Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

                                                   HΤΑΝ  ΜΙΑ  ΠΕΜΠΤΗ


                                                       Και πάλι απ' την αρχή


Ο κύριος Κωστάκης ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Με τους διωγμούς των Ελλήνων το 55, αφού τους είχαν κάψει το σπίτι και το μαγαζί, οι γονείς του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πάντα μέσα στη θύελλα και να φύγουν. Φούρνο είχαν, όπου παρασκεύαζαν τα καλύτερα αρτοποιήματα, αρωματικά βουτήματα και κουλουράκια.
     Στην Κύπρο όπου βρέθηκαν, περιμένοντας άδικα να ανακτήσουν τις χαμένες τους περιουσίες, ξανάστησαν το φούρνο και οι δουλειές πήραν μπρος. Ο κύριος Κωστάκης, γνώρισε τη Θάλεια από την Κερύνεια, και όταν παντρεύτηκαν,  αποφάσισαν να ασχοληθούν κι αυτοί με το ίδιο επάγγελμα των γονιών του Κωστάκη, μια και ο ίδιος γνώριζε καλά τη δουλειά.
      Ο φούρνος πήγαινε θαυμάσια, ως το 74, όταν με την εισβολή των Τούρκων στο νησί, όλα διαλύθηκαν. Ο κύριος Κωστάκης, για δεύτερη φορά πρόσφυγας, γεμάτος απογοήτευση, πήρε τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά και έφυγαν στο εξωτερικό. Αφήνοντας πίσω όλα όσα αποκτήθηκαν με κόπο πολύ και ξενύχτι πασπαλισμένο με αλεύρι.
    Νότιος Αφρική. Φούρνος ξανά. Αλεύρι και πάλι, σαν συνήθεια κολλημένη στην ψυχή. Οι δουλειές πήγαιναν περίφημα, αλλά ο πόθος της επιστροφής, τους έκοβε τη χαρά.
     Ο νόστος σε τρώει κι εσύ κάθεσαι και όλο και ματώνεις, θέλεις να γυρίσεις πίσω, και περιμένεις τα χρόνια, ώσπου έρχεται ένα μπαμ και λες εκείνο το “φτάνει”.
     Μια Πέμπτη ήταν, όταν ένας ντόπιος, πυροβόλησε το γιο του κύριου Κωστάκη, τον Νίκο. Ήταν μόνος του στο φούρνο, τρεις το πρωί και ζύμωνε. Έπεσε πίσω από τον πάγκο, τόσο ζαλισμένος, ώστε πίστεψε ότι η σφαίρα τον είχε βρει στο κεφάλι. Ο άλλος έφυγε αρπάζοντας το ταμείο, χωρίς να αντιληφθεί ότι είχε αστοχήσει. Ο Νίκος δεν έπαθε το παραμικρό, αλλά όλη η οικογένεια πήρε τη μεγάλη απόφαση για το γυρισμό. Το νησί είναι πια ασφαλές, η ζωή εδώ κυλά ήρεμα. Έφεραν όλα τους τα χρήματα και ξεκίνησαν από την αρχή. Φούρνος ξανά. Εδώ στη γειτονιά μου. Μέσα στο αλεύρι όλες οι ζωές, των παιδιών και των εγγονών του κύριου Κωστάκη.
      Κι ύστερα ήρθε το κούρεμα των καταθέσεων. Η τράπεζα πήρε το 90% των χρημάτων τους. Άλλη απελπισία, καινούριο ντέρτι, ίδιο δάκρυ και φτου κι απ΄ την αρχή, αλεύρι και κουράγιο, ξενύχτι και ελπίδα.
       Χθες που πήγα για ψωμί, κουβεντιάζοντας με τη γιαγιά Θάλεια, μου δήλωσε ευθαρσώς, τραβώντας σθένος από κάπου που μόνο εκείνη γνωρίζει την κρυφή πηγή:
     “Μόνο το κέφι μη μας κουρέψουν. Έτσι κι αλλιώς η καθημερινότητά μας δεν άλλαξε. Μέσα στο αλεύρι όλοι μας. Αυτό μας κρατά ακόμα. Όσο υπάρχει αλεύρι, θα υπάρχουμε κι εμείς, δεν αλλάζει τίποτε, φτάνει να σηκωνόμαστε για να φτιάξουμε ψωμί. Η ζωή δεν σου υπόσχεται αυτό που θέλεις, μα αν παραμένεις όρθιος, θα βρεις μόνος σου ποια υπόσχεση θα δώσεις στον εαυτό σου. Και τότε, χωρίς να περιμένεις τα χαμένα, παίρνεις κάτι ανεκτίμητο: Την όρεξη για δουλειά. Και την πεποίθηση ότι αύριο είναι άλλη μέρα. Κι έτσι είσαι πάντα καινούριος. Σαν το αλεύρι που ρίχνεις στο ζυμωτήρι. Κάθε μέρα είναι το ίδιο, αλλά τα ψωμιά είναι άλλα,  ολόφρεσκα. Το κουράγιο το βρίσκεις μέσα σ’ ένα απλό πράγμα, τόσο ασήμαντο όσο το αλεύρι, και τόσο σημαντικό όσο η ψυχή τ’ ανθρώπου”.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 9/7/2015