Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017




Zωή

Το πέρασμα της ζωής πόσο του πέφτει ωραία.
Ο χρόνος δεν αστειεύεται, σεργιανίζει αδέσποτος
Χάραμα, δείλι, βράδιασμα, από τον ήλιο στη σελήνη
Το κρεσέντο του εφήμερου με τραβά.
Διεισδύει στη ζωή σβέλτα για να αξιωθεί το θάνατο.
Καυχιέται που είναι θνητός, καθόλου θιγμένος.
Εφευρίσκει τη φθινοπωρινή στύση του
Συντρίβεται πυροτέχνημα ακατέργαστο
Η ευτυχία το βάζει στα πόδια με το που εισόρμησε.
Έχω την καρδιά ανέμου φελλάχου
Η ζωή κρύβει στη μέση εκείνο το ωμέγα του τέλους
Όπως και το φως, που εξουσιάζει σαν σουγιάς
Επαίρει το χρυσάφι του, εύθραυστη λεία
Προασπίζει το τέλος του, αυτόχειρας
Δεν αρέσκεται στην ανθοφορία την αμέριμνη
Πιάνομαι να στριφογυρίζω στο τετέλεσται
Η ευτυχία δεν είναι φλυαρία που κορνάρει
Θέλω να συντρίψω την αιωνιότητα
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε
Είμαι κράχτης της δικής μου φιλαυτίας
Μοιάζει έκθετο, ευπρόσβλητο σαν έρωτας
Σπινθοβόλο πετάγεται το σφρίγος
Για να παραδώσει το πνεύμα πάραυτα
Αυτοπροσαρμογή σύσσωμη

Να προλάβει πασκίζει τη βροχή
Δεν φιλοδοξώ να γίνω ενθύμιο
Σέρνεται στον άρτιο αφανισμό εντέχνως
Το μετρικό του  διόλου δεν το μέμφεται
Επίπλαστο συναπάντημα με την ελευθερία
Κουβαλώ την τύχη μου κι αλητεύω
Η υπερέντασή του καλμάρει
Χάνει ολοένα το άθροισμα της υπόστασής του
Κλείνει τα κίτρινα βλέφαρα, γέρνει τον τεντωμένο λαιμό
Αιωρείται στην παρέκκλιση
Υμνητής της ρέμβης, φορέας ομορφιάς άκρατης
Η Δε Τέχνη Ελάλησεν
Με σιγανό τρίξιμο σαν κραυγή
Όπως πετάχτηκε η πεμπτουσία
Με κατοίκησε ο τυχοδιωκτισμός
Πεθαίνει με πρόσχημα ένα τραγούδι

Μυρολόι των μελισσών χωρίς διεκδίκηση
Εξανεμίζομαι σαν πάθος που απομένει
Το είδαν αφυδατωμένο, αποστεωμένο
Αυτό που το’ παν κατόρθωμα της φύσης
Μένω με άδεια χέρια, χωρίς το ωμέγα δεν είναι ζωή.

Κ.Μ