Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Η δύναμις και η δόξα

                                                       

      
        Το πιο κορυφαίο, δυνατό μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην, για τη συγγραφή του οποίου ο ίδιος πέρασε ένα διάστημα δυο μηνών στο Μεξικό κάνοντας την έρευνά του και που όπως δήλωσε είναι το μόνο βιβλίο που έγραψε για να υπερασπιστεί μια θέση. Από το πρώτο κεφάλαιο, ο έντεχνος διάλογος στο οδοντιατρείο, σε προδιαθέτει για τη μαστοριά του συγγραφέα να καταπιάνεται με την τεράστια επιρροή της θρησκείας στις ανθρώπινες ζωές, ώστε να τις βαραίνει ένα φορτίο - κριτής που συγκρούεται με την αδυναμία του ψυχικού τους κόσμου. Ως άλλος Παπαδιαμάντης, ο Γκρην ανέχεται και δικαιολογεί κιόλας τις αμαρτίες του κλήρου, αλλά και φαίνεται να στηλιτεύει τα τρωτά των παπάδων, που παραπαίουν ανάμεσα σε κόλαση και παράδεισο και βολοδέρνονται διαμέσου της σκληρής διαδικασίας μέχρι την κάθαρση.

      Εδώ η θρησκεία συγκρούεται με την πολιτική καθώς οι διώξεις της Καθολικής Εκκλησίας από το φασιστικό καθεστώς είναι ανεξέλεγκτες και οι ιερείς αναγκάζονται να αποβάλουν το σχήμα. Ωστόσο, ένας ιερέας, μέθυσος (“whisky priest”), έχοντας διαπράξει αρκετές αμαρτίες, δίνει το δικό του αγώνα με την πίστη και την εκκλησία, ώστε σε όλο το έργο να ενυπάρχει συνεχώς η δραματική μάχη ανάμεσα στο δίπολο αρετής και φαυλότητας και να καθίσταται ολοένα πιο ομιχλώδης η γραμμή μεταξύ ενάρετου και υποκριτή. 

      Σχετικά με την τύχη του μεμφόμενου ιερέα στην αιωνιότητα, διαγράφονται ευθαρσώς και αυταποδείκτως η αγιότητά του από τη μια και η αμαρτωλότητά του από την άλλη. Είναι καταζητούμενος όχι για κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά θεωρείται παράνομος μόνο και μόνο γιατί είναι ιερέας, και οι αστυνόμοι που τον κυνηγούν δεν διστάζουν να σφάξουν ομήρους. Κανείς δεν θέλει να τον προδώσει και έτσι παραμένει στον τόπο του, συνεχίζοντας να τελεί λειτουργίες, να βαφτίζει παιδιά, να εξομολογεί, ενώ ταυτόχρονα μέσα του συγκρούεται με τις δικές του ενοχικές διαδρομές. Είναι δειλός, παραδομένος στο ποτό, έχει εξώγαμο παιδί, μια κόρη που την παράτησε, έτσι μέσα στην αγωνιώδη περιπλάνησή του ο “παπαμέθυσος” εμμένει να υποβάλλει διαρκώς την ψυχή του σε σκληρότητες και να αναζητά εξιλέωση. Όμως αρνείται να παραδοθεί και εξακολουθεί εν μέσω γκρεμισμένων εκκλησιών, άγριων διωγμών και αναξιοπρεπών καταστάσεων, να βασανίζεται στροβιλιζόμενος γύρω από το δικό του εφιάλτη, εφευρίσκοντας ένα λόγο για να μην αποδράσει ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει την ελεεινότητά του.

“Αν έφευγε θα ήταν σαν να έπαυε να υπάρχει και ο Θεός σε όλον εκείνον το χώρο, ανάμεσα στα βουνά και τη θάλασσα… Ένιωθε τις προσευχές του να τον βαραίνουν σαν κακοχωνεμένο φαγητό”. 

   Ένας μιγάδας που τον αναγνωρίζει, θα τον καταδώσει ως άλλος Ιούδας. Του ζητά να τον ακολουθήσει κοντά σ’ έναν ετοιμοθάνατο που θέλει να εξομολογηθεί. Ο ιερέας ενώ ξέρει ότι είναι παγίδα, υπερνικά τους δισταγμούς του και πηγαίνει. Οι εσωτερικές του αντιφάσεις κορυφώνονται, διαστέλλονται, φλέγουν επώδυνα το ήδη διεφθαρμένο μέσα του, φτάνοντας ως την κατάπτωση, αλλά δεν αφήνει το φόβο να παραβιάσει την καρδιά του. Έχοντας πλήρη επίγνωση της αβεβαιότητάς του, ο αντιήρωας θα επιλέξει τον Γολγοθά της αυτοκαταστροφής, ως αιρετικός που δεν έχει καθορίσει την έννοια του καλού και του κακού, της ανανδρίας και της αξιοπρέπειας. Ο Γκρην παρουσιάζει την ανθρώπινη φύση όπως είναι, ώστε μπροστά στην κρίση του Θεού να είναι μια ψυχή καταρρακωμένη από ενοχές και τύψεις. Η εμβάθυνση στη θρησκευτικότητα του ανώνυμου παπά γίνεται με τέχνη ανεπανάληπτη από τον συγγραφέα που επιτρέπει φανερά μέσα στις συγκλονιστικές του σελίδες να διεισδύει η ίδια του η προσωπικότητα.

“Είναι πολύ εύκολο να πεθάνεις για κάτι καλό, αλλά θέλει να είσαι Θεός για να πεθάνεις για τους διεφθαρμένους”.

Στην εξαναγκαστική ηθική του υπαστυνόμου που επιβάλλεται δια της βίας, ο αντίποδας του παπαμέθυσου είναι η απαξίωση της ζωής μπροστά στην αιώνια μακαριότητα ενός παράδεισου, για την ύπαρξη και τη δικαιοσύνη του οποίου δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα.

“Ό,τι κι αν είναι ένας άνθρωπος θα συγχωρεθεί. Η ηθική δεν φαίνεται να παίζει κάποιο κατευθυντήριο ρόλο στη ζωή, αφού όπως κι αν ζήσουμε, το συγχωροχάρτι το έχουμε στην τσέπη μας”. 

        Αν και το μυθιστόρημα αναφέρεται στο Μεξικό του 1930, διαφαίνεται η διαχρονικότητά του, αφού η θρησκεία μπορεί ακόμα να φανατίζει τόσο ώστε να ξεσπά ένας πόλεμος. Οι αντικληρικαλικοί νόμοι στο μεξικανικό εκείνο σύνταγμα απαγορεύουν τα άμφια και τις θρησκευτικές τελετές, εκκλησίες και μοναστήρια κλείνουν, οι ιερείς απελαύνονται και όσοι μένουν, περνούν στην παρανομία. Ο εμφύλιος που ξεσπά επιφέρει τρομερές βιαιότητες, βιασμούς, εκτελέσεις αμέτοχων ανθρώπων και από το έρημο και ρημαγμένο Μεξικό αναδύονται αρρώστιες και δυστυχίες που αλλοιώνουν την δύναμη της ψυχής. 

“Γιατί, στο κάτω - κάτω, να περιμένουμε από τον Θεό να τιμωρεί τους αθώους με περισσότερη ζωή;”

Την ατέλειωτη φοβερή νύχτα πριν την εκτέλεσή του, ο ιερέας εξομολογείται στον εαυτό του:

“Δεν έχω κάνει τίποτε για κανέναν. Θα μπορούσα να μην είχα ζήσει ποτέ μου”.

Μετά τη θανάτωσή του, ενώ ο υπαστυνόμος δηλώνει ότι “ έχει καθαριστεί η επαρχία από παπάδες”, ένας νέος εμφανίζεται στην πόλη. Είναι ένας ιερέας! Οι άνθρωποι φαίνονται ανίκανοι να ζήσουν χωρίς πίστη. “Τουλάχιστον είχαν έναν Θεό”. 

      Ο τίτλος παρμένος από την εκκλησιαστική ευχή “ότι Σου εστίν η βασιλεία, η δύναμις και η δόξα του Πατρός…”, που παραπέμπει σε μυθιστόρημα για τη θρησκεία, αναφέρεται κυρίως στον προβληματικό (και προβληματισμένο) κληρικό του οποίου η πίστη έχει κλονιστεί. Ο Άγγλος συγγραφέας επέλεξε αυτό τον τίτλο, για να επεξεργαστεί τον τρόμο του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, ώστε να ανακαλύψει τη δύναμη και τη δόξα που θα τον φέρουν στο μεγαλείο της εξιλέωσης. Ο ίδιος ο Γκρην δήλωνε “άθεος καθολικός”, ώστε κάποιες προσεγγίσεις και αμφιβολίες τον οδήγησαν σε διαμάχες που του στοίχισαν ένα Νόμπελ και μια καταδίκη από το Βατικανό. Ωστόσο ο Γκρην είχε συναντηθεί με τον Πάπα Παύλο VI, ο οποίος του συνέστησε με βεβαιότητα ότι δεν θα έπρεπε να δώσει καθόλου σημασία στο γεγονός ότι κάποιοι καθολικοί θα ενοχλούνταν προφανώς από το βιβλίο του.

Κατερίνα Μαυρομμάτη