Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

                                                            ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

                                                                       ΤΟ ΨΕΜΑ


          Η μάνα της την άρπαξε από το μαλλί και με την ισχύ του επιθετικού διώχτη που ξεχωνιάζει μια απάτη, της κτυπούσε το κεφάλι στον τοίχο. “Λέγε βλαμμένο, κακό χρόνο να’ χεις, πού ήσουν;”
    Η Νίνα ένιωσε ένα θάμνο με αγκάθια να κάθεται μέσα στο μυαλό της. “Αφού σου το είπα,  ήμουν με τη Λένα!”   Εκείνη αναψοκοκκίνισε από μια θύελλα που την τύλιξε και άρχισε τα χαστούκια στο πρόσωπο της κόρης της, σαν να ήθελε να ολοκληρώσει το μάδημα της ψυχής της. Πώς η ανάγκη του γονιού για δική του ασφάλεια, οδηγεί σε αδυσώπητο εφιάλτη κατά του παιδιού του! Το κορίτσι σε άθλιο ολολυγμό, βρήκε μια στάλα παρηγοριάς από τον πατέρα της, όταν μπήκε για να επέμβει, μέσα σε ένα νέφος πυκνής συμπόνιας, αλλά η γυναίκα του ήταν σε κατάσταση αλλοφροσύνης.
    “Καλά, εσύ δεν την ακούς που λέει τόσες ψευτιές, και αντί να τη συγυρίσεις όπως της αξίζει, κάθεσαι με δεμένα τα χέρια;.. Ούτε να την δείρεις δεν ξέρεις καημένε! Μωρέ, τι να περιμένει κανείς από έναν άντρα που δεν καπνίζει; Γεμάτος ρωγμές είναι ο αντρισμός σου κι εσένα..”
   Εκείνος, συντετριμμένος, πάσκιζε να συμβιβάσει το ψέμα με την αλήθεια… Η φωνή του έμοιαζε με αροκάνιστη σανίδα γεμάτη αγκίδες. “Παιδί μου, πού ήσουνα; Η φίλη σου η Λένα, ξέρεις…” Η μάνα δεν περίμενε τα αχρείαστα λόγια. “Σκοτώθηκε. Πάπαλα η Λένα. Κατάλαβες τώρα;..” Ο πατέρας πιάνοντας τα σινιάλα απελπισίας της Νίνας πρόσθεσε με μαλακό τόνο: “Διασταύρωνε τη λεωφόρο και την χτύπησε αυτοκίνητο. Εσωτερική αιμορραγία..”
    Οι στιγμές καμιά φορά γίνονται ασύχαστες.
   “Αδύνατο! Χθες ήμασταν μαζί…” Τότε η άλλη, μέσα στην πέτρινη απάθειά της, πριν προλάβει να μιλήσει η Νίνα, όρμησε λυσσασμένη όπως το γεράκι πάνω στο πιτσούνι. “Χθες!... Σήμερα πού ήσουν; Με ποιον γυρνούσες;..” Το κορίτσι δεν απάντησε. Δεν άκουγε πια. Όταν ο νους εξοργίζεται, όλα σκοτεινιάζουν... Η κολλητή της, που μεγάλωσαν μαζί, που οι μέρες τους έσμιγαν σαν κέντημα ανεβατό, η μια κλωστή πλάι στην άλλη, τώρα μαθαίνει ότι η Λένα δε ζει πια…
   “Κόρη μου, δεν είναι πρέπον να ψεύδεσαι…” Ο μπαμπάς της έμοιαζε με ερείπιο από τα ίδια συντρίμια που έπεσαν πάνω στην κόρη του.
    Η Νίνα έτοιμη να πέσει στο πάτωμα, ψέλλισε: “Πρέπει να πάω στο σπίτι της”.
   “Πουθενά δεν έχεις να πας!..”   Η Νίνα χαμένη μέσα στην οδύνη που ένιωσε να την καταρρακώνει, έκανε να βγει από το σπίτι, αλλά η άκαμπτη μητέρα της, την τράβηξε μ’ ένα χτύπημα σαν δρεπανιά. “Αν βγεις από την πόρτα, να μην  ξαναγυρίσεις ποτέ!.. Την ίδια τύχη με την παστρικιά τη φιλενάδα σου θα έχεις..” Το κορίτσι τρομαγμένο από τη μανιακή επιβλητικότητα, γύρισε προς τον πατέρα της, σαν να γύρευε να βγει από την γονική απόρριψη.  Για τη μάνα της, η Νίνα ήταν η κόρη του ανίκανου άντρα της, στον οποίον έμοιασε σε όλα του.
 “Θα πάμε μαζί  παιδί μου. Να αλλάξω δυο λεπτά…” Η γυναίκα του τον ακολούθησε στην ντουλάπα καθώς ξεκρέμαζε τα ρούχα.  “Θα περάσει η μπόρα και θα μας πει πού ήταν. Μην την βασανίζουμε τώρα…” είπε με την αδύναμη φωνή του…. Του άρπαξε το πουκάμισο από τα χέρια. “Το καλό σου θα βάλεις;  Η Λένα δεν πρόκειται σε δει…”
   “Σταμάτα πια. Δε σέβεσαι κανέναν..” Την ίδια στιγμή έπιασε το μέρος της καρδιάς του και έπεσε κάτω. “Βοήθεια, πονάω…” Η Νίνα έτρεξε αλαφιασμένη. “Μπαμπά μου, τι έπαθες;” Η άλλη δεν έχασε ευκαιρία. “Εσύ θα μας στείλεις στον άλλο κόσμο μια ώρα αρχύτερα…” Εκείνη την Πέμπτη, στα δεκαεπτά της, μπήκε μια στάμπα, ανεξίτηλη στάμπα στη ζωή της Νίνας.
    Σήμερα είναι γύρω στα εξήντα. Δεν τα κατάφερε να απεμπλακεί από τις τραγικές ώρες του παρελθόντος, όταν έχασε τον αγαπημένο της πατέρα, λίγες ώρες μετά το θάνατο της αδερφικής της φίλης και η μάνα να γίνεται άγριο κύμα να τη ρουφήξει… Εκείνο το απομεσήμερο ήταν με το αγόρι της… Είχαν ανταλλάξει το πρώτο τους φιλί… Και ήταν πολύ γλυκό!..  Αλλά η ζωή για κάποιους είναι γλυκιά μόνο για λίγες στιγμές. Μετά πικραίνει...  Η Νίνα έμπηξε την ύπαρξή της μέσα στη μοναξιά των τύψεων. Και δεν ξαναείπε ποτέ πια ψέματα.
Κατερίνα Μαυρομμάτη.  5. 2. 2015