Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

 ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ
Ο Ανατολίτης

Κάτι από τη μόνιμη στήλη “Η Λίνα, η Μίνα και η Νίνα”, που δημοσίευα παλιά σε εφημερίδες. 
Το συγκεκριμένο το έγραψα το 1992.



     Είναι φορές που έρχεται έντονα στη σκέψη μου κάποιος φίλος, κι όταν αποφασίσω να του κάνω ένα τηλεφώνημα, ανακαλύπτω πως δεν ήταν τυχαίος ο βόμβος της μέλισσας που μου ερχόταν στ’ αυτιά ασταμάτητα, κι ό,τι κι αν έκανα, μου θύμιζε ότι κάτι θα έπρεπε να συμβαίνει. Πήρα τη Μίνα και πράγματι κάτι συνέβαινε. Η φωνή της όλο νάζι μου δήλωνε: “Ερωτεύτηκα!”
    “Για πόσο;”  Οι έρωτες της Μίνας κρατάνε το πολύ όσο ένα αλλεργικό συνάχι. “Για πάντα… Αυτή τη φορά βρήκα ό,τι  ζητούσα. Ένας άντρας φτιαγμένος με υλικά γνήσια αρσενικά. Ανατολίτης με τα όλα του, μελαχρινός, δυνατός, σίδερο! Και του αρέσω… Μου είπε ότι δεν τον νοιάζει καθόλου που έχω στραβά πόδια, μικροσκοπικό στήθος, μεγάλη μύτη και δυο τρίχες στο πιγούνι, γιατί και η Αφροδίτη, είπε, παρότι Θεά της ομορφιάς, υπήρξε αλλήθωρη”.
     “Τι λες ρε μάνα μου! Σου έκανε τόσα κομπλιμέντα μαζεμένα; Κι ύστερα λένε πως ο έρωτας είναι τυφλός. Αυτός όλα τα είδε σε σένα!”
     Επειδή η Μίνα είναι από τους ανθρώπους που δεν εμπιστεύομαι καθόλου, ας είναι φίλη μου, της πρότεινα να έρθουν το βράδυ στο σπίτι, να δούμε τι σόι πράμα πήγε κι ερωτεύτηκε πάλι. Κάλεσα και τη Λίνα, η οποία κατέφθασε πρώτη, καθώς τρωγόταν από περιέργεια να γνωρίσει το γαμπρό.
   Σαν ήρθαν τα ερωτοχτυπημένα παιδιά, κι αφού έγιναν οι συστάσεις κι ειπώθηκαν τα μελιστάλαχτα “χαίρω πολύ”, τραβώ τη Μίνα στην κουζίνα.
     “Αυτός μωρή είναι ο ανατολίτης γκόμενος; Παλάβωσες ρε Μίνα; Είδες τον εαυτό σου δίπλα του;”
     Την πάω στο σαλόνι και απευθύνομαι στον τύπο:
   “Ώστε την αγαπάτε τη Μίνα μας και γυρεύετε να την κάνετε ευτυχισμένη; Για πείτε μας πώς ακριβώς την εννοείτε εσείς την ευτυχία μέσα από την κοινή ζωή σας με τη Μίνα;”   
  “Όπως όλα τα ζευγάρια”, ξεφουρνίζει αυτός… “Η Μίνα βάζει το σπιτάκι της (σπιταρώνα εννοεί), εγώ βάζω το επώνυμό μου (και το μουστάκι, τι μεγάλη θυσία), εγώ θα φέρνω τα λεφτά (ένα υπέρ σου), η Μίνα θα ψωνίζει, θα μαγειρεύει, θα καθαρίζει (τρία κατά σου), απλά πράγματα, να περνά η μέρα της. Δε θα την έχω εγώ τη γυναίκα μου να σκοτώνεται σε γραφεία… Α! Εγώ στο σπίτι τη θέλω. Κυρά κι αρχόντισσα. (Ο αλήτης τι θα κάνει;)... Θα’ ρχομαι εγώ να βρίσκω το ζεστό μου φαγάκι, το καθαρό σώβρακο, το σιδερωμένο πουκάμισο, να ξεκουράζομαι και να με περιποιείται…”
     “Τι καλός που είσαι! Πού κρυβόσουν τόσο καιρό παιδί μας; Κι αν σου’ πεφτε στο δρόμο σου καμιά ευρωπαία, τι θα γινόσουν ο άμοιρος;”
      “Α, εγώ θέλω παπούτσι απ’ τον τόπο μου κι ας είν’ και μπαλωμένο”.
     “Η Μίνα μας δεν είναι μπαλωμένη! Μια χαρά κοπέλα είναι.  Λίγος της πέφτεις αγοράκι μου. Τράβα γι΄αλλού…”
  Η Λίνα αποφάσισε να επέμβει. “Καλέ εσύ έτσι θα σώσεις τις φίλες σου, αντί να τις ζευγαρώνεις, τους χαλάς κι αυτό που πάει να γίνει. Γιατί είσαι απόλυτη; Ωραίο πράγμα ο γάμος, το λένε και οι ειδικοί”. Τι ήθελα να την καλέσω την παντρεμένη; “Λίνα μου, εσύ δεν απορείς που θέλει γάμο άμεσα, ακόμα δεν την γνώρισε καλά καλά τη φιλενάδα μας, της ζήτησε να τον παντρευτεί. Κάτι δεν μου αρέσει”. Και από διαίσθηση, που όπως ομολογούν τα κορίτσια διαθέτω μπόλικη, διέταξα τη Μίνα:
  “Να τον ξεερωτευτείς πάραυτα. Ανατολίτης με τα όλα του. Καλά, εσύ δεν άκουσες πως βαίνουμε ολοταχώς για την Ενωμένη Ευρώπη; Αν τον άκουγαν οι φεμινίστριες θα τον στραγγάλιζαν. Διάβασε και κανένα COSMOPOLITAN να μορφωθείς λιγάκι. Πώς πας κι ερωτεύεσαι κάποιον που μέχρι και της θεάς Αφροδίτης βρήκε κουσούρι;”
   Η Μίνα ανήκει στο είδος των γυναικών που το τραβάει ο οργανισμός τους να ερωτεύονται λάθος άνθρωπο, γι’ αυτό μου ήταν αρκετά επίπονο να την πείσω ότι αυτός δεν της έκανε. Έμεινε μαζί του για εκατό μέρες περίπου, όσο να της περάσει η νόσος και να καλμάρει η φουρτούνα της.

  Πέμπτη πρωί πρωί. Τηλέφωνο η Λίνα. Ανήσυχη. “Ξέρεις ποιος ήρθε χθες το βράδυ στο ξενοδοχείο; Είχα νυχτερινή βάρδια στη ρεσεψιόν και βλέπω τον ανατολίτη με το μουστάκι, που έκανε αμάν να παντρευτεί τη Μίνα. Μαζί με έναν άλλον παίδαρο, να μου ζητούν διπλό κρεβάτι. Έκανα πως δεν τον γνώρισα. Γνωρίζω όμως ότι εσύ βρε Νίνα, έχεις πάντα δίκαιο τελικά”.

Κατερίνα Μαυρομμάτη 14. 3. 1992