Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

                                                         ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ


                                                                  Ο   ΗΡΩΑΣ


      Στο νησί οι πάντες την ήξεραν τη Χαρά. Κι αυτή γνώριζε καλά τους γύρω της, κι όχι μόνο τους ανθρώπους, ακόμα και τα βράχια του Αιγαίου και τα μονοπάτια της ακτής τα είχε μάθει από μωρό… Τριγυρνούσε σ’ όλα τα μέρη, απολαμβάνοντας πότε τη βουβαμάρα του υγρού δάσους και πότε το χορό των ακατάβλητων κυμάτων. Έμενε έκθαμβη μπροστά στο μεγαλείο της θάλασσας και την ηρεμία της άμμου. Σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό και άνοιγε τα χέρια σαν να ήθελε να πετάξει. Απλή και μοναχική, μπορούσε να μένει μέσα στα σκοτάδια, χωρίς να φοβάται, διατηρώντας ένα μυστικό δεσμό με τη φύση. 

      Η Χαρά ζούσε παρέα με τον Ήρωα. Μαζί του πάντα κατέβαινε στην αγορά για ψώνια, στο περίπτερο για τσιγάρα, στο πάρκο για βόλτα. Η μύτη του ΄Ηρωα την είχε σώσει αρκετές φορές από βέβαιο θάνατο. Όχι όμως και από σχόλια κακόψυχων ανθρώπων.

     “Ε!.. Στραβή είσαι;” , της είχε φωνάξει κάποιος ξένος που περνούσε με το ποδήλατό του και αναγκάστηκε να κάνει μια μανούβρα για να την αποφύγει, όταν εκείνη έπεσε καταπάνω του. Η Χαρά βρέθηκε σε δύσκολη θέση, ζητώντας χιλιάδες συγνώμες. Kαι μια φορά που παραλίγο να την κτυπήσει ένα αμάξι, ο οδηγός την έβρισε άσχημα, λέγοντας ότι στην επαρχία οι άνθρωποι ακόμα να ξεστραβωθούν. Εκείνη δεν άντεξε και του είπε: “Κι εσείς που βλέπετε, δεν είδατε ότι είμαι τυφλή;” Ο Ήρωας έγλυφε τη Χαρά σαν να έδειχνε την ευχαρίστησή του που πέρασε ένας κίνδυνος κι εκείνη παίρνοντας το λουρί του, του έτριβε το τρίχωμα, συνεχίζοντας το περπάτημά τους.

     Στη γειτονιά, μερικοί αμφισβητούσαν κατά πόσο η Χαρά δεν έβλεπε καθόλου. “Πώς γίνεται να έχει μαύρη πίσσα μπρος της και να τα καταφέρνει όλα τόσο καλά;... Το σπίτι της πεντακάθαρο το΄χει και στολισμένο, με συνδυασμένα ακόμα και τα χρώματα. Ντύνεται, ψωνίζει, μαγειρεύει, προσανατολίζεται και σχεδόν πάντα κυκλοφορεί χωρίς το μπαστούνι της. Μήπως τελικά βλέπει και μας το παίζει θεότυφλη; Κι εκείνο το σκυλί, περισσότερο ζητάει, παρά δίνει. Τον ταΐζει, τον πλένει και τον φροντίζει, λες κι έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι. Μωρέ άμα κλείσεις τα μάτια σου, δοκίμασε να κάνεις οτιδήποτε χωρίς να σκοντάφτεις και να σέρνεσαι”.

     Η δυσπιστία τους όμως δεν έμενε χωρίς συνέχεια. Σκαρφίζονταν διάφορα κόλπα για να αποδείξουν αυτό που δεν έβλεπαν. Το μαύρο της Χαράς. Μα δεν ήξεραν ότι η κοπέλα είχε πάρει στα σοβαρά τη ζωή. Γεννήθηκε χωρίς το φως της, αλλά με έντονη αίσθηση στο δικαίωμα για ευχαρίστηση. Όταν έχασε τους γονείς της, ήταν ήδη εκπαιδευμένη να τα καταφέρνει μόνη της με τον Ήρωα. Ωστόσο, μερικοί δεν τη λογάριαζαν για κανονικό άνθρωπο. Μάγισσα την έλεγαν, καθώς σουλατσάριζε στα χωράφια και στ’ ακρογιάλια. Της έκαναν ερωτήσεις για να την παγιδέψουν και να παραδεχτεί ότι δεν είναι εντελώς τυφλή. 

      Αλλά εκείνη, μόνο με την αφή, και την απαραίτητη βοήθεια του Ήρωά της, πίστευε πως μάθαινε περισσότερα απ’ όσα θα της δίδασκε η όραση. 

     Κάθε μέρα φρόντιζε να ανακαλύπτει κάτι καινούριο για τη φύση, υπομένοντας με σεβασμό αυτά που δεν ήταν ικανή ν’ αλλάξει. Είχε βρει έναν τρόπο να βιώνει στο έπακρο όλα όσα αναζητούσε και πετύχαινε να γεμίζει την καρδιά της με ειρήνη και φως. Το φως που της στέρησαν τα μάτια, το συναντούσε μέσα της! Δυνατό, άπλετο και γενναιόδωρο φως… 

     Εκείνη τη μέρα, μια καταθλιπτική και σκοτεινή Πέμπτη του Νιόβρη, κάποια ανόητα παιδιά αποφάσισαν να της στερήσουν το σκύλο της, για να κάνουν χάζι, να δουν πώς θα αντιδράσει.

     Ο Ήρωας βρέθηκε το ίδιο απόγευμα ψόφιος δίπλα στο ποτάμι. Όταν η αστυνομία την ειδοποίησε, εκείνη επέμενε να τον “δει”. 

     Τον πήρε στην αγκαλιά της και έκλαιγε ασταμάτητα. 

    Την άλλη μέρα, η Χαρά πέθανε. Άλλοι είπαν πως αυτοκτόνησε, άλλοι πως ήταν σύμπτωση, και άλλοι πως κάτι μεταφυσικό είχε γίνει. Η αλήθεια είναι ότι χωρίς το σκύλο της, η Χαρά δεν είχε ουσιώδη ζωή. Κατ’ ακρίβεια δεν είχε καθόλου πια ζωή…


Κατερίνα Μαυρομμάτη. 29. 1. 2015