Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Σε τι λογής ταρσανά, έφτιαξες την ψυχή σου.
 Πάνω σε πόσο μουχλιασμένα υλικά, τη χάραξες και τη σμίλεψες.
 Σε τι λογής καρνάγιο, σκάρωσες τη ζωή σου.
 Πάνω σε πόσο ρηχά νερά, την έσυρες και την καθήλκυσες.
Κι ύστερα σου ΄φταιξε η αλμύρα της θάλασσας 
και τα μάγια των αέρηδων, που βγήκες ναυάγιο.
Σου' στειλα φιλί και το πήρε η νύχτα, στρογγυλεύοντάς το. Τόσο γλυκά το σμίλεψε, στον ίδιο τον ουρανό μας πάλι.
Μέσα σε φως δυνατό, κάτασπρο όσο η αγκαλιά σου.
 Το ανέβασε πιο πάνω, να σε φτάσει, να το αγγίξεις. Ακουμπώντάς με αγγελικά με την άκρη της ψυχής σου.
 Φιλί αιώνιο , η πανσέληνος σου κράταγε, αληθινή πεθυμιά! Θα είσαι τόσο πια στο σύθαμπο, ως να ξαναβγεί το φεγγάρι.


Στριμωξίδι στα οικεία τους κλωνιά,
ανθάκια, χρώματα και φως.
Πώς να χωρέσει η Άνοιξη
εκεί που σε σέρνουν καρδιά μου,
στα φτηνά, στα φαύλα, στα σπασμένα.
Ασύδοτα κοκκινωπά,
με ανεξέλεγκτη πρεμούρα,
μέσα στην αυθαιρεσία του Μάρτη,
εκεί στο τέλος του πριν γείρει και χαθεί.
Ασυμμάζευτος μήνας, άσωτος.
Παράφορος σαν φιλί.
Γυρεύει προνόμια
και ξεχύνεται βαλτός και με πρόθεση,
ανάμεσα στις πιέσεις του κόσμου.
Διαχέεται και τρυπώνει
στων ανθρώπων τις χαμένες ζωές.


Και ξαφνικά η ζωή φυσά έναν αέρα,
που σηκώνει δυο κύματα θυμωμένα,
κι αν σε βρουν σιμά τους, χάθηκες!..




Σ' αυτούς που αγαπούν
και το πιο ασήμαντο ανθάκι.
Σ' αυτούς που ρίχνουν
ψίχουλα στα φοβισμένα κοτσύφια.
Σ' αυτούς που μαγεύονται
με την αέναη μοναξιά του τοπίου.
Σ' αυτούς που κουβεντιάζουν
τον επαίτη με του κέρματος τον ήχο.
Σ΄αυτούς που δένουν
τη ζωή τους με γυαλιστερές κορδέλες,
που μοιράζουν τον κύκλο τους
χιλιάδες ακτίνες ψυχής,
που βγαίνουν στις πορείες
για αλαργινό του κόσμου άδικο
και αρνούνται να πουν
"εγώ θα σώσω τον πλανήτη;"
Σ' αυτούς απλώνω την καρδιά μου.


Έψαξα στο διαδίκτυο για την αιδώ,
αυτή που νιώθει κανείς όταν κατακλέβει
τον κόπο των εργαζομένων, και μου έβγαλε
ότι δεν βρίσκει κανένα αποτέλεσμα!






Σαν βγεις στο ψάξιμο για την Άνοιξη,
να εύχεσαι να χαθείς στο δρόμο...



Μωρό μου,
αυτό που γυροφέρνεις στο μυαλουδάκι σου,
πες το μου ευθέως και δίχα μπορντούρες.
Δεν είμαι δα και τόσο αμάθητη
να με στήνουν στους τοίχους τους,
σημαδεύοντας με σουγιάδες,
δυο πόντους απ΄ τη σάρκα μου
και δέκα απ΄την καρδιά μου.
Κι αν ο δικός σου στόχος, πειστικό επιχείρημα,
με πετύχει και ματώσω και γείρω εκπνέοντας,
μην το πάρεις προσωπικά.
Καμιά φορά φταίνε μόνο οι καιροί.

Η άνοιξη τρελάθηκε καθώς ανελέητα λαμπυρίζει… Και με τις πέτρες ερωτεύεται εν ριπή βροχής… Με τη φλόγα του ήλιου και το χάδι του αέρα. Λικνίζεται σαλπάροντας για λιμάνια καλοκαιρινά.  Επιδεικνύοντας τα κοραλλένια χρώματα του φιλιού και του σεβντά.  Βγάζοντας στη φόρα την ομορφιά που από του έρωτα τα πέταλα ξεβράστηκε στην ακτή του Μάρτη.


Κι έγινα μόνο μια αντανάκλαση!… Η δικιά σου… Σ' όποιο τοπίο κάτσει η καρδιά μου, πάνω στο δικό σου νερό σχηματίζει σκιές. Όπου κι αν με ρίξεις, παίρνω το σχήμα σου. Αποκτώ τις δικές σου γραμμές και τα δικά σου χρώματα. Δεν ξέρω άλλη εικόνα της ζωής, πέρα από εκείνη που' χεις περάσει μέσα μου.

Το αίνιγμα το δικό σου
ακόμα δεν το' χω λύσει.
Μήτε κατάλαβα ποτέ
από ποια μεριά κοιτάς τη ζωή.
Τι πρωτοθωρείς μέσα σου,
τ' αγκάθια ή το ρόδο;
Τι σου μένει μετά τη βροχή,
η λασπουριά ή το αντιφέγγισμα;
Κι ούτε έμαθα τι φοβάσαι.
Το ποδοβολητό ή το ίδιο το άλογο
στου έρωτα τον καλπασμό.



Πόση ψυχή θα σπαταλήσεις
τα μεσονύχτια στην αναζήτηση
των ονείρων που' σφαξες...
Πόσες φορές θα χαθείς, ξεβρασμένος
στο στρόβιλο των ενοχών και της θλίψης,
τροχίζοντας μνήμες και ευθύνες...
Κι αν άλλοι σου έφτιαξαν το κάδρο
να μπάσεις μέσα την ύπαρξή σου...
Κι αν άλλοι έριξαν στα φαράγγια
τη μαγεία της νιότης σου,
βάζοντας την σε τροχιά αλλότρια,
Κι εσύ μετέτρεψες του έρωτα τον ορίζοντα
σε δρόμο λογικό κι ανέφελο.
Χρόνια που βούλιαξαν στο κάτι
του φόβου και της αδράνειας.
Τα φορτώθηκες όλα όσα πήραν
οι ουρανοί και τα φεγγάρια.
Ασφυκτιάς απρεπώς στο τώρα
να βγεις από τις χαραμαδιές του τότε.
Πονάς ανασέρνοντας ναυάγια από ηλύσια.
Σαν να μην έκανες καλά κουμάντα,
Σαν κάποιος να σε ξεγέλασε.
Αλλιώς έπρεπε. Να ξεπερνούσες τους κανόνες.
Και πλακώνεσαι πάλι με τον εαυτό σου.
Μέσα στη φασαριόζικη σιωπή σου.



Κι αν ελευθερία
δεν είναι παρά το πιο κάτω,
πάλι έχει τη γλύκα της λέω...
Και μόνο που βγάζεις την ψυχή σου
έξω από τις γραμμές ενός κλουβιού,
κι ας είναι δυο φτερουγίσματα να κάνεις...
Πόση ομορφιά σέρνει τούτη η ελευθερία!..
Να δεις αλλιώς τον κόσμο
και να σε δουν σε φόντο άπλετο.
Να μάθεις πώς είναι το βλέμμα της ζωής
όταν το ρίχνει πάνω στην ελευθερία.



Φεύγει χωρίς παράπονο.
Δυνατός και φλογερός.
Γεμάτος αξιοπρέπεια.
Ό,τι κι αν του' τυχε να δει σήμερα στη γη.




Βάλε την Άνοιξη να καθήσει δίπλα σου,
και ξεκίνα για το ταξίδι της ζωής.

Εγώ έβαλα την ψυχή μου.
Όλη.
Για το ταξίδι μας.
Νόμιζα πως εσύ
θα έβαζες τουλάχιστον
τα ναύλα.
Έτσι νόμιζα.