός σου στόχος, πειστικό επιχείρημα,
με πετύχει και ματώσω και γείρω εκπνέοντας,
μην το πάρεις προσωπικά.
Καμιά φορά φταίνε μόνο οι καιροί.

Η άνοιξη τρελάθηκε καθώς ανελέητα λαμπυρίζει… Και με τις πέτρες ερωτεύεται εν ριπή βροχής… Με τη φλόγα του ήλιου και το χάδι του αέρα. Λικνίζεται σαλπάροντας για λιμάνια καλοκαιρινά.  Επιδεικνύοντας τα κοραλλένια χρώματα του φιλιού και του σεβντά.  Βγάζοντας στη φόρα την ομορφιά που από του έρωτα τα πέταλα ξεβράστηκε στην ακτή του Μάρτη.


Κι έγινα μόνο μια αντανάκλαση!… Η δικιά σου… Σ' όποιο τοπίο κάτσει η καρδιά μου, πάνω στο δικό σου νερό σχηματίζει σκιές. Όπου κι αν με ρίξεις, παίρνω το σχήμα σου. Αποκτώ τις δικές σου γραμμές και τα δικά σου χρώματα. Δεν ξέρω άλλη εικόνα της ζωής, πέρα από εκείνη που' χεις περάσει μέσα μου.

Το αίνιγμα το δικό σου
ακόμα δεν το' χω λύσει.
Μήτε κατάλαβα ποτέ
από ποια μεριά κοιτάς τη ζωή.
Τι πρωτοθωρείς μέσα σου,
τ' αγκάθια ή το ρόδο;
Τι σου μένει μετά τη βροχή,
η λασπουριά ή το αντιφέγγισμα;
Κι ούτε έμαθα τι φοβάσαι.
Το ποδοβολητό ή το ίδιο το άλογο
στου έρωτα τον καλπασμό.



Πόση ψυχή θα σπαταλήσεις
τα μεσονύχτια στην αναζήτηση
των ονείρων που' σφαξες...
Πόσες φορές θα χαθείς, ξεβρασμένος
στο στρόβιλο των ενοχών και της θλίψης,
τροχίζοντας μνήμες και ευθύνες...
Κι αν άλλοι σου έφτιαξαν το κάδρο
να μπάσεις μέσα την ύπαρξή σου...
Κι αν άλλοι έριξαν στα φαράγγια
τη μαγεία της νιότης σου,
βάζοντας την σε τροχιά αλλότρια,
Κι εσύ μετέτρεψες του έρωτα τον ορίζοντα
σε δρόμο λογικό κι ανέφελο.
Χρόνια που βούλιαξαν στο κάτι
του φόβου και της αδράνειας.
Τα φορτώθηκες όλα όσα πήραν
οι ουρανοί και τα φεγγάρια.
Ασφυκτιάς απρεπώς στο τώρα
να βγεις από τις χαραμαδιές του τότε.
Πονάς ανασέρνοντας ναυάγια από ηλύσια.
Σαν να μην έκανες καλά κουμάντα,
Σαν κάποιος να σε ξεγέλασε.
Αλλιώς έπρεπε. Να ξεπερνούσες τους κανόνες.
Και πλακώνεσαι πάλι με τον εαυτό σου.
Μέσα στη φασαριόζικη σιωπή σου.



Κι αν ελευθερία
δεν είναι παρά το πιο κάτω,
πάλι έχει τη γλύκα της λέω...
Και μόνο που βγάζεις την ψυχή σου
έξω από τις γραμμές ενός κλουβιού,
κι ας είναι δυο φτερουγίσματα να κάνεις...
Πόση ομορφιά σέρνει τούτη η ελευθερία!..
Να δεις αλλιώς τον κόσμο
και να σε δουν σε φόντο άπλετο.
Να μάθεις πώς είναι το βλέμμα της ζωής
όταν το ρίχνει πάνω στην ελευθερία.



Φεύγει χωρίς παράπονο.
Δυνατός και φλογερός.
Γεμάτος αξιοπρέπεια.
Ό,τι κι αν του' τυχε να δει σήμερα στη γη.




Βάλε την Άνοιξη να καθήσει δίπλα σου,
και ξεκίνα για το ταξίδι της ζωής.

Εγώ έβαλα την ψυχή μου.
Όλη.
Για το ταξίδι μας.
Νόμιζα πως εσύ
θα έβαζες τουλάχιστον
τα ναύλα.
Έτσι νόμιζα.


Δέντρο που' χει τις ρίζες του, μισές σε νερό και μισές σε βράχο. 
 Σου φαίνεται πως ως την αυγή, μπορεί και να' ρθει να ξεραθεί.
 Μα ένα τυχερό ποτέ δεν του λείπει.
 Πρωινός ήλιος κι αγέρας απαλός. 
Κι εκκολάπτεται η ανάσα πάλι.
 Μ ' ένα κοπάδι γίδια στον ίσκιο του 
και τα πεσμένα του φύλλα η ίδια η ζωή.
 Της αγάπης το δέντρο έχει προσαρμογή στο πάντα;




Πομακοχώρια κρυμμένα λες
στους απόμακρους όγκους της Ροδόπης.
Ρεματιές που σ 'αφήνουν έκπληκτο,
μαχαλάδες που αγνοείς ότι ζουν ακόμα,
χωματόδρομοι που βυθίζονται στο πράσινο,
λιβάδια που λουλουδιάζουν λικνίζοντας...
Τοξωτή πετρογέφυρα και καβάκια σεινάμενα.
Κορίτσια με μαντήλες, αγκαζέ περπατούν,
όλη η ώρα είναι δική τους στα σοκάκια...
Γριές κάθονται κατάχαμα στο πεπρωμένο...

Καθόλου αρνητικά στιγματισμένοι
οι Πομάκοι της Θράκης σήμερα.
Κολλημένοι στα βουνά, κάπως ανύπαρκτοι.
Κι όμως ντροπιασμένη ένιωσα εγώ.
Σαν να τους βάλαμε σε χαρτόκουτο
και τους πασάραμε εκτός πατρίδας.
Έμαθα ότι η πρόσβαση ούτε καν ελεύθερη
για τα χωριά τούτα ως πριν λίγα χρόνια.

Τα ελληνικά τους λίγα, για μια τέτοια γη,
τα τουρκικά επιβάλλονται, λειχήνα σωστή.
Αφουγκράζεσαι τα λάθη μιας πικρής Ελλάδας,
όταν τους νιώθεις να πελαγοδρομούν άτσαλα,
σαν πουλιά που αιωρούνται αμπαρωμένα,
για να εντοπίσουν τις βαθιές ρίζες τους.
Την έννοια "έθνος", τη βρίσκεις κατά τύχη.
Κι εκεί στους μαγευτικούς παραπόταμους,
ξεχειλίζουν τρεις γλώσσες, μισές κι αυτές.
Οι Πομάκοι μ ' ένα κώδικα ξεφτισμένο,
ανασκουμπώνονται άχρονα μα νηφάλια,
μειονοτικά να δρασκελίσουν τη ζωή!..


Πώς σ' ένα τσαμπί είναι μαζί ρόγες άγουρες κι άλλες παραγινωμένες, σταφύλια νιόβγαλτα και κάποια σταφιδωμένα, στην ίδια κληματαριά να κρέμονται παρέα;.. Πώς ένας μοναχικός εργένης και μια πεταλουδίτσα της νύχτας δένουν σαν μια ψυχή;.. Και πώς οι θεοσεβούμενοι κάθονται στον ίδιο καφενέ με τους αλλόθρησκους, για ουζάκι του ίδιου δημιουργού;.. Εκκλησιές και τζαμιά βόσκουν στο ίδιο λιβάδι… Καπναποθήκες τεράστιες και μικρομάγαζα, τεκέδες, χάνια, καφετέριες, η Παλιά Πόλη με καλντερίμια και στην πλατεία με το ρολόι, μείγμα ανθρώπων σαν λαχματζούν και πίτσα. Μαγκιά, τσιγάρο, τάβλι, φραπέ. Μαντηλοφορούσες καθισμένες στου μαχαλά τα σκαλοπάτια, γδέρνουν τη φτωχολογιά φουμάροντας… Ελληνικά και τόυρκικα σμίγουν σαν τους καπνούς που ανεβαίνουν στο ίδιο νέφος, επινοώντας διαφορές που κυοφορούν μια παραίτηση για έχθρα.
 Σπίτια αμέριμνα προδίδουν ένα αλλοτινό μεγαλείο, που σαν αγέλαστα χείλη πια, καταπιέζουν τη λήθη… Ιταλικοί και ανατολίτικοι ρυθμοί στις προσόψεις των αρχοντικών. 
Η ζωή σε τούτο τον τόπο κυλάει σαν το νερό. Η πόλη, εκεί που τη βλέπεις ξαπλωμένη, ανασηκώνεται και χορεύει παθιασμένα.  Στους έρημους δρόμους ξαφνικά γίνεται "πατείς με πατώσε"… Παζάρι, καβουρμάς, καργιόκες.  Και οι διαδρομές του σήμερα και του άλλοτε μπερδεύονται.




Ο Μάης έχει τον τρόπο να αφανίζει τις τρύπες από τα βόλια της συννεφιάς του.
 Πετάει λίγο κόκκινο, όσο μια σταγόνα αίμα, και κρατάει στην παλάμη του την άνοιξη!
Το χρώμα του Μάη δεν πιάνεται κορόιδο. Κεντά το περίτεχνο μονόγραμμά του στη θέα μας. Μας κάνει να ξεχνάμε ότι διασχίσαμε ένα χειμώνα.



Απόλυτα συγκεντρωμένη στην ομορφιά, η φύση δεν αφήνει του ήλιου το χάδεμα να πάει στράφι… Σκούρα και ανοικτά τα χρώματα, εύθραυστα σαν κρύσταλλα, διασχίζουν το χαοτικό γαλάζιο.  Σπρώχνουν αυθαίρετα τα καφετιά χωράφια , ξεγυμνώνοντας την αύρα τους με τόλμη και θάρρος.  Τα χρώματα πάντα αποτολμούν και αναθαρρεύουν. Εισβάλλουν στο βλέμμα μας για να επιβάλλουν τη ρέμβη!




Μια χούφτα ζωή, κι ο θάνατος βουνά και ποτάμια και ουρανοί… Η ομορφιά κι η μοναξιά σπεύδουν να φτάσουν στο τέλος, να συναντήσουν γρήγορα το μαρασμό. Χωρίς του λογισμού το μοίρασμα, μονάχα για λίγη χαρά, μια φωτεινή στιγμή, μια γιορτή κι ένα τραγούδι.  Νεκρά δέντρα και ζωηρά πουλιά, μέσα στην ποταμίσια ορμή, μια χούφτα ζωή. Κι ο θάνατος ωκεανός.

Γι αυτό υπάρχει η αγάπη…. Για να σέρνει το φόβο, μην τυχόν και δεν την συναντήσεις ποτέ…


Μου φτάνει μόνο το φως από τα μάτια σου για να ξημερώσω.
Μου φτάνει η γεύση του φιλιού σου για να ζήσω.
Μου φτάνει η μυρωδιά της αγάπης σου για να διασχίσω το θάνατο.


Είναι βέβαιο ότι στον Παράδεισο θα πάμε. Η Κόλαση δεν μπορεί, λέει, να δεχθεί άλλους. Έχει υπερβεί το όριο. Είναι Full… Εκτός κι αν κάνει δεύτερο προφίλ.



Πώς να σ ' αγγίξω;..
Να ξεκολλήσω ετικέτες,
να λύσω σπάγγους,
ν ' ανοίξω το καπάκι,
να ψαχουλέψω το μέσα...
Αφού στην ψυχή σου,
έβαλες με κεφαλαία
σε μαύρο τόσο παχύ,
την ένδειξη
"ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ".




Ο έρωτας ποτέ δε γίνεται μια νοσταλγία. Δε στραγγίζει. Μήτε ζαρώνει στης ψυχής τις δίπλες. Μένει σαν ένα ξεραμένο γιασεμί στο βιβλίο της ζωής. Μέσα στη σιωπή του ζει ακόμα. Προσωδιακός. Δε σκυθρωπιάζει, δε μικραίνει κι ούτε χωρά σε θήκη καμιά. Συνταξιδεύεις σακουλιάζοντας τους καιρούς. Τον φοράς σαν καύκαλο καρδιάς. Σε κρατά το εγκαταλειμμένο άρωμα και δεν έχεις παρά να συνταυτίζεσαι.  Δεν τον περιγράφεις, ούτε τον αναπολείς. Μοναχά τον βρίσκεις ξανά μέσα σε έναν αναστεναγμό.



Ήρθες ξαφνικά!
Με μια κιθάρα κι ένα χαμόγελο.
Σαν θάλασσα νιότης, σαν πρώτο φως.

Ήσουν εσύ!
Μια λάμψη που ξεμυτά
πίσω από το γαλάζιο της ζωής μου.
Το γέλιο σου ήλιος
που ορμάει πρωινός.
Κι αλλάζει ο ουρανός μου.

Ήσουν εσύ!
Αγάπης ακτίδα δυνατή,
ξηλώνοντας τα νέφη της ζωής μου.
Οι νότες σου ταξίδι
που με πάει σε σένα.
Κι έφυγες πάλι ξαφνικά,
παίρνοντας το φως όλο.
Έσβησε της μέρας μου ο ήλιος.

Κι έγινες εσύ!
'Οσο πιο σκουριασμένος είναι ο "τενεκές" σου,
τόσο πιο όμορφα λουλούδια ανθίζουν από κει μέσα.

Φέρνω στα γόνατά μου τη μοναξιά
και την καλοπιάνω τόσο
νανουρίζοντάς την γλυκά πολύ
με κάτασπρους ήχους σιωπής
μαλακά φερσίματα άυλα
Χάδια της πλάνης αγαπησιάρικα,
μαγικούς κυματισμούς ονειρεμένους
από γαλανούς ήλιους καλοκαιριού
και στίχους που λικνίζονται την αυγή
Την παραμυθιάζω εσκεμμένα
Μήπως και αποκοιμηθεί στην ομίχλη
και μ' αφήσει να τακτοποιήσω
της ψυχής μου την ανακατοσούρα


Θα 'θελα να μ' είχες σημαδέψει,
σαν ακτή νησιού.
Να γλιστρήσεις πάνω μου,
ένα πρωινό του ήλιου.
Το πρώτο σου βήμα ως ναυαγός,
στην ψυχή μου να το κάνεις.
Να ατενίζεις πέρα το μπλε,
με ανακούφιση άφατη,
που κατάφερες να βρεις
τον κόσμο μου, ένα ξημέρωμα,
ξεχνώντας τη θολή σκοτούρα
του πιθανού πνιγμού σου.
Θα 'θελα να με συναντήσεις,
κατακλυσμένη στο φως,
σαν αρχή μαγικού Ιούλη!



'Εκατσε πολλή σκόνη πάνω στο "σ 'αγαπώ" σου.
Κι αν την τινάξεις, θα μου θολώσει την ψυχή.



Αν ήταν σε τούτο τον έρημο
σαν βοσκοτόπι δρόμο σου,
να με κρύψεις ανόσια,
δε θα ' μουν μήτε ήλιος μήτε αστέρι.
Θα ήμουνα ουρανός που δεν έχει

καλοκαίρια να ρίξει στη γη....




Γαλάζια βάρκα ξημερώνεται
στα ήσυχα πλατιά νερά...
Κάτω από το παραθύρι του γιαλού
στη ρηχή ακύμαντη θάλασσα,
ατενίζοντας το μαρμάρινο λόφο,
άσπρα σπίτια, μπλε εκκλησιές,
οροφογραφίες ασορτί με το άλλοτε,
Στους δρόμους κυλά ένας μύθος
που φύτρωσε την εποχή της αρχοντιάς,
όταν καράβια σαλπάρουν για Αμερική
και το εμπόριο φορτσάρει τις φάπρικες.
Κι ύστερα κάποιος Μάρκος ρωτά με φλόγα:
- Ποια είναι αυτή η όμορφη γαλανομάτα;
Από πάνω είναι, του λένε, Φραγκοσυριανή.
Γράφει το άσμα σε πέντε λεπτά μονάχα.
Για τη φούντωσή του, για τα μάγια της.
Γαλλησάς, Φοίνικας, Παρακοπή,
Αληθινή και Ντέλα Γκράτσια.
Πεύκο, Αιγαίο και πύργοι ονειρικοί.
Ποιός έφτιαξε μοναδικά τη Σύρο;...


Πήγα και πάλι.
Σήμερα ξανά.
Στη θάλασσά μας!
Εκεί όπου μ' είχες μάθει
ποιος ο ήχος του νερού,

εκεί όπου μου 'χες δείξει
πώς σβήνει το κύμα.
Πότε η αγάπη αναδύεται,
πού η ζωή ανάβει!
Εκεί που μου 'χες βάλει
ένα κοχύλι στ' αυτί,
για να μου πει μαγικά
το δικό σου "σ' αγαπώ!.."


Το ρούφηξε η άμμος πια,
το κοχύλι σου το πλανερό.
Μαζί και την αλήθεια του!


Κοίτα πώς δειλιάζεις!..
Του έρωτα δεν του πάει
φόβος μήτε δισταγμός.
Δεν το 'μαθες ακόμα
πως οδεύει κανείς

κατευθείαν στην καρδιά του;
Όταν είναι για αγάπη,
όλα αφήνονται στην αποσύνθεσή τους,
πλην της πρεμούρας να σε τραβά
να χωθείς μέσα στο ρίσκο.
Η φύση εξευγενίζει τα τετριμμένα.
Φοβάται μωρέ ο ήλιος μη πνιγεί,
την ώρα που βουτά και πάει
στα πιο μεγάλα βάθη του κόσμου;

Κάποτε!… Σαν μούδιασμα στο μετά. Το κάποτε στέκει εσαεί, επιλέγοντας την αυτοαποδοχή του.  Μπορεί να μας κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα, ή να μας παραγκωνίζει άστοχα.  Να μας στεγνώνει την ψυχή ή να στάζει δροσίζοντας, ψιχάλες από έναν αλλοτινό παράδεισο. Σαν ταξιδιάρης μας κουβαλά ο άλλος μας εαυτός!

Τι κοντράτο κι αυτό με τη ζωή,
που το 'κανες τόσο απερίσκεπτα.
Να εκλιπαρείς για μια άκρως συγκλονιστική
συνέχιση της ύπαρξής σου και να πρεσάρεσαι
επιζητώντας ένα εντελώς ευπρεπές τέλος.


Οι κεχριμπαρένιες ανταύγειες,
στου φωτός το αργό βύθισμα,
λαμπυρίζοντας στο αθρακί νερό,
που δανείζεται για λίγο τη λάμψη,
πριν όλα νυχτωθούν εντελώς ξανά.

Τα διαβρωμένα ξύλα του καραβιού,
αχνοφωτίζουν στο θαλασσοφάγωμα,
σαν κροταλίσματα υδάτινα αγροικώντάς τα,
καθώς αποχαιρετούν τις σκιές όλες,
στο αλώνι του λιμανιού σαν βραδιάζει.
Αυτή την ώρα στην ψυχή μου βαθιά,
αντανακλά ο πόθος ενός φευγιού.
Να βαστά ώσπου να λείψει η μέρα,
το δείλι ένα μόνο τρεμόσβημα πια,
γέρνοντας την καρδιά του ο ήλιος στο πέρα.
Τότε πιάνω να λύνω τον κόμπο μου
και να βγάζω από το μαντήλι της ζωής,
σαν φυλακτό, το μερίδιό μου σε χρυσό.
Παραδερμένο σκάφος τα όνειρά μου,
κι έρημη ακτή τα ταξίδια μου είναι.
Χρυσοκίτρινοι λίθοι οι σκέψεις μου,
καρδιόσχημα κάστρα οι νύχτες μου.
Η χαρά κατάκοπη από το σκαρφάλωμα
στην επικείμενη σιωπή των καταρτιών.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018





Η μοναχικότητα κρύβει εκστασιασμό,
αλλά δεν είναι εύκολη η πρόσβαση για όλους...


Το μεγαλύτερο καλό που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο,

είναι η δυνατότητα να αποτρέπει ένα κακό...

Αρκεί ένα Τίποτα,
για να συναντηθείς με το Παν!..
Γιατί το ξέρω πια καλά,
πόσο πολύ χρόνο
πιάνει μια μόνο στιγμή!...


 Πριν βγεις στην πόλη
 γέμισε τις τσέπες σου με κέρματα… 
 Τώρα τελευταία πλήθυναν οι μουσικοί του δρόμου!.. 






Πριν βγεις στη ζωή,
γέμισε την καρδιά σου με λουλούδια…
Τώρα τελευταία χάθηκαν τα σπίτια με αυλές!..


Δεν συντονίζεσαι με τους ανθρώπους... Αυτό είναι που σε τρώει.



Νικήτρια!.. Τι μεγάλη τιμή για μένα! 
Πήρα το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος που έλαβε χώρα στις 3 Οκτωβρίου στην Αθήνα, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, με θέμα το φανταστικό... Ήταν μια "φανταστική" εμπειρία, αν και κάπως αλλόκοτη, καθώς ο χρόνος πίεζε αφόρητα για να γράψεις μια ολοκληρωμένη ιστορία, σε θέμα που μας δόθηκε εκείνη τη στιγμή, καθαρά μέσα στο φάνταζι, κάτι πρωτόγνωρο για μένα, που ως τώρα καταπιάνομαι πρωτίστως με αληθινές ιστορίες. Αλλά πόσο απέχει η φαντασία από την ίδια τη ζωή; 
http://fractalart.gr/katerina-mayromati/ 



     Ήρθαμε σε τούτη την ακτή, έναν κρύο χειμώνα, μια Πέμπτη ήταν, τη θυμάμαι καλά την ημερομηνία και τη μέρα εκείνη που εγκατέλειψα την λατρεμένη μου Αθήνα, με μαύρο δάκρυ, ακολουθώντας ένα μεγάλο ερωτηματικό που ακόμα με τριγυρίζει αγριεμένο.
Τώρα σε μια άλλη ακτή η ζωή απλώνεται, με την αγάπη εν δράσει, ανοίγοντας όλες τις πύλες της ευδαιμονίας με ένα μαγικό αντικλείδι passepartout, εξασφαλίζοντάς σου την αναγκαία ευελιξία, ώστε να ξεδιπλώνεις τα όνειρά σου για να ξετρυπώσεις το μυστικό της ευτυχίας. Και μέσα στο φωτεινό και ρόδινο ουρανό σου γράφεται το δικό σου παραμύθι, γεμάτο από κόσμους αισθήσεων και αξιών. Και πάντα με την αγάπη μου παραμάσχαλα να περπατείς στους δρόμους σου. Εκεί που εκκολάφθηκε και φώλιασε η αγάπη, εκεί βρίσκει και τη διέξοδο προς τα πέρατα της ευτυχίας. Σου έλεγα ότι μοιάζω με τη βροχή, που αγαπά τόσο πολύ τη γη, ώστε πέφτει από το απαλό της σύννεφο, για να την κάνει να ανθίσει...Σου άρεσαν οι παρομοιώσεις μου. Και τώρα θα ψάχνεις εσύ τις δικές σου για το γιο σου. Η αγάπη διαιωνίζεται. Οι καρδιές καλά κρατούν.





“ Ο Μάρτης ήρθε πιο χαρούμενος φέτος! Ο κόσμος άλλαξε δια παντός, η γη πώς ομορφαίνει μέρα με τη μέρα! Αφάνταστα ήρεμοι οι ωκεανοί και δροσερά τα δάση, τα σύννεφα παίζουν κυνηγητό στις γωνιές του ουρανού, οι μέλισσες χαϊδεύουν σιγανά τα άνθη της άνοιξης.
Σε περιμέναμε λίγο αργότερα, εσύ όμως βιαζόσουν να μας γνωρίσεις και ξεκίνησες το ταξίδι σου για το πανοραμικό συναπάντημα με τη ζωή, μια ωραία Πέμπτη, ξεκάθαρη εκδοχή των Ιχθύων. Ξετυλίγω το νήμα για να φτάσω κοντά σου, να σου απλώσω κάτω τις ευχές της καρδιάς μου, αμέτρητες και μαγευτικές όπως τα ανθάκια των μαρτιάτικων μυγδαλιών μας. 
Η υγεία και η τύχη να είναι ο κορμός του δέντρου σου, το φως και η καλοσύνη τα κλαδιά σου, η χαρά και η ευτυχία τα φύλλα σου… Και η αγάπη όλων των δικών σου, οι ρίζες σου… 
Οι λαμπρές διαδρομές σου σιγουράρουν την επιτυχία όταν η σκούφια σου κρατά από το παντού. Το πρόσωπό σου αχτίδα ήλιου, φέρνει κάτι που γαληνεύει, κάτι που ακόμα δεν ξέρω πώς το λένε. Ξέρω πως έχει ανεκτίμητη αξία που όλο και βαραίνει το χρυσάφι της, σαν ρυάκι που γίνεται μια λίμνη και ύστερα ένας ωκεανός… Αξία που συνιστάται από χαλαζίες και κρύσταλλους, σμαράγδι και τουρκουάζ, κοχύλια από θαλάσσιους έρωτες, πόθους καρδιάς από λάβα, όνειρα από λεύτερη ψυχή. 
Αν η αγάπη είναι ανθρώπινη επινόηση, τότε είμαι τυχερή που την έβαλα στην καθημερινότητά μου. Σε συναντώ στο πρωινό μου, στον ήλιο μου, στο δειλινό, στις βραδιές μου. Είσαι εδώ, είσαι στην καρδιά μου, σε ποτίζω με αγάπης νερό, σε κοιμίζω με πεταλουδίσιες μουσικές, σε κρατώ σπουργίτι του Μάρτη μου… Με σένα εξακολουθώ να ξεχωνιάζω ομορφιές που υπάρχουν χωμένες στο μπαούλο της ζωής, ώσπου να φτάσω στον πάτο του και να ξετρελαθώ από την υπέρτατη χαρά της ανακάλυψής σου… 
Ο ανεμοδείχτης σου μονίμως στραμμένος προς τη μεριά της ευτυχίας, το μπαλκόνι σου πάντα να βλέπει στο ιδανικό και όλες οι μέρες σου να γέρνουν προς τη γιορτή. 

Ένα παλιό κινέζικο παραμύθι λέει για ένα παιδί που γεννήθηκε μέσα σ’ ένα πλοίο, το οποίο ταξίδευε πάντα στο Μεγάλο Γαλάζιο Ποταμό. Το παιδί, που δεν είχε πατήσει ποτέ του το πόδι του στη στεριά, πίστευε ακράδαντα πως εκείνα που κινούνταν ήσαν τα δέντρα, τα βουνά και οι πολιτείες, ενώ το πλοίο έμενε ακίνητο. Το δικό σου πλοίο όπου γεννήθηκες, αυτό της Μεγάλης Πολύχρωμης Τύχης, ας σε ταξιδεύει στα θαύματα της ψυχής, νομίζοντας πως όλα αρμενίζουν μαγικά, αλλά η ευτυχία σου να μένει σταθερή. Και να’ ναι αυτό μονάχα η αλήθεια!”


     Λέγεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτηκαν έστω και μια φορά, να αυτοκτονήσουν. Ευτυχώς μόνο το σκέφτηκαν. Γιατί θα είχαμε χάσει κάποιους αγαπημένους φίλους αν ο καθένας έκανε πράξη μια σκέψη που πέρασε βιαστική και χάθηκε. 
Αρκετοί συγγραφείς καταπιάστηκαν με το θέμα της αυτοχειρίας. Σχεδόν όλοι φωτίζουν την αξία της ζωής, κάτω από όποιες συνθήκες, σκληρές, άγριες, φτάνει να αγαπάς να ζεις, να αναπνέεις είναι το παν, να είσαι ευγνώμων για την ύπαρξη σου. Αλλά κάποιοι από αυτούς τους συγγραφείς, που υμνούσαν τη ζωή, αυτοκτόνησαν οι ίδιοι, αφήνοντας άφωνους τους φανατικούς αναγνώστες τους.
      Και πολλοί ήρωες, ακόμα και των κλασσικών έργων, βλέπουμε να προσεγγίζουν το θάνατο σαν κάτι που δεν εκφράζεται ως το χείριστο κακό, υπό ορισμένες τραγικές περιστάσεις ή να υποτιμάται η ομορφιά της ζωής, όταν η δυστυχία κρατά από τον λαιμό τις στιγμές μας. Ο Ουγκώ υποστηρίζει πως δεν είναι τίποτε να πεθάνεις, είναι τρομακτικό να μη ζεις. Ο Μπρεχτ προτρέπει να μη φοβάσαι τόσο πολύ το θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή. Ο Σοπενχάουερ ομοιάζει τη ζωή με ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας. Ποιητές και νομπελίστες της λογοτεχνίας λένε φράσεις που καίνε.. Ο Καμύ εκείνο το “...θα ήταν σχεδόν εύκολο να ζεις”, ο Εξυπερύ βρίσκει “το ίδιο νόημα στη ζωή και στο θάνατο” , ο Μίλλερ θεωρεί προφανές ότι “η ζωή δεν έχει κανένα νόημα” και ο Σαρτρ δηλώνει ότι “η ζωή είναι ένα περιττό πάθος”.
       Σε κάποια βιβλία που είχα διαβάσει στα φοιτητικά μου, αλλά και πιο πρόσφατα, ο ήρωας βρίσκεται σε δύσβατα μονοπάτια της ψυχής, καθώς του τίθεται επιτακτικά το δίλημμα ανάμεσα σε ένα διασυρμό ή σε μια αυτοκτονία. Με έναν τρόπο μαγικό, φανερώνεται, σαν σε κατακάθι καφέ, το μελλοντικό του δεινό πεπρωμένο. Θα βρεθεί στο έλεος μιας εξευτελιστικής διαδικασίας, θα συρθεί σε στημένη λαιμητόμο, έστω αόρατη στην εποχή μας, θα τον φτύσουν οι πάντες. Για τους υπόλογους εγκλημάτων δεν υπάρχει κατανόηση. Μόνο διαχρονική εμπάθεια. Τα παιδιά του θα ντρέπονται για το όνομα που κληρονόμησαν, η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει, η μάνα του θα αρρωστήσει και θα πεθάνει, όλοι του οι φίλοι θα τον στήσουν στον τοίχο. Πρέπει να διαλέξει έγκαιρα, όπου να’ ναι θα αρχίσει η ανασκαφή του. Και γρήγορα να βγουν στην επιφάνεια όλα τα λασπωμένα κομμάτια του. Ήνεγκεν η ώρα όπου θα αποδειχτεί ότι δεν έχει ξεφύγει από τις άγριες αγκυλώσεις του παρελθόντος.
     Σ’ ένα τέτοιο έργο, ο συγγραφέας προτείνει την αυτοκτονία σαν καλύτερη λύση. Το απονενοημένο διάβημα είναι η μόνη οδός, δραματική αλλά λυτρωτική. Κανείς στη χώρα δε θα προλάβει να μάθει τις ανομίες του ήρωά του, δεν πρόκειται για μικροπαραβάσεις του νόμου, ούτε για υπεξαιρέσεις ασήμαντες. Έχει κατακλέψει το δημόσιο χρήμα. Έχει κάνει κι άλλα, που θα ήταν καλό να μην μαθευτούν ποτέ. Να τελειώνει, να τον κλάψουν ως ευεργέτη της πόλης, να δώσουν το όνομά του σε λεωφόρους και κτήρια, να του γράψουν εγκώμια και να μείνει στην αιωνιότητα. Έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι σίγουρα θανατηφόρα. Τι να περιμένει; Το διασυρμό στα μέσα, τις βρισιές, τα δικαστήρια, τη φυλάκιση, την απομόνωση; Δε θυμάμαι τι αποφασίζεται στο τέλος του βιβλίου.
      Λάθε βιώσας! Η ευτυχία βρίσκεται στην ψυχική ηδονή. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να αγαπήσεις τη ζωή είναι η αυτάρκεια. Το κυνήγι της εξουσίας, η επιθυμία της χλιδής, το κόρδωμα για τα πλούτη, όλα γίνονται ακτίνες του κύκλου που έχει κέντρο του τη ζωή. Η ζωή θέλει απλότητα και λιτότητα, αν δεν μπορείς με αυτά, δε θα έχεις αληθινή ζωή. Γιατί δε λογάται ζωή όταν είσαι χωμένος στη βρωμιά, αλλά περιφέρεσαι σε αστραφτερά σαλόνια… 
Η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο, μέσα στο στοίχημα της ζωής. Και η ελευθερία να αποδεχτείς τον εαυτό σου, αφού πρώτα τον βρεις. Η εσωτερική ειρήνη δε θα αφήσει καμιά εμπόλεμη κατάσταση να σε συνθλίψει. Αν έγραφα κάτι όπου ο ήρωάς μου θα βρισκόταν ανάμεσα στο τέλος του ή στο διασυρμό του, δεν ξέρω ποια επιχειρήματα θα έβρισκα για να τον προτρέψω να επιλέξει τα δυσβάστακτα, αλλά ξέρω ότι θα τον εξωθούσα στη ζωή για έναν ηθικό και ενδεδειγμένο σκοπό: Να ψάξει τον εαυτό του. Με αδιάλειπτη ενδελέχεια.         Καλύτερα να πεθάνεις με έναν εαυτό, ας σε απογοητεύσει η ανακάλυψή του, παρά με έναν άγνωστο ή ανύπαρκτο εαυτό. Μόνο τότε ο θάνατος θα είναι σαν αρχή και όχι σαν τέλος. Και το βιβλίο της ζωής σου, αν δεν τελειώνει μ’ ένα θαυμαστικό, τι πειράζει; Υπάρχουν τόσα σημεία στίξης…




"Για να χαίρεις άκρας ευγνωμοσύνης, 
είναι αρκετό να βγεις για λίγο στη φύση"


"Αν δεν έχεις γράψει ερωτικό γράμμα, 

δεν ξέρεις τι θα πει έρωτας..."




"Τη ζωή δεν την πασπατεύεις... 

Την απολαμβάνεις όπως οι γλάροι τη θάλασσα".




"Η ευτυχία είναι προαιρετική, σαν λουλούδι στο παραθύρι".



Από τη μόνιμη στήλη “Η Λίνα, η Μίνα και η Νίνα”, που δημοσίευα παλιά σε εφημερίδες. Το συγκεκριμένο το έγραψα το 1992. 

Είναι φορές που έρχεται έντονα στη σκέψη μου κάποιος φίλος, κι όταν αποφασίσω να του κάνω ένα τηλεφώνημα, ανακαλύπτω πως δεν ήταν τυχαίος ο βόμβος της μέλισσας που μου ερχόταν στ’ αυτιά ασταμάτητα, κι ό,τι κι αν έκανα, μου θύμιζε ότι κάτι θα έπρεπε να συμβαίνει. Πήρα τη Μίνα και πράγματι κάτι συνέβαινε. Η φωνή της όλο νάζι μου δήλωνε: “Ερωτεύτηκα!” 
“Για πόσο;” Οι έρωτες της Μίνας κρατάνε το πολύ όσο ένα αλλεργικό συνάχι. “Για πάντα… Αυτή τη φορά βρήκα ό,τι ζητούσα. Ένας άντρας φτιαγμένος με υλικά γνήσια αρσενικά. Ανατολίτης με τα όλα του, μελαχρινός, δυνατός, σίδερο! Και του αρέσω… Μου είπε ότι δεν τον νοιάζει καθόλου που έχω στραβά πόδια, μικροσκοπικό στήθος, μεγάλη μύτη και δυο τρίχες στο πιγούνι, γιατί και η Αφροδίτη, είπε, παρότι Θεά της ομορφιάς, υπήρξε αλλήθωρη”.
“Τι λες ρε μάνα μου! Σου έκανε τόσα κομπλιμέντα μαζεμένα; Κι ύστερα λένε πως ο έρωτας είναι τυφλός. Αυτός όλα τα είδε σε σένα!” 
Επειδή η Μίνα είναι από τους ανθρώπους που δεν εμπιστεύομαι καθόλου, ας είναι φίλη μου, της πρότεινα να έρθουν το βράδυ στο σπίτι, να δούμε τι σόι πράμα πήγε κι ερωτεύτηκε πάλι. Κάλεσα και τη Λίνα, η οποία κατέφθασε πρώτη, καθώς τρωγόταν από περιέργεια να γνωρίσει το γαμπρό.
Σαν ήρθαν τα ερωτοχτυπημένα παιδιά, κι αφού έγιναν οι συστάσεις κι ειπώθηκαν τα μελιστάλαχτα “χαίρω πολύ”, τραβώ τη Μίνα στην κουζίνα.
“Αυτός μωρή είναι ο ανατολίτης γκόμενος; Παλάβωσες ρε Μίνα; Είδες τον εαυτό σου δίπλα του;” 
Την πάω στο σαλόνι και απευθύνομαι στον τύπο:
“Ώστε την αγαπάτε τη Μίνα μας και γυρεύετε να την κάνετε ευτυχισμένη; Για πείτε μας πώς ακριβώς την εννοείτε εσείς την ευτυχία μέσα από την κοινή ζωή σας με τη Μίνα;” 
“Όπως όλα τα ζευγάρια”, ξεφουρνίζει αυτός… “Η Μίνα βάζει το σπιτάκι της (σπιταρώνα εννοεί), εγώ βάζω το επώνυμό μου (και το μουστάκι, τι μεγάλη θυσία), εγώ θα φέρνω τα λεφτά (ένα υπέρ σου), η Μίνα θα ψωνίζει, θα μαγειρεύει, θα καθαρίζει (τρία κατά σου), απλά πράγματα, να περνά η μέρα της. Δε θα την έχω εγώ τη γυναίκα μου να σκοτώνεται σε γραφεία… Α! Εγώ στο σπίτι τη θέλω. Κυρά κι αρχόντισσα. (Ο αλήτης τι θα κάνει;)... Θα’ ρχομαι εγώ να βρίσκω το ζεστό μου φαγάκι, το καθαρό σώβρακο, το σιδερωμένο πουκάμισο, να ξεκουράζομαι και να με περιποιείται…”
“Τι καλός που είσαι! Πού κρυβόσουν τόσο καιρό παιδί μας; Κι αν σου’ πεφτε στο δρόμο σου καμιά ευρωπαία, τι θα γινόσουν ο άμοιρος;” 
“Α, εγώ θέλω παπούτσι απ’ τον τόπο μου κι ας είν’ και μπαλωμένο”.
“Η Μίνα μας δεν είναι μπαλωμένη! Μια χαρά κοπέλα είναι. Λίγος της πέφτεις αγοράκι μου. Τράβα γι΄αλλού…”
Η Λίνα αποφάσισε να επέμβει. “Καλέ εσύ έτσι θα σώσεις τις φίλες σου, αντί να τις ζευγαρώνεις, τους χαλάς κι αυτό που πάει να γίνει. Γιατί είσαι απόλυτη; Ωραίο πράγμα ο γάμος, το λένε και οι ειδικοί”. Τι ήθελα να την καλέσω την παντρεμένη; “Λίνα μου, εσύ δεν απορείς που θέλει γάμο άμεσα, ακόμα δεν την γνώρισε καλά καλά τη φιλενάδα μας, της ζήτησε να τον παντρευτεί. Κάτι δεν μου αρέσει”. Και από διαίσθηση, που όπως ομολογούν τα κορίτσια διαθέτω μπόλικη, διέταξα τη Μίνα:
“Να τον ξεερωτευτείς πάραυτα. Ανατολίτης με τα όλα του. Καλά, εσύ δεν άκουσες πως βαίνουμε ολοταχώς για την Ενωμένη Ευρώπη; Αν τον άκουγαν οι φεμινίστριες θα τον στραγγάλιζαν. Διάβασε και κανένα COSMOPOLITAN να μορφωθείς λιγάκι. Πώς πας κι ερωτεύεσαι κάποιον που μέχρι και της θεάς Αφροδίτης βρήκε κουσούρι;” 
Η Μίνα ανήκει στο είδος των γυναικών που το τραβάει ο οργανισμός τους να ερωτεύονται λάθος άνθρωπο, γι’ αυτό μου ήταν αρκετά επίπονο να την πείσω ότι αυτός δεν της έκανε. Έμεινε μαζί του για εκατό μέρες περίπου, όσο να της περάσει η νόσος και να καλμάρει η φουρτούνα της. 

Πέμπτη πρωί πρωί. Τηλέφωνο η Λίνα. Ανήσυχη. “Ξέρεις ποιος ήρθε χθες το βράδυ στο ξενοδοχείο; Είχα νυχτερινή βάρδια στη ρεσεψιόν και βλέπω τον ανατολίτη με το μουστάκι, που έκανε αμάν να παντρευτεί τη Μίνα. Μαζί με έναν άλλον παίδαρο, να μου ζητούν διπλό κρεβάτι. Έκανα πως δεν τον γνώρισα. Γνωρίζω όμως ότι εσύ βρε Νίνα, έχεις πάντα δίκαιο τελικά”.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 14. 3. 1992







 

               Έρωτας εμπνευστής

Η πιο παράξενη αμμουδιά ήταν η δική σου.

Άπλωνες πάνω της το κορμί μου
κι όπως έγερνες και με φιλούσες χόρευαν τα φύκια ανελέητα
τέντωνε το κύμα σε δροσερή θραύση τολμούσαν οι σταγόνες
ν’ ακουμπούν την αμμουδένια γύμνια μας.
Τα όστρακα και τα κρινάκια της θάλασσας
βγάζαν το καπέλο στον έρωτά μας.
Γινόμασταν οι εμπνευστές τους για να ζωντανέψουν
γεύοντας φωτός χάδι και ήχους ερωτευμένων.
Τότε δεν φοβόμουν μην και δεν μας ανήκει το αύριο.
Ήμουν ζωντανή και πεπεισμένη πως όλα τα δικά μου
κανείς δεν τα διεκδικεί έτσι κι αλλιώς.
Μήτε ο θάνατος μήτε η αθανασία.
Και η φθορά αρνείται να πλαισιώνει
νεανικές καρδιές και σφριγηλό αίμα.
Ένα κομμάτι θάλασσας και η συλλεκτική αμμουδιά
ήταν στ’ αλήθεια τα τσιφλίκια σου.
Μου το επιβεβαίωνε η λάγνα σου ηλιογεννημένη σπίθα.
Έτσι τα χείλη μου τ’ ανήξερα, ποτέ τους δεν εζήτησαν χάρες,
ούτε παράπονα έβγαζαν
μονάχα ανασαιμιές στο φεγγαρόφωτο λουσμένες.
Τον παράδεισο τον ζεις σαν αρπακτικό διατεθειμένος
να πας και στην κόλαση για χάρη του.
Τις καρδιές τις σαρώνουν όλα τα πρώην
επίμονα περασμένα και δη η πρώην αχανής ευτυχία.
Κι ύστερα αποσύρεται κείνο το αχανές
και μένει μόνο η ευτυχία
ώσπου λιποθυμώντας κυλιέται στην άμμο σμίγει με το νερό
μπερδεύτεται με τα φύκια
και πια δεν υφίσταται τίποτε εξόν από ένα “πρώην”
απερίσκεπτο, που δεν αντέχεται.





Κοιτώ τα κόκκινα σύννεφα κι αναρωτιέμαι από τι να' χουν ποτιστεί. Μην είναι απ' του ήλιου την αγωνιώδη τροχιά να πέσει στο γυάλινο δειλινό ακουμπώντας κάπου ανώδυνα τη φιγούρα του;
Μην είναι απ' της θάλασσας την αντανάκλαση καθώς πάλλουσα αιμορραγεί πριν το επερχόμενο σκότος;
Ή μήπως να βγαίνει τούτο το βαθυκόκκινο απ' τις ψυχές εκείνων που πολύ αγαπήσαμε κι εδώ δεν είναι πια; Προφανές πως πασκίζουν με τόσο θεαματικά εφέ, μέσα από την αχλή τ' ουρανού να μας δώσουν με φουντωμένο το αίμα τους την πιο ζεστή ευχή τους για μια καληνύχτα ερωτική;


Το πουλάκι στο μπαλκόνι μου για την φρέσκια μυρωδιά της μέρας, για την φιδογυριστή βόλτα του στη ζωή, ν’ αδράξει χειμαρρωδώς τα οικεία επουράνια, να γευτεί την ανόθευτη ομορφιά, να υμνήσει επαξίως το σύμπαν! “Ποιος σε δίδαξε να τραγουδάς τέτοιες άριες;”, το ρωτώ εκ προθέσεως. “Το ξεδιάντροπο χρώμα της βουκαμβίλιάς σου”, απαντά με πονηριά και σκέρτσο. Ανυπόκριτη κουβεντούλα μόλις τώρα!


Ν' αγαπάς τους ανθρώπους όπως αγαπάς τον καφέ σου...


Είκοσι εννέα ψυχολόγοι συνιστούν επιστράτευση της φαντασίας για να ξεμπλοκαριστεί η ζωή μας. Αυτοί ξέρουν...


                    ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

"... και μιαν ωραίαν τινά πρωίαν, ξαφνικά την είδαν στο facebook!

...

Δεν είναι σαφές πού ακριβώς ανήκει, αν είναι πολιτικά τοποθετημένη, αν πιστεύει στο Θεό, αν αγαπά την Ελλάδα ή αν μισεί τους Έλληνες… Μερικοί την φθονούν. Σιγά σιγά χάνει την αίγλη, σαν να μην κουμαντάρει το προφίλ της, δεν προσέχει την ρότα, αργοσαλεύει. Θα νόμιζες πως μπλοφάρει κάπως. Και ο κόσμος έχει μια σύγχυση, ένα μπέρδεμα για την ιδεολογία της. Οι αριστεροί την διαγράφουν ως εθνικίστρια και οι δεξιοί την μπλοκάρουν ως κομμουνίστρια. Οι άθεοι την αντιπαθούν ως θρησκευόμενη, και οι θρησκόληπτοι την αποφεύγουν ως άθρησκη. Οι γκέι την μισούν ως ομοφοβική, και οι φιλομετανάστες την αποστρέφονται ως ρατσίστρια. Οι συντηρητικοί την αγνοούν ως ανάγωγη και οι αθυρόστομοι την θεωρούν σεμνότυφη". Κ.Μ

Απόσπασμα από διήγημα δημοσιευμένο στο 19ο τεύχος του Fractal.



Για πες μου πώς θες
την αγάπη να μετρήσω;
Σε μίλια είναι μυριάδες,
σε χρυσό είναι τόνοι.
Πλάθει και θεριεύει ουρανούς
να τους στραφταλίζει αενάως
των ματιών σου ο ήλιος.
Λευκορόδινα άνθη αμέτρητα πέμπει
στ’ απαλό της όψης σου αχνόφωτο.

Δεν κρύβεται η μαεστρία του κόσμου
πίσω από τοπία της αυγής,
μήτε κάτω από αχούς ακροποταμιάς.

Ουδόλως ποντάρει σε καλή ζαριά
αυτή η απλωσιά της αγάπης.
Ακραία λανσάρεται και θάλλει,
ακαριαία ξεπερνά τα όρια.
Ανεβάζει καρδιές σε θρόνο.

Δεν το βρίσκω ψυχή μου πώς μετριέται,
μα αλματικά διαγράφει τροχιές
μέσα από στεντόρειες ευφορίες.
Κράτιστος ο ήχος της αγάπης!




Κι οι θάλασσές μας ξεβράζουν παιδάκια…
Όνειρα ανθρώπων, μουσκεμένα όνειρα, μισοπεθαμένα.
Ποιος την ανθρωπότητα την τυλίγει σε μια λαδόκολλα
κι όπως όπως την πετά στα πιο βέβηλα ρίσκα;
Κι αυτό ακόμα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης,
ριγμένο στα κύματα της διαφθοράς...

Εκείνο το κλειδί που κουβάλησαν μαζί τους,
τραβώντας την εξώθυρα πριν φύγουν
σε ποια απελπισία θα ταιριάξει;

Παθητικέ συνένοχε!
Ποιανής ανθρωπότητας τα μούτρα να σπάσεις;

Κ.Μ 30/10/2015



Συγκινούμαι βαθύτατα όταν μου γράφουν ότι σε σχολικούς
εορτασμούς στην Κρήτη, διαβάζουν αποσπάσματα από την
"Ενοχή των Αθώων".


"Μακάβριες μοιάζαν οι φιγούρες μας καθώς τα' χαμε μισοχαμένα.... Σειρές από όρθια φαντάσματα, περιμένοντας τις ριπές των πολυβόλων για να πέσουμε στα χαντάκια του μεγάλου Ράιχ...
Κάποιες γριές με μαύρα τσεμπέρια, λιγνόκορμες και ρυτιδιασμένες, θύμιζαν σκιάχτρα, και οι γέροι με τα τσιγκελωτά μουστάκια, ριζωμένα πάνω τους, έμοιαζαν να μην είχαν ζήσει ποτέ με αξιοσύνη και φρονιμάδα... Έτσι όπως μας στοίβαξαν, φύρδην μίγδην, γίναμε ένας όγκος πιο σκούρος κι από τα σκότη και πιο στέρφος κι από τους βράχους... Όλα αυτά μου γεννούσαν μια πολύ μεγάλη ευτέλεια, που επισκίαζε ακόμα και το φόβο του θανάτου...
...Σύντεκνοι, η Κρήτη δεν ήτονε δική τωνε να τους την εχαρίσομε".


"Η ενοχή των αθώων" Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Έβγαλε απόψε έναν ουρανό η αγάπη,
πάνω από τις νοτισμένες αποβάθρες,
πανσέληνος σκυθρωπή απλώνεται
με ανταύγειες από την ψυχή σου... Κ.Μ

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

"Χνούδι του καλοκαιριού, που βγαίνεις να χορέψεις μ΄ένα σάλτο
ξαφνικό παρασέρνοντας στην κόψη του αγέρα τις μέλισσες,
ατίθασες μες στη σφοδρή βιασύνη, πώς χαριεντίζονται εν σοφία
αυτενεργώντας στην προτομή μιας ανθισμένης κάπαρης."


Η ευτυχία είναι απόφαση. 
Από τις ωραιότερες φράσεις που είχα διαβάσει παλιά σε αμερικάνικο βιβλίο ψυχολογίας. Μπορούμε να επιλέγουμε να νιώθουμε χαρά,
όσα ζόρια κι αν τραβά η μέρα μας.

Οι παλιές φωτογραφίες φευγαλέα μας γυρνούν πίσω σε λησμονημένες μέρες 
που όμως τις ζήσαμε, είτε γαληνεμένες είτε με ένταση.

Πόσα χωράνε σε μια Κυριακή! Εκστασιασμός της εποχής καθώς η μαγεία ακμάζει
κι αφηνιάζει η αγριάδα της ομορφιάς κι οδεύει το άρωμα κοφτερό μέσα στης ψυχής τ’ ανθάκια.

Ηδονίζονται με τον απριλιάτικο ήλιο, ερωτοτροπούν με το πρωινό αεράκι,
φιλιούνται με τις πυρωμένες σαύρες και τελειοποιούν το ανεμπόδιστο χρώμα τους,
δοξάζοντας το ολοήμερο φως!

Η ζωή είναι γεμάτη από μικρές στιγμές μεγάλης διαρκείας!

Τώρα που γίνομαι εξήντα, το ξέρω καλά ότι ο χρόνος δεν μας δίνεται παρά για να χαιρόμαστε με τους ακριβούς μας ανθρώπους και να μην επιτρέπουμε στους φτηνούς να μας πικραίνουν. Η καρδιά μας θα είναι τότε ένα ευανάγνωστο βιβλίο χωρίς άσκοπες παραγράφους. — ευγνώμων.



Ταξίδι στη βιβλιοθήκη των φοιτητικών... Και σύξυλη μένεις μπρος στην αχαλίνωτη έκρηξη των ονομάτων που αναδύονται, φίλοι παλιοί, αξέχαστοι, ζωντανοί πάντα στην καρδιά, Andre Gide, Gustave Flaubert, Anatole France, Honore de Balzac, Marcel Proust, Stendhal, Rimbaud, Guy de Maupassant, Victor Hugo, Jean Paul Sartre, Simone de Beauvoir, χιλιοδιαβασμένοι, βουτιές στο ανεξιχνίαστο της κάθε σελίδας τους, στο μεδούλι της κάθε λέξης τους, αλλά και έρωτας σαρωτικής εμβέλειας με τον Charles Baudelaire, χωμένη μέσα στο κόκκινο δερματόδετο των βαλσαμωμένων fleurs du Μal, μια δυναστική ποίηση της απόκλισης και της μέθης…
(η έκδοση Hachette είναι του 1876!)


Οι απλές καρδιές ξέρουν να υποδέχονται την μαρτιάτικη ευδία.


Αι γαλαί εις την αυλήν της οικίας μου, ελευθέρως περιφερόμεναι, ομιλούσιν φιλονικούσαι, φωνασκούσιν ακαμάτως, και εν τέλει αναπαύονται ευφραινομένη τη καρδία…


Λέω να γκουγκλάρω το 2017. Για να δούμε...
“Τα δεινά έχουν απενεργοποιηθεί από αυτό το έτος. Η νέα χρονιά θα προβεί σε επανεκκίνηση της ευτυχίας. Θα κάνει αναζήτηση και θα βρει όλα τα σάιτ για τη χαρά, το κλάουντ θα γεμίσει αγάπη, στο αρχείο δραστηριοτήτων θα έχει ανακοινώσεις για υπέροχες μέρες, θα διαγράψει τη μελαγχολία, θα πατήσει σπαμ στη λύπη, θα μπλοκάρει την κατάθλιψη και θα κάνει λάικ στο κέφι!”


Σαν βρέχει τόσο πολύ, έρχονται λες μουλιασμένες οι γιορτές και μας περιλούζουν με κάτι αχνό από τα πολύ παλιά, μια αλλοτινή ευτυχία που' χει ποτίσει γλυκάδα παιδική. Την ανασαίνεις κι αναπηδά μια παράξενη χαρά...

Απ' τα πρωτοβρόχια ό,τι χορταίνει, περίτεχνα ενθαρρύνεται να καμαρώνει, διαπρέποντας μέσα στην τελική δικαίωση της ολόχρονης αναμονής κι αλάθευτα μ' ένα σάλτο μεταβάλλει το ευτελές της άπνοιας σε μέγιστη γενναιοδωρία!


Αν δεν είχαμε πάντοτε κάτι να περιμένουμε, με ακραία ενστικτώδη επιθυμία,
η ζωή θα έχανε την έξαρσή της.


“Δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας! Ξεκινά μια νέα εποχή”. Μεγάλος ο ενθουσιασμός του πιλότου, προφέροντας αυτά τα λόγια.
Εδώ και λίγες μέρες το αεροπλάνο χωρίς καύσιμα, αποκλειστικά με την ηλιακή ενέργεια, σ’ ένα ταξίδι 4.000 χιλιομέτρων διέσχισε τον Ειρηνικό και προσγειώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο.
Η τεχνολογία πραγματοποιεί το αδύνατο. O γύρος του κόσμου σε μια έξοχη γενναιοδωρία του ήλιου!
Τώρα που οι καιροί, όπως και πάντοτε άλλωστε αφού η ιστορία δεν κουράζεται, το απαιτούν να ποθούμε να σταματήσουν οι έχθρες του κόσμου, ας ανατρέξουμε στο ευλογημένο εκείνο το "Αγαπάτε αλλήλους" ως αναγκαίο εσαεί για να' χουμε καθαρή καρδιά κι απείραχτη ψυχή. Κι έναν κόσμο όπου όλοι ν' αποδέχονται όλους, δεν είναι ανέφικτο αυτό, μόνο που αργεί.
Στο μαύρο καλοκαίρι του '74 στην Κύπρο, (φωτό), είχαμε μάθει από πρώτο χέρι τι θα πει πόλεμος, θάνατος, αδικία, ξεριζωμός και προσφυγιά. Γι' αυτό ίσως να κατανοούμε ευκολότερα τα σημερινά δεινά του κόσμου. Αλλά και ποια χώρα δεν έζησε μαύρες εποχές;.. Ας ευχηθούμε να ησυχάσουν οι καιροί, να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία και ποτέ πια κανείς να μην τρέφει μίσος για άλλον άνθρωπο, όπου κι αν ανήκει.


Πού πάνε τα χρόνια τρέχοντας;.. Βιαστικά κινούνται μπροστά χωρίς πυξίδες συνήθως και σε φέρνουν σε πόλεις του κόσμου και σε μέρη της ψυχής που ξεδιπλώνονται χρόνο με τον χρόνο για να επιταχυνθεί η επίτευξη της αυτογνωσίας, προσθέτοντας μνήμες, στοχασμούς, γνώσεις, κιλά, ρυτίδες, ωριμότητα και θέα στην καλύτερη μεριά της ζωής.



Μ' ένα απαλό, ελαφρύ φύσημα αέρα πέφτει η κάθε μας μέρα και σκορπά και χάνεται. 
Μα καθόλου δεν πειράζει αν έχουμε εν τω μεταξύ απολαύσει στο έπακρο τη σύντομη ανθοφορία της.


Σκύβουμε πάνω σ' ένα φλιτζάνι καφέ, όπως ο Νάρκισσος στη λίμνη, σ' αγαπώ χωρίς εσέ ανάρμοστη η ώρα, ώ πρωτοστάτωρ του δειλινού, κράτα ακόμα τη μέρα μου, ώσπου ν' ανέβει καλπάζοντας και να κινήσει για μια αυτούσια ανάμνηση.


Ερωτεύτηκα τον Guy de Maupassant όταν διάβαζα τα διηγήματά του πρωτοετής φοιτήτρια. Πολύ αργότερα τον ξαναμελέτησα στα ελληνικά για να τον ερωτευτώ και πάλι(!)
Τι να πει κανείς για τον έρωτα; Είναι ζήτημα απείρως φλογερό, τρελό, παράδοξο, απόλυτο, συναρπαστικό, απροκάλυπτο.
Εκτός από τους τεθνεώτες, ανάμεσα στους ζώντες, ο έρωτας βόσκει ελευθέρως, σημαδεύει ευστόχως και αυθαιρετεί ευθαρσώς...


Το βλέμμα του ήλιου πάνω στο λόφο, η βουλιμία της στιγμής να δρομολογεί τη σιωπή, η λιγοθυμιά του δειλινού... Μια ωραία βόλτα κάπου στην Πάφο, εκεί που ο αέρας μυρίζει ερωτικής θεάς ανάστημα μπερδεμένο με τις πτήσεις των ερωδιών. Η φύση είναι υπόθεση αφιλοκερδής!..

Η ζωή ξεκινά από την καρδιά. Με την καρδιά αγαπάμε, (όπως λέγεται), με την καρδιά γράφουμε την ιστορία μας. Όταν η καρδιά κάποιου σταματά να χτυπά ξαφνικά, σπάζει τις καρδιές άλλων. Στο χέρι μας είναι η καλή υγεία της καρδιάς μας. Ας την προσέξουμε όσο μπορούμε. Να νοιαζόμαστε για την καρδιά μας, με την καρδιά μας!

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

           "Ο ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ ΠΟΥ ΕΦΑΓΕ ΕΝΑΝ ΡΟΥΜΑΝΟ"


        Το σουρεάλ, υπερσουρεάλ βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη (Κέδρος), μου θύμισε την ταινία "Ανήθικη πρόταση",  όπου ένας δισεκατομμυριούχος δίνει σε μια παντρεμένη 1.000.000 δολάρια για να περάσει μια νύχτα μαζί της. 
      Μέσα στα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα της χρονιάς, ο "Κανίβαλος" θέτει το θέμα της εξαγοράς μιας ευτυχίας, ενός ονείρου που το ζει ο διπλανός και όχι εμείς.  Με αξιοθαύμαστη μαεστρία ο Σωτάκης εξηγεί πώς ένας άνθρωπος μπορεί να "κατασπαράξει" έναν άλλον άνθρωπο επειδή κατέχει την οικονομική δύναμη και πόσο εύκολα η όποια επιφυλακτικότητα κατατροπώνεται μπροστά στην ιδέα του καπιταλισμού. 

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ένα κορίτσι γεννά ολομόναχο στο σπίτι, όχι μόνο ρισκάροντας την ίδια τη ζωή του, αλλά και πετώντας το βρέφος από το παράθυρο, με την ψυχή κυριευμένη από ανυπέρβατο φόβο προς τον γονιό. Χριστός κι Απόστολος! Ο πανικός δεν επέτρεψε καν στην κοπέλα να συνειδητοποιήσει ότι έγινε μάνα. Το άρπαξε και το' ριξε εκεί όπου νόμιζε ότι καμμιά επέμβαση δεν θα τη μάλωνε και ειδικά η μητέρα της.  Ο φόβος για τον τοκετό καλύφτηκε από τον τρόμο για τον γονιό. Η αγάπη για το μωρό  της έσβησε με τον αέρα της οικογενειακής τρομοκρατίας. Ανώριμη κι αψυχολόγητη συμπεριφορά και από το κορίτσι, αλλά πρωτίστως από τη μητέρα που γέμισε την καρδιά του παιδιού της με φόβο. 

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

    Όταν ακούς αυτό το "δεμένη οικογένεια" σημαίνει ότι οι γονείς αποφασίζουν για τη ζωή των παιδιών τους κι αυτά από φόβο ακολουθούν σαν πρόβατα το κριάρι. Ακόμα κι όταν ενηλικιωθούν δεν είναι ικανά να ζήσουν χωρίς τη βοήθεια των γονιών τους. Γιατί ο φόβος κάνει καλή δουλειά! 
    T' ανάθεμα πέφτει βαρύ σε όσους μεγαλώνουν τα τέκνα τους ως απόκτημα δικό τους, σαν να πήραν ένα μετάλλιο και το επιδεικνύουν, σε όσους αφαιρούν την ελευθερία από τα παιδιά τους να επιλέγουν να κάνουν αυτό που θέλουν, να έχουν δική τους άποψη, στην πολιτική, στη θρησκεία και πρωτίστως στις προσωπικές τους σχέσεις.  Οι γονείς οφείλουν να διδάξουν στα παιδιά τους πως δεν υπάρχουν αφέντες και μπορούν να έχουν την ελευθερία για να διαλέξουν τόπο διαμονής, να επιλέξουν τρόπο ζωής, να διατρέξουν την απεραντοσύνη του κόσμου. Ο εγωισμός των γονιών, που νομίζουν πως είναι σωστοί, (έχουν δικαιολογία έτοιμη) καταδυναστεύει τα παιδιά τους και τα καθιστά ανελεύθερα και διαποτισμένα από κάποια ανημποριά που θα σέρνουν σαν σκιά ως τα γεράματά τους. 

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Kι όμως!...

Μερικοί άνθρωποι με σοβαρές ψυχικές διαταραχές προκειμένου να "απενοχοποιήσουν" τον θλιβερό και δυστυχή εαυτό τους από όσα ακατανόμαστα κρύβουν, καταφεύγουν σε παρανοϊκή επίθεση κατά του διπλανού τους,  επικεντρώνοντας σε κάτι που άκουσαν ή που φαντάστηκαν, χωρίς καμιά στάξη αλήθειας. Πόσο χαμένη ζωή έχουν πια!

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

              Κι όμως!...

      Πόσο εύκολα παρασέρνονται σαν φύλλα στο ποτάμι που ρέει οι ανθρώπινες αντιδράσεις!  Ακούνε κάτι εναντίον κάποιου κι αμέσως αρχίζει το βρισίδι και το θάψιμο. Ευτυχώς που έχει καταργηθεί η θανατική ποινή εδώ, γιατί θα γινόταν συχνότερα από όσο γίνεται στην Αμερική μια δικαστική πλάνη και να οδηγείται κάποιος στο τέλος του, το βιολογικό γιατί το άλλο έρχεται με την κοινωνική κατακραυγή. Δεν σέβομαι κανέναν ιερωμένο, σαν έναν απλό άνθρωπο τον βλέπω, αθώο θύμα μιας πλεκτάνης υπερπαραγωγής. Τα λεφτά ήταν πολλά!

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018


 

     Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στην κοφτή φόρμα του διηγήματος, μέσα σε σελίδες που σπαράζουν, ο Οικονόμου καταφέρνει να σε κάνει να δακρύσεις με τα δάκρυα της πόλης, να ραγίσεις με τις χαρακιές της κρίσης, να ματώσεις με το ξυράφι της απελπισίας.

   Βιβλίο που έχει πρωτοεκδοθεί το 2010, το ξαναδιάβασα (είναι από εκείνα τα "κομοδινάτα" μου, που διαλέγω κάθε βράδυ κάτι για να θυμηθώ πόσο με συγκλόνισαν) και συναντήθηκα με την ίδια συγκίνηση που με περίμενε στην κόγχη του κομοδίνου μου. 

   Ιδιαίτερα εκείνο το "Κι ένα αβγό κίντερ για το παιδί", με ταρακούνησε λόγω και των ημερών που πέρασαν και άφησαν κάτι πάνω σ' ένα κομμάτι της ψυχής μας.


Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Κι όμως...

      Είναι άνθρωποι ψυχικά άρρωστοι σε τέτοιο σημείο που να αραδιάζουν αβίαστα και χωρίς αιδώ, ένα σωρό ψέματα με σκοπό να στεναχωρέσουν κάποιον, να τον ενοχοποιήσουν, να τον κάνουν να εξευτελιστεί, να νιώσει χάλια, να τον καταστρέψουν. Μπορούν ακόμα να φτάσουν να βλάψουν και τον ίδιο τους τον εαυτό φτάνει να εξοντώσουν τον άλλον. Εδώ ισχύει αυτό που λένε "ας χάσω το ένα μου μάτι, φτάνει να χάσεις εσύ και τα δύο".

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

To έγραψα για τη μέρα της ποίησης:

"Κι αν έμαθα γράμματα, ήταν για να διαβάσω τα ποιήματά σου.
 Κι αν ήξερα να  γράφω,  ήταν για  να σου πλέξω δυο στίχους".