Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

Είχα πεθυμήσει τη γραφή της Ελένης Γκίκα. Μετά τη "Λίλιθ" περίμενα πώς και πώς το επόμενο βιβλίο της. Και ήρθε έτσι όπως το ήθελα. "Η ωραία της νύχτας", η αρρώστια του έρωτα, το φονικό, το δεύτερο φονικό, οι ενοχές και η φυλακή.
Αλλά δεν είναι η ιστορία που συναρπάζει, είναι η τέχνη του λόγου. 

Τα γεγονότα τα είχαμε παρακολουθήσει στις ειδήσεις, τα γνωρίζαμε, ακόμα και τα άλλα, εκείνα που προηγήθηκαν, η γιαγιά, η φωτιά, το φονικό, κι ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια, η εγγονή σκοτώνει κι αυτή για τους δικούς της λόγους. "Κακή φύτρα;" όπως είχαν πει τότε οι συγγενείς του θύματος, του άντρα που η γυναίκα του τον έκαψε ζωντανό. Ο σπαραγμός, ο επαναπροσδιορισμός, το πεπρωμένο, ο τόπος, οι μνήμες,  όλα είναι εδώ, εδώ ξανά κλωθογυρίζουν. Στο Κορωπί. Εκεί όπου και η ίδια η συγγραφέας έχει θαυμάσει τους κήπους με τα χρώματα, είχε φανταστεί τα μυστικά πίσω από τους τοίχους των σπιτιών,  είχε ψηλαφίσει τις σκιές και τους φόβους των παιδικών χρόνων, με φόντο το νυχτολούλουδο με τη σπάνια μυρωδιά του.

Γιαγιά και εγγονή, φόνισσες, δυστυχισμένες ζωές, νουάρ ιστορίες, η στάμπα της τύχης και της ατυχίας, το παρελθόν που είναι το καύκαλό μας, οι δραματικές εξελίξεις, "ο τόπος τελικά σε καταδιώκει, μάλλον δεν γίνεται διαφορετικά".

Βλέπει τη φωτογραφία της σε μια εφημερίδα κρεμασμένη στο περίπτερο.


Τελικά υπάρχει στη ζωή "ποτέ ξανά;"

"Όλα επαναλαμβάνονται: τα ξεχασμένα, τα πληρωμένα, τα εκπληρωμένα, λες και γυρίζεις δεμένος στον ίδιο τον σιδερένιο σου πάσσαλο, καταδικασμένη να ξαναζείς εκείνο για το οποίο γεννήθηκες, μερικοί άνθρωποι ήρθαμε με το στίγμα, θα σκοτώσεις, θες δεν θες, σ’ αυτή τη ζωή. Δεκαεννιά χρόνια αυτό ακριβώς σκεφτόμουν μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα στη φυλακή. Όταν ήρθα ως εδώ, άρχισα πάλι να ελπίζω, πώς τόλμησα, δεν έπρεπε, είχα τα τελευταία χρόνια αποξεχαστεί. Να φύγω θέλω, δεν με χωράει ο τόπος ούτε κι εδώ".

"Δεν πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει το μέλλον, αδιάβατο θα του φανεί το παρόν".

"Ένα παιδί που δεν το αποδέχτηκαν τρέχει μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου".

"Να γυρίσω όλη μου τη ζωή σαν το πουλόβερ ανάποδα".
Απολαυστική γίνεται η ανάγνωση με τις παράλληλες αφηγήσεις τριών γυναικών για τους δυο φόνους τις δυο ερωτικές ιστορίες, τα δυο εγκλήματα που κάποτε θα έχουν παραγραφεί.

Κ.Μ