Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Θ' αρχίσω από την μετάφραση. Είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική. Σαν να πρόκειται για  πρώτη γραφή. Kαι δυνατή γραφή! (Μαρίας Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος).
Ακολούθως θα πω ότι αυτό είναι  ένα βιβλίο που θα ήταν καλό να διαβαστεί μονορούφι, αλλιώς υπάρχει η πιθανότητα να χάσεις κάπου το ενδιαφέρον για την πλοκή διαμέσου των ατέλειωτων διαλόγων και των λεπτομερών περιγραφών. Αλλά τελικά αυτός είναι ο ουσιώδης πυρήνας της ιστορίας και όχι η ίδια η ιστορία στα "Έθιμα Ταφής".

Και φτάνω στη γλώσσα. Με εντυπωσίασε η ποιητική γραφή της νεαρής Αυστραλής Χάνα Κεντ, η δυνατή περιγραφή παντού, η ικανότητα να σε κάνει να δεις μπροστά σου το τοπίο, να αισθανθείς βαθιά την αδικία, να ζήσεις από πρώτο χέρι την ιστορία. Και να απολαύσεις   το εξαίσιο ταίριασμα του μύθου με την πραγματικότητα. Η αληθινή ιστορία πλέκεται έντεχνα και μαγικά με τη μυθοπλασία και οι σελίδες κυλάνε πολύ γοητευτικά ώστε να μην σε νοιάζει και τόσο η όλη υπόθεση, η οποία είναι γνωστή κατά ένα μεγάλο μέρος καθώς η έκβαση της ιστορίας, αφού πρόκειται για γεγονός, δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά ένα βιβλίο γίνεται λογοτεχνία γι' αυτό ακριβώς: ενώ γνωρίζεις την ιστορία, βυθίζεσαι με δέος στην ανάγνωση και μαγεύεσαι από τις λέξεις. Η μυθοπλασία παίζει εδώ τέλεια το ρόλο της, ώστε να μην μας αφορά τόσο το προαναφερθέν τέλος και χωρίς να περιμένουμε εκπλήξεις, συνεχίσουμε ελεύθερα την απόλαυση.

Μόλις διαβάσεις το οπισθόφυλλο και τον πρόλογο, έχεις ήδη πιαστεί στην παγίδα της απνευστί ανάγνωσης. Ξεχνάς και να φας. Ναι, αλήθεια.


Επειδή μου αρέσει πολύ η διήγηση προς τα πίσω, (flashback) κι επειδή τα "'Εθιμα ταφής" έχουν βραθευθεί, κι επειδή η ιστορία αρχίζει με μια βεβαιότητα (ότι η παρουσία του θανάτου θα υπάρχει μέχρι το τέλος, αλλά μέσα από μια τραγικότητα άκρως ποιητική), έπεσα με τα μούτρα στην καθηλωτική ροή βαδίζοντας αντίστροφα προς την αποκάλυψη. Η εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς δεν συμπτίπτει πάντα με την πραγματική μας εικόνα. Αυτή είναι η πιο συγκλονιστική αλήθεια για μια διφορούμενη εικόνα μιας γυναίκας, μιας φόνισσας. 



Η 'Αγκενς Μαγκνουσντότιρ είναι η τελευταία γυναίκα της Ισλανδίας που καταδικάστηκε για δολοφονία και οδηγήθηκε σε δημόσια εκτέλεση το 1830. Είχε όμως στ' αλήθεια εγκληματήσει; Πώς στιγματίζεται και μαυρίζει το όνομά της διαμέσου των προκαταλήψεων της εποχής και πόσο προδιαγεγραμμένη ήταν η πορεία της; 

"Υπάρχουν άνθρωποι που από την αρχή δεν έχουν ελπίδες".

"Όταν χτύπησαν τα τύμπανα σ' εκείνη τη μικρή αίθουσα κι ο Μπλόνταλ είπε με δυνατή φωνή "Ένοχη", το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: αν κουνηθείς, θα γίνεις θρύψαλα. Αν ανασάνεις, θα καταρρεύσεις. Θέλουν να σε αφανίσουν".


"Είναι τόση η μοναξιά, που πιάνω φιλίες με τα κοράκια".


"Ακόμα κι αν ξέρεις τι έχει κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του, δεν θα πει ότι ξέρεις τον ίδιο τον άνθρωπο".

"Ναι, θα μείνεις μαζί μας, αλλά όχι τζάμπα. Δεν θέλω φόνισσα στο σπίτι μου. Παραδουλεύτρα θέλω". 
Φόνισσα. Η λέξη μένει μετέωρη ανάμεσά μας. Βαριά. Δεν την παίρνει ο αέρας. 
Θέλω να κουνήσω το κεφάλι μου. Αυτή η λέξη δεν είναι για μένα, θέλω να πω. Δεν είναι δική μου, δεν μου ανήκει. Είναι μια λέξη που ανήκει σε άλλον. Μια λέξη ξένη.
Αλλά τι νόημα έχει να τα βάζει κανείς με τις λέξεις;"


 Το "The good people" το διάβασα στα αγγλικά, αλλά δεν δοκίμασα τον ίδιο αμείωτο ενθουσιασμό με το "Burial Rites".
Κ.Μ