Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ


       “Χωρίς εσένα θα πεθάνω. Θα συρθώ ταχιά στην αυτοχειρία.  Δεν έχω κανέναν άλλον, μόνο εσύ μ’ απέμεινες.  Όλες οι ανασφάλειες κι οι  απελπισίες του σύμπαντος κατέφυγαν εξόχως μέσα στην καρδιά μου. Τριγυρίζω στην άνυδρη εσχατιά μου και σε κρατώ σφικτά, τρέμω μην τυχόν κι εσύ πετάξεις μακριά από την συλημένη μου  ζωή. Τα πεζοδρόμια της πόλης βαρέθηκαν τα βήματά μου. Αναμετρήθηκα με τον πλέον οδυνηρό τρόπο με την αποψίλωση και την ερημιά ενός κόσμου. Περιφέρομαι σε τόπο του Κρανίου σαν τσαρλατάνος του ανηλεούς που με σφυρηλατεί.  Σε φασκιώνω και σε τυλίγω με τα πέπλα της μοναξιάς μου. Αχ ας με λυπηθείς, ποτέ να μην μ’ εγκαταλείψεις.
                    Χαζεύω τις βιτρίνες των καταστημάτων και ξεφωνώ θρήνους για τη γενιά μου. Ωραία φουστάνια, ωραίες γόβες, ωραία κουβερλί! Σειέται και βουίζει μέσα μου η οργή. Περνώντας από την Μητροπόλεως στέκομαι σαν κοιμισμένη μπροστά του και με πιάνει σύγκρυο. Εδώ υπήρξε ως πριν λίγους μήνες η ζωή μου. Θυμάμαι  την τελευταία μέρα και με πλακώνει όλης της γης το μαράζι. Με είχε καλέσει ο διευθυντής για εκείνες τις λέξεις, σκοτεινές και δαιμονισμένες. “Λυπάμαι, δεν γίνεται”. Απόλυση το λένε. Εδώ, σε τούτο το κτίριο μαράθηκε το όνειρο. Όσο ακόμα ανέπνεε, ζούσα.
         Σε σφίγγω πάνω στο κορμί μου και σε ικετεύω ποτέ μην συνωμοτήσεις για το χωρισμό μας. Μαζί ταξιδεύαμε τόσα χρόνια, μαζί θα πορευτούμε και τώρα στους μαγικούς μας ορίζοντες. Εκπέμπεις φως, (στην κυριολεξία), κάνεις τη διαφορά στα μίζερα, αν δεν είχα κι εσένα θα με τύλιγε η ομίχλη της τρέλας.
        Κοντεύει δώδεκα η ώρα. Ας βιαστώ για να προλάβω. Ελπίζω να έχει κάτι υποφερτό σήμερα. Το πρωί είδα τη Βούλα, με χαιρέτησε, αγκαλιές, φιλιά, τι κάνεις, χαθήκαμε, καλά είσαι; Δεν δέχτηκα την πρόσκληση της για καφέ με το πρόσχημα επείγουσας δουλειάς. Πού να’ ξερε πού πήγαινα!
          Μόνο εσύ ξέρεις το μυστικό μου. Τα δάκτυλά μου σε αγγίζουν για να πάρω παράταση στην ευτέλεια. Μόλις ξεψύχησε ο μήνας, ξεψύχησε και η ζωή μου σαν νοικάρισσα. Ίδιες λέξεις μ’ εκείνες του αφεντικού, ίδιες κι ο σπιτονοικοκύρης.  Έξωση το λένε.  Αλυσοδέθηκε η ψυχή μου.
        Να κάνω ένα μπάνιο! Ποτέ δεν είχα υπολογίσει τι αξία έχει αυτή η γιορτή του νερού και της σαπουνάδας!
          Σε κρατώ υπό μάλης και το στομάχι μου υποφέρει από φόβο μην τυχόν και σε χάσω. Οι ώρες φέρνουν το φως του ξημερώματος και το παίρνουν μαζί τους στο σεργιάνι της συνέπειας. Έχουν ισχύ οι ώρες. Και βεβαιότητα.  Δεν ξεστρατίζουν. Για μένα πώς στράβωσαν έτσι τα πράγματα;
          Η νύχτα φτιάχνει τα χρώματά της κι ετοιμάζεται για το ταμπλό της. Ας πάω τώρα στη στάνη μου, μην μοιάζω με χαμένο πρόβατο”.


       Κατεβάζουν ρολά οι υπάλληλοι του πολυκαταστήματος.  Η κοπέλα μάζεψε το καλώδιο του φορτιστή, έκλεισε το λάπτοπ και βγήκε έξω. Το κρατούσε σαν μωρό, το έκρυβε κάτω από το μπουφάν της να μη φαίνεται. Μόλις άραξε στη χαρτονένια της κλίνη, στην ντροπιαστική εσοχή της, το έφερε δίπλα από το κεφάλι κολλητή της παρέα, το τύλιξε με το κασκόλ και σκεπάστηκε με την κουβέρτα της.
       
 “ Είμαι ένας μπόγος του δρόμου, ένα κορμί νεοάστεγου της πόλης. Κλέβω κωδικούς για να έχω ίντερνετ, να έχω έναν κόσμο. Είμαι μόνο μια κωδικοκλέφτρα. Αυτοί που μου έκλεψαν τη ζωή μου, πώς λέγονται;..  Μου ελαφρύνει τη μελαγχολία η οθόνη του επιβιώσαντος λάπτοπ μου. Με αποτρέπει κάπως να σαλτάρω”.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 22/ 02/ 2016