Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

                                                      ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

                                             ΟΙ ΔΙΔΥΜΕΣ


          Η κυρία Γεωργία πήγε ν’ ανοίξει το πορτάκι για να τους αλλάξει το νερό, όταν αντελήφθηκε κάτι πολύ περίεργο. Μόνο ο ένας παπαγάλος ήταν μέσα στο κλουβί. Πώς πέταξε ο άλλος; Πλησιάζοντας όμως, είδε ότι ήταν πεσμένος κάτω, ενώ ο δεύτερος καθόταν πάνω του, σκουντώντας τον με το κίτρινο λοφίο του και βγάζοντας ένα κελαήδημα σαν κλάμα. Είχε ψοφήσει ο ένας, συμβαίνουν αυτά, σκεφτόταν, θα πήγαινε να πάρει έναν άλλο, τον ίδιο ακριβώς, μην έρθουν τα κορίτσια και στεναχωρεθούν. Πώς κλαίει όμως το καημένο! Σαν κι εμάς είναι και τα πουλιά. Άμα χάσεις το ταίρι σου, είναι σαν να σου κόβουν το ένα πόδι. Δύσκολα περπατάς πια στη ζωή...


       Τα τσουλουφωτά πουλιά, με το άσπρο και γκρι φτέρωμα, και τη ροζέ στάμπα στο κεφάλι, σαν βαμένο μάγουλο, ήταν ακριβώς τα ίδια. Το κίτρινο τσουλούφι τους ελάχιστα διέφερε, και μόνο τα κορίτσια μπορούσαν να τους ξεχωρίσουν. Όπως και οι ίδιες που μια μικρή λεπτομέρεια στο πάχος των φρυδιών τους μπορούσε να μαρτυρήσει κάπως ότι ήσαν δυο διαφορετικοί άνθρωποι. 

     Στο δημοτικό είχε προτείνει η ψυχολόγος να τις άλλαζαν τάξη, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο. Οι δίδυμες δε θα χώριζαν ποτέ. Μόνο αν ακουμπούσαν οι ζωές τους, ανάσαιναν... Μια φορά, επιχειρώντας να πάρουν ξεχωριστά μονοπάτια προσωπικότητας, η μαμά τους έστειλε την Ξένια στο χωριό να περάσει μια βδομάδα με τη γιαγιά. Η Έλλη ξαφνικά ένα μεσημέρι άρχισε να κλαίει από πόνους στο γόνατο. Δεν ήξεραν τι συμβαίνει ώσπου τηλεφώνησε η γιαγιά λέγοντας ότι η Ξένια έπεσε και κτύπησε το γόνατο. 
  
      Και πιο παλιά, όταν είχαν πάει σε παιδικό πάρτυ γενεθλίων, η Έλλη έκανε μια κουταμάρα, εκεί που έπαιζαν, έβαλε το κεφάλι της στο κενό ανάμεσα στα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού και μετά δεν μπορούσε να το βγάλει. Εκείνη την ώρα η Ξένια που ήταν στο σαλόνι, ένιωσε να τη σφίγγει κάτι στο λαιμό, σαν να κινδύνευε να μείνει χωρίς αέρα μέσα της. Έτρεξε να βρει την αδερφή της. 

     Τα κορίτσια δεν έπεφταν έξω, μόνο αυτές μπορούσαν να ξέρουν τη δική τους πραγματικότητα.

       Η κυρία Γεωργία πήρε τον ψόφιο παπαγάλο και τον έθαψε στην αυλή. Πέμπτη σήμερα, αργία, αλλά είναι ανοιχτά τα μαγαζιά, θα βρει έναν ολόιδιο, ούτε που θα το καταλάβουν τα κορίτσια… Κτύπησε το τηλέφωνο. 

       “Μαμά η Ξένια πού είναι;.. Δεν την βρίσκω πουθενά…” Η αγωνία της Έλλης έβγαινε από το καλώδιο, καθαρή, έντονη, ατόφια. Μια θύελλα φούσκωνε τα σωθικά της... Ήσαν πια φοιτήτριες. Αλλά η μια στην Αθήνα και η άλλη στη Θεσσαλονίκη. Σαν να είχε έρθει ο καιρός να βγουν από το κοινό κλουβί, να πετάξουν σε αντίθετους ορίζοντες... Ωστόσο πάντα ήξεραν αν συνέβαινε κάτι περίεργο, ένιωθαν η μια την άλλη σαν να ήσαν στο ίδιο τετραγωνικό μέτρο. 

      “Θα πήγαιναν εκδρομή στη Χαλκιδική, μην ανησυχείς, θα μας πάρει όταν γυρίσει…”, είπε η κυρία Γεωργία με κάπως καθησυχαστικό τόνο, αλλά η καρδιά της ΄Ελλης καιγόταν σε αναμμένα κάρβουνα. 

         Το δυστύχημα έγινε κοντά στην Ουρανούπολη… 

        “ Πέντε φοιτητές έχασαν τη ζωή τους στην άσφαλτο…”

        Το ένιωσε τη στιγμή ακριβώς που συνέβηκε. Ένα γραντζούνισμα στο στήθος, ύστερα ένα βαθύ κάρφωμα, σαν να της ξέσκιζαν με σπαθί το θώρακά της και μετά μια ζάλη που την έκανε να λιποθυμήσει. Όταν συνήλθε άρχισε αμέσως τα τηλεφωνήματα… 

        Γύρισε στο πατρικό της. Ο παπαγάλος που είχε μείνει μόνος του στο κλουβί, φαινόταν λυπημένος. Ήταν ο δικός της. “Μαμά, της Ξένιας ήταν αυτός που ψόφησε…” Μόνο εκείνες μπορούσαν να τους αναγνωρίζουν έτσι πανομοιότυποι που ήσαν, με το κιτρινωπό στέμμα στο έξυπνο κατάμαυρο βλέμμα τους. 

       “Θα πάω να πάρω έναν άλλο, μην μείνει μόνος του ο δικός σου, μαραζώνουν λένε και τα πουλιά σαν κι εμάς…”, έκανε η κυρία Γεωργία ανάμεσα στις μαύρες σκέψεις που κύκλωσαν τη ζωή της.

 Κατερίνα Μαυρομμάτη. 12. 2. 2015