Τρίτη, 1 Μαΐου 2018


Νικήτρια!.. Τι μεγάλη τιμή για μένα! 
Πήρα το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος που έλαβε χώρα στις 3 Οκτωβρίου στην Αθήνα, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, με θέμα το φανταστικό... Ήταν μια "φανταστική" εμπειρία, αν και κάπως αλλόκοτη, καθώς ο χρόνος πίεζε αφόρητα για να γράψεις μια ολοκληρωμένη ιστορία, σε θέμα που μας δόθηκε εκείνη τη στιγμή, καθαρά μέσα στο φάνταζι, κάτι πρωτόγνωρο για μένα, που ως τώρα καταπιάνομαι πρωτίστως με αληθινές ιστορίες. Αλλά πόσο απέχει η φαντασία από την ίδια τη ζωή; 
http://fractalart.gr/katerina-mayromati/ 



     Ήρθαμε σε τούτη την ακτή, έναν κρύο χειμώνα, μια Πέμπτη ήταν, τη θυμάμαι καλά την ημερομηνία και τη μέρα εκείνη που εγκατέλειψα την λατρεμένη μου Αθήνα, με μαύρο δάκρυ, ακολουθώντας ένα μεγάλο ερωτηματικό που ακόμα με τριγυρίζει αγριεμένο.
Τώρα σε μια άλλη ακτή η ζωή απλώνεται, με την αγάπη εν δράσει, ανοίγοντας όλες τις πύλες της ευδαιμονίας με ένα μαγικό αντικλείδι passepartout, εξασφαλίζοντάς σου την αναγκαία ευελιξία, ώστε να ξεδιπλώνεις τα όνειρά σου για να ξετρυπώσεις το μυστικό της ευτυχίας. Και μέσα στο φωτεινό και ρόδινο ουρανό σου γράφεται το δικό σου παραμύθι, γεμάτο από κόσμους αισθήσεων και αξιών. Και πάντα με την αγάπη μου παραμάσχαλα να περπατείς στους δρόμους σου. Εκεί που εκκολάφθηκε και φώλιασε η αγάπη, εκεί βρίσκει και τη διέξοδο προς τα πέρατα της ευτυχίας. Σου έλεγα ότι μοιάζω με τη βροχή, που αγαπά τόσο πολύ τη γη, ώστε πέφτει από το απαλό της σύννεφο, για να την κάνει να ανθίσει...Σου άρεσαν οι παρομοιώσεις μου. Και τώρα θα ψάχνεις εσύ τις δικές σου για το γιο σου. Η αγάπη διαιωνίζεται. Οι καρδιές καλά κρατούν.





“ Ο Μάρτης ήρθε πιο χαρούμενος φέτος! Ο κόσμος άλλαξε δια παντός, η γη πώς ομορφαίνει μέρα με τη μέρα! Αφάνταστα ήρεμοι οι ωκεανοί και δροσερά τα δάση, τα σύννεφα παίζουν κυνηγητό στις γωνιές του ουρανού, οι μέλισσες χαϊδεύουν σιγανά τα άνθη της άνοιξης.
Σε περιμέναμε λίγο αργότερα, εσύ όμως βιαζόσουν να μας γνωρίσεις και ξεκίνησες το ταξίδι σου για το πανοραμικό συναπάντημα με τη ζωή, μια ωραία Πέμπτη, ξεκάθαρη εκδοχή των Ιχθύων. Ξετυλίγω το νήμα για να φτάσω κοντά σου, να σου απλώσω κάτω τις ευχές της καρδιάς μου, αμέτρητες και μαγευτικές όπως τα ανθάκια των μαρτιάτικων μυγδαλιών μας. 
Η υγεία και η τύχη να είναι ο κορμός του δέντρου σου, το φως και η καλοσύνη τα κλαδιά σου, η χαρά και η ευτυχία τα φύλλα σου… Και η αγάπη όλων των δικών σου, οι ρίζες σου… 
Οι λαμπρές διαδρομές σου σιγουράρουν την επιτυχία όταν η σκούφια σου κρατά από το παντού. Το πρόσωπό σου αχτίδα ήλιου, φέρνει κάτι που γαληνεύει, κάτι που ακόμα δεν ξέρω πώς το λένε. Ξέρω πως έχει ανεκτίμητη αξία που όλο και βαραίνει το χρυσάφι της, σαν ρυάκι που γίνεται μια λίμνη και ύστερα ένας ωκεανός… Αξία που συνιστάται από χαλαζίες και κρύσταλλους, σμαράγδι και τουρκουάζ, κοχύλια από θαλάσσιους έρωτες, πόθους καρδιάς από λάβα, όνειρα από λεύτερη ψυχή. 
Αν η αγάπη είναι ανθρώπινη επινόηση, τότε είμαι τυχερή που την έβαλα στην καθημερινότητά μου. Σε συναντώ στο πρωινό μου, στον ήλιο μου, στο δειλινό, στις βραδιές μου. Είσαι εδώ, είσαι στην καρδιά μου, σε ποτίζω με αγάπης νερό, σε κοιμίζω με πεταλουδίσιες μουσικές, σε κρατώ σπουργίτι του Μάρτη μου… Με σένα εξακολουθώ να ξεχωνιάζω ομορφιές που υπάρχουν χωμένες στο μπαούλο της ζωής, ώσπου να φτάσω στον πάτο του και να ξετρελαθώ από την υπέρτατη χαρά της ανακάλυψής σου… 
Ο ανεμοδείχτης σου μονίμως στραμμένος προς τη μεριά της ευτυχίας, το μπαλκόνι σου πάντα να βλέπει στο ιδανικό και όλες οι μέρες σου να γέρνουν προς τη γιορτή. 

Ένα παλιό κινέζικο παραμύθι λέει για ένα παιδί που γεννήθηκε μέσα σ’ ένα πλοίο, το οποίο ταξίδευε πάντα στο Μεγάλο Γαλάζιο Ποταμό. Το παιδί, που δεν είχε πατήσει ποτέ του το πόδι του στη στεριά, πίστευε ακράδαντα πως εκείνα που κινούνταν ήσαν τα δέντρα, τα βουνά και οι πολιτείες, ενώ το πλοίο έμενε ακίνητο. Το δικό σου πλοίο όπου γεννήθηκες, αυτό της Μεγάλης Πολύχρωμης Τύχης, ας σε ταξιδεύει στα θαύματα της ψυχής, νομίζοντας πως όλα αρμενίζουν μαγικά, αλλά η ευτυχία σου να μένει σταθερή. Και να’ ναι αυτό μονάχα η αλήθεια!”


     Λέγεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτηκαν έστω και μια φορά, να αυτοκτονήσουν. Ευτυχώς μόνο το σκέφτηκαν. Γιατί θα είχαμε χάσει κάποιους αγαπημένους φίλους αν ο καθένας έκανε πράξη μια σκέψη που πέρασε βιαστική και χάθηκε. 
Αρκετοί συγγραφείς καταπιάστηκαν με το θέμα της αυτοχειρίας. Σχεδόν όλοι φωτίζουν την αξία της ζωής, κάτω από όποιες συνθήκες, σκληρές, άγριες, φτάνει να αγαπάς να ζεις, να αναπνέεις είναι το παν, να είσαι ευγνώμων για την ύπαρξη σου. Αλλά κάποιοι από αυτούς τους συγγραφείς, που υμνούσαν τη ζωή, αυτοκτόνησαν οι ίδιοι, αφήνοντας άφωνους τους φανατικούς αναγνώστες τους.
      Και πολλοί ήρωες, ακόμα και των κλασσικών έργων, βλέπουμε να προσεγγίζουν το θάνατο σαν κάτι που δεν εκφράζεται ως το χείριστο κακό, υπό ορισμένες τραγικές περιστάσεις ή να υποτιμάται η ομορφιά της ζωής, όταν η δυστυχία κρατά από τον λαιμό τις στιγμές μας. Ο Ουγκώ υποστηρίζει πως δεν είναι τίποτε να πεθάνεις, είναι τρομακτικό να μη ζεις. Ο Μπρεχτ προτρέπει να μη φοβάσαι τόσο πολύ το θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή. Ο Σοπενχάουερ ομοιάζει τη ζωή με ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας. Ποιητές και νομπελίστες της λογοτεχνίας λένε φράσεις που καίνε.. Ο Καμύ εκείνο το “...θα ήταν σχεδόν εύκολο να ζεις”, ο Εξυπερύ βρίσκει “το ίδιο νόημα στη ζωή και στο θάνατο” , ο Μίλλερ θεωρεί προφανές ότι “η ζωή δεν έχει κανένα νόημα” και ο Σαρτρ δηλώνει ότι “η ζωή είναι ένα περιττό πάθος”.
       Σε κάποια βιβλία που είχα διαβάσει στα φοιτητικά μου, αλλά και πιο πρόσφατα, ο ήρωας βρίσκεται σε δύσβατα μονοπάτια της ψυχής, καθώς του τίθεται επιτακτικά το δίλημμα ανάμεσα σε ένα διασυρμό ή σε μια αυτοκτονία. Με έναν τρόπο μαγικό, φανερώνεται, σαν σε κατακάθι καφέ, το μελλοντικό του δεινό πεπρωμένο. Θα βρεθεί στο έλεος μιας εξευτελιστικής διαδικασίας, θα συρθεί σε στημένη λαιμητόμο, έστω αόρατη στην εποχή μας, θα τον φτύσουν οι πάντες. Για τους υπόλογους εγκλημάτων δεν υπάρχει κατανόηση. Μόνο διαχρονική εμπάθεια. Τα παιδιά του θα ντρέπονται για το όνομα που κληρονόμησαν, η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει, η μάνα του θα αρρωστήσει και θα πεθάνει, όλοι του οι φίλοι θα τον στήσουν στον τοίχο. Πρέπει να διαλέξει έγκαιρα, όπου να’ ναι θα αρχίσει η ανασκαφή του. Και γρήγορα να βγουν στην επιφάνεια όλα τα λασπωμένα κομμάτια του. Ήνεγκεν η ώρα όπου θα αποδειχτεί ότι δεν έχει ξεφύγει από τις άγριες αγκυλώσεις του παρελθόντος.
     Σ’ ένα τέτοιο έργο, ο συγγραφέας προτείνει την αυτοκτονία σαν καλύτερη λύση. Το απονενοημένο διάβημα είναι η μόνη οδός, δραματική αλλά λυτρωτική. Κανείς στη χώρα δε θα προλάβει να μάθει τις ανομίες του ήρωά του, δεν πρόκειται για μικροπαραβάσεις του νόμου, ούτε για υπεξαιρέσεις ασήμαντες. Έχει κατακλέψει το δημόσιο χρήμα. Έχει κάνει κι άλλα, που θα ήταν καλό να μην μαθευτούν ποτέ. Να τελειώνει, να τον κλάψουν ως ευεργέτη της πόλης, να δώσουν το όνομά του σε λεωφόρους και κτήρια, να του γράψουν εγκώμια και να μείνει στην αιωνιότητα. Έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι σίγουρα θανατηφόρα. Τι να περιμένει; Το διασυρμό στα μέσα, τις βρισιές, τα δικαστήρια, τη φυλάκιση, την απομόνωση; Δε θυμάμαι τι αποφασίζεται στο τέλος του βιβλίου.
      Λάθε βιώσας! Η ευτυχία βρίσκεται στην ψυχική ηδονή. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να αγαπήσεις τη ζωή είναι η αυτάρκεια. Το κυνήγι της εξουσίας, η επιθυμία της χλιδής, το κόρδωμα για τα πλούτη, όλα γίνονται ακτίνες του κύκλου που έχει κέντρο του τη ζωή. Η ζωή θέλει απλότητα και λιτότητα, αν δεν μπορείς με αυτά, δε θα έχεις αληθινή ζωή. Γιατί δε λογάται ζωή όταν είσαι χωμένος στη βρωμιά, αλλά περιφέρεσαι σε αστραφτερά σαλόνια… 
Η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο, μέσα στο στοίχημα της ζωής. Και η ελευθερία να αποδεχτείς τον εαυτό σου, αφού πρώτα τον βρεις. Η εσωτερική ειρήνη δε θα αφήσει καμιά εμπόλεμη κατάσταση να σε συνθλίψει. Αν έγραφα κάτι όπου ο ήρωάς μου θα βρισκόταν ανάμεσα στο τέλος του ή στο διασυρμό του, δεν ξέρω ποια επιχειρήματα θα έβρισκα για να τον προτρέψω να επιλέξει τα δυσβάστακτα, αλλά ξέρω ότι θα τον εξωθούσα στη ζωή για έναν ηθικό και ενδεδειγμένο σκοπό: Να ψάξει τον εαυτό του. Με αδιάλειπτη ενδελέχεια.         Καλύτερα να πεθάνεις με έναν εαυτό, ας σε απογοητεύσει η ανακάλυψή του, παρά με έναν άγνωστο ή ανύπαρκτο εαυτό. Μόνο τότε ο θάνατος θα είναι σαν αρχή και όχι σαν τέλος. Και το βιβλίο της ζωής σου, αν δεν τελειώνει μ’ ένα θαυμαστικό, τι πειράζει; Υπάρχουν τόσα σημεία στίξης…




"Για να χαίρεις άκρας ευγνωμοσύνης, 
είναι αρκετό να βγεις για λίγο στη φύση"


"Αν δεν έχεις γράψει ερωτικό γράμμα, 

δεν ξέρεις τι θα πει έρωτας..."




"Τη ζωή δεν την πασπατεύεις... 

Την απολαμβάνεις όπως οι γλάροι τη θάλασσα".




"Η ευτυχία είναι προαιρετική, σαν λουλούδι στο παραθύρι".



Από τη μόνιμη στήλη “Η Λίνα, η Μίνα και η Νίνα”, που δημοσίευα παλιά σε εφημερίδες. Το συγκεκριμένο το έγραψα το 1992. 

Είναι φορές που έρχεται έντονα στη σκέψη μου κάποιος φίλος, κι όταν αποφασίσω να του κάνω ένα τηλεφώνημα, ανακαλύπτω πως δεν ήταν τυχαίος ο βόμβος της μέλισσας που μου ερχόταν στ’ αυτιά ασταμάτητα, κι ό,τι κι αν έκανα, μου θύμιζε ότι κάτι θα έπρεπε να συμβαίνει. Πήρα τη Μίνα και πράγματι κάτι συνέβαινε. Η φωνή της όλο νάζι μου δήλωνε: “Ερωτεύτηκα!” 
“Για πόσο;” Οι έρωτες της Μίνας κρατάνε το πολύ όσο ένα αλλεργικό συνάχι. “Για πάντα… Αυτή τη φορά βρήκα ό,τι ζητούσα. Ένας άντρας φτιαγμένος με υλικά γνήσια αρσενικά. Ανατολίτης με τα όλα του, μελαχρινός, δυνατός, σίδερο! Και του αρέσω… Μου είπε ότι δεν τον νοιάζει καθόλου που έχω στραβά πόδια, μικροσκοπικό στήθος, μεγάλη μύτη και δυο τρίχες στο πιγούνι, γιατί και η Αφροδίτη, είπε, παρότι Θεά της ομορφιάς, υπήρξε αλλήθωρη”.
“Τι λες ρε μάνα μου! Σου έκανε τόσα κομπλιμέντα μαζεμένα; Κι ύστερα λένε πως ο έρωτας είναι τυφλός. Αυτός όλα τα είδε σε σένα!” 
Επειδή η Μίνα είναι από τους ανθρώπους που δεν εμπιστεύομαι καθόλου, ας είναι φίλη μου, της πρότεινα να έρθουν το βράδυ στο σπίτι, να δούμε τι σόι πράμα πήγε κι ερωτεύτηκε πάλι. Κάλεσα και τη Λίνα, η οποία κατέφθασε πρώτη, καθώς τρωγόταν από περιέργεια να γνωρίσει το γαμπρό.
Σαν ήρθαν τα ερωτοχτυπημένα παιδιά, κι αφού έγιναν οι συστάσεις κι ειπώθηκαν τα μελιστάλαχτα “χαίρω πολύ”, τραβώ τη Μίνα στην κουζίνα.
“Αυτός μωρή είναι ο ανατολίτης γκόμενος; Παλάβωσες ρε Μίνα; Είδες τον εαυτό σου δίπλα του;” 
Την πάω στο σαλόνι και απευθύνομαι στον τύπο:
“Ώστε την αγαπάτε τη Μίνα μας και γυρεύετε να την κάνετε ευτυχισμένη; Για πείτε μας πώς ακριβώς την εννοείτε εσείς την ευτυχία μέσα από την κοινή ζωή σας με τη Μίνα;” 
“Όπως όλα τα ζευγάρια”, ξεφουρνίζει αυτός… “Η Μίνα βάζει το σπιτάκι της (σπιταρώνα εννοεί), εγώ βάζω το επώνυμό μου (και το μουστάκι, τι μεγάλη θυσία), εγώ θα φέρνω τα λεφτά (ένα υπέρ σου), η Μίνα θα ψωνίζει, θα μαγειρεύει, θα καθαρίζει (τρία κατά σου), απλά πράγματα, να περνά η μέρα της. Δε θα την έχω εγώ τη γυναίκα μου να σκοτώνεται σε γραφεία… Α! Εγώ στο σπίτι τη θέλω. Κυρά κι αρχόντισσα. (Ο αλήτης τι θα κάνει;)... Θα’ ρχομαι εγώ να βρίσκω το ζεστό μου φαγάκι, το καθαρό σώβρακο, το σιδερωμένο πουκάμισο, να ξεκουράζομαι και να με περιποιείται…”
“Τι καλός που είσαι! Πού κρυβόσουν τόσο καιρό παιδί μας; Κι αν σου’ πεφτε στο δρόμο σου καμιά ευρωπαία, τι θα γινόσουν ο άμοιρος;” 
“Α, εγώ θέλω παπούτσι απ’ τον τόπο μου κι ας είν’ και μπαλωμένο”.
“Η Μίνα μας δεν είναι μπαλωμένη! Μια χαρά κοπέλα είναι. Λίγος της πέφτεις αγοράκι μου. Τράβα γι΄αλλού…”
Η Λίνα αποφάσισε να επέμβει. “Καλέ εσύ έτσι θα σώσεις τις φίλες σου, αντί να τις ζευγαρώνεις, τους χαλάς κι αυτό που πάει να γίνει. Γιατί είσαι απόλυτη; Ωραίο πράγμα ο γάμος, το λένε και οι ειδικοί”. Τι ήθελα να την καλέσω την παντρεμένη; “Λίνα μου, εσύ δεν απορείς που θέλει γάμο άμεσα, ακόμα δεν την γνώρισε καλά καλά τη φιλενάδα μας, της ζήτησε να τον παντρευτεί. Κάτι δεν μου αρέσει”. Και από διαίσθηση, που όπως ομολογούν τα κορίτσια διαθέτω μπόλικη, διέταξα τη Μίνα:
“Να τον ξεερωτευτείς πάραυτα. Ανατολίτης με τα όλα του. Καλά, εσύ δεν άκουσες πως βαίνουμε ολοταχώς για την Ενωμένη Ευρώπη; Αν τον άκουγαν οι φεμινίστριες θα τον στραγγάλιζαν. Διάβασε και κανένα COSMOPOLITAN να μορφωθείς λιγάκι. Πώς πας κι ερωτεύεσαι κάποιον που μέχρι και της θεάς Αφροδίτης βρήκε κουσούρι;” 
Η Μίνα ανήκει στο είδος των γυναικών που το τραβάει ο οργανισμός τους να ερωτεύονται λάθος άνθρωπο, γι’ αυτό μου ήταν αρκετά επίπονο να την πείσω ότι αυτός δεν της έκανε. Έμεινε μαζί του για εκατό μέρες περίπου, όσο να της περάσει η νόσος και να καλμάρει η φουρτούνα της. 

Πέμπτη πρωί πρωί. Τηλέφωνο η Λίνα. Ανήσυχη. “Ξέρεις ποιος ήρθε χθες το βράδυ στο ξενοδοχείο; Είχα νυχτερινή βάρδια στη ρεσεψιόν και βλέπω τον ανατολίτη με το μουστάκι, που έκανε αμάν να παντρευτεί τη Μίνα. Μαζί με έναν άλλον παίδαρο, να μου ζητούν διπλό κρεβάτι. Έκανα πως δεν τον γνώρισα. Γνωρίζω όμως ότι εσύ βρε Νίνα, έχεις πάντα δίκαιο τελικά”.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 14. 3. 1992