Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

                                                Βιογραφικό μιας συνταγής


(Την ιδέα την "άρπαξα" από βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη, δεκαετία '90)

Μαγειρεύοντας με τις ειδήσεις.


Κόβουμε το κατσικάκι σε κομμάτια.

“Με απείλησαν με μαχαίρι. Αν δεν μπω στη φουσκωτή βάρκα θα μου' κοβαν το λαιμό”.

Σε καυτό ελαιόλαδο τσιγαρίζουμε τα ξερά κρεμμύδια.

“Στο σπίτι μας αδέσποτες σφαίρες με είχαν βρει στο πόδι. Μου ξέσκισαν τη σάρκα καυτοί πόνοι. Η αδερφή μου κρατούσε το βρέφος της αγκαλιά. Ασπίδα σαρκική, το μωρό σκοτώθηκε, εκείνη σώθηκε. Αλλά τρελάθηκε”.

Προσθέτουμε τα φρέσκα κρεμμυδάκια και το κρέας. Τσιγαρίζουμε ώσπου ν’ αλλάξει το χρώμα του.

“Η βάρκα μας εμβολίστηκε σκόπιμα από τους διακινητές. Σώθηκα, μα είδα το χρώμα του πανικού ψάχνοντας για τους δικούς μου”.

Αλατίζουμε και ρίχνουμε νερό.

“Στο αλμυρό νερό επέπλεαν τα νεκρά κορμιά της γυναίκας μου και των παιδιών μου”.

Το αφήνουμε να βράσει, να μαλακώσει το κρέας και να τρυπιέται με το πιρούνι.

“Δεν χαίρομαι που σώθηκα.  Με τρύπησε η συμφορά με αιχμηρά βέλη”.

Βγάζουμε τ’ αγκάθια από τους ασκολύμπρους και τους πλένουμε πολύ καλά.

“Η ψυχή μου είναι γεμάτη αγκάθια. Ποιο μαχαίρι όσο ευρωπαϊκό κι αν είναι, θα καταφέρει να τα αφαιρέσει ποτέ;”

Ρίχνουμε στο κρέας τα χόρτα μας. Οι ασκόλυμπροι χρειάζονται λίγο παραπάνω βράσιμο από το σταμναγκάθι. Και η νοστιμιά τους είναι σαφώς καλύτερη.

“Στο χωριό μου σκότωσαν πολύ κόσμο. Η μια μουσουλμανική χώρα είναι χειρότερη από την άλλη. Συναγωνίζονται στις σφαγές”.

Αυγοκόβουμε. Προσέχουμε ο χυμός των λεμονιών να πέφτει σιγά σιγά στα χτυπημένα αυγά.

“Σιγά σιγά ανασαίνω λίγη ελευθερία εδώ στην Ελλάδα. Αλλά προσέχω μην τυχόν και η ασφάλεια που νιώθω χαλάσει”.

Ρίχνουμε το αυγολέμονο στο φαγητό. Δεν σβήνουμε αμέσως τη φωτιά. Κουνάμε την κατσαρόλα πάνω από την αναμμένη φλόγα, ώστε να “ψηθεί” η μυρωδιά των αυγών.

“Η μυρωδιά του πολέμου θα σβήσει ποτέ και η σκοτεινιά του άδικου θα διαλυθεί κάποτε;”   


Κατερίνα Μαυρομμάτη  1 / 03 / 2016