Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018


       "Επάνω στον πάγκο του καφενείου μεγάλωσα, στο χωριό. Μύριζε ο αέρας αλεσμένο καφέ, ρακή και ρετσίνα, κι είχαμε κάτι λουκούμια, μακρόστενα σαν τον δείχτη του χεριού μου, με γεύση τριαντάφυλλο γλυκό και περγαμόντο".



Ένα βιβλίο γεμάτο μυρωδιές και παιδικά χρόνια, αυτά από τα οποία καταγόμαστε όπως από μια χώρα, (από στίχους του Σαραντάρη). Τα κειμενάκια βγάζουν εσωτερικό πόνο, οικογενειακά στιγμιότυπα που στα σπλάχνα τους κρύβουν μελαγχολική νοσταλγία ή τσουχτερή γοητεία.




Ένα βιβλίο μικρό, φουσκωμένο ως την τελευταία του σελίδα από εικόνες του παρελθόντος, μια κοιλιά ενός κήτους που καταπίνει ωκεανούς από ομορφιά, έρωτα και αισθήσεις. Kαι καταλήγουμε να ευχόμαστε να καταπιεί αυτόν που λατρεύουμε, ώστε εν τέλει επιθυμούμε ν' αξιωθούμε να μας καταπιεί κι εμάς συναντώντας τον.


Το πρώτο λογοτεχνικό βήμα της νεαρής Φωσκόλου είναι ποιητικό, αλληγορικό, προσεγμένο και σουρεαλισμό. Τα κείμενα θα τα βαφτίζαμε περισσότερο πεζή ποίηση παρά διήγημα. Δεν είμαι σίγουρη αν η διάσωση του πολυτονικού προέρχεται από την ίδια τη συγγραφέα ή από την Κίχλη.


Κ.Μ