Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

     HTAN MIA ΠΕΜΠΤΗ

Ε π ε ί γ ο ν π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ό



 Παραμονή Πρωτοχρονιάς, είχαμε πάει με τον μπαμπά μου στο κέντρο για τα δώρα των φίλων και μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο κατάστημα. Το ΜΙΝΙΟΝ θα ήταν νομίζω. Η γιορτινή ατμόσφαιρα, οι λεπτομέρειες του διάκοσμου, τα τραγούδια που σε καταδικάζουν σε υποχρεωτική χαρωπή διάθεση, μας έκαναν να πάρουμε μέρος στην επιδημία των γιορτών, βασανιζόμενοι από σκέψεις, με τι θα συνοδεύαμε εκείνο το όμορφο που λέγαμε τότε: “Ευτυχές το νέον έτος”. Η επόμενη μέρα, καμαρωτή, πρωτοχρονιάτικη, θα έπρεπε  να γεμίσει κάργα στο κέφι, και να τιγκάρει στη χαρά της ανταλλαγής δώρων.
   Στο ισόγειο, κατεβαίνοντας από τις κυλιόμενες σκάλες, πέσαμε πάνω στον Άη Βασίλη, που καθόταν σε μια καρέκλα σαν θρόνο, κρατώντας μια χρυσή κουδούνα, που τη βαρούσε για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Οι γονείς έπαιρναν τα παιδάκια και εκείνος τα κάθιζε στα γόνατά του, για να φωτογραφηθούν μαζί του, χαρίζοντάς τους κι ένα δωράκι. Φαινόταν γελαστός και άξιος άγιος για την αποστολή του, μέσα σε κέφι, γλυκόλογος και ενθουσιώδης.
  Ωστόσο, όταν πλησίασα αρκετά, παρατήρησα μια ξαφνική συγκίνηση, τη στιγμή που ανέβαζε στα πόδια του ένα μικρό αγοράκι. Τα μάτια του δάκρυσαν, ίσως να κουβάλαγε μέσα του μια πληγή. Κάτι παράξενα θλιβερό ανάβλυζε στην υγρασία του βλέμματός του.
     Διαλέξαμε κασκόλ, γάντια και καλλυντικά, και αφού βεβαιωθήκαμε ότι δεν είχαμε ξεχάσει κανέναν, ο μπαμπάς μου πήγε στην τουαλέτα κι έμεινα να τον περιμένω στην έξοδο. Όταν γύρισε, ήταν κάπως αναστατωμένος, σαν να ανέβασε πυρετό.
   “Ξέρεις ποιον συνάντησα;” με ρώτησε.
  Στις τουαλέτες ενός πολυόροφου  καταστήματος της Αθήνας, λίγο απίθανο θα ήταν να βρεις κάποιο γνωστό.
  “Τον Άγιο Βασίλη!” Δεν πολυκατάλαβα. “Αυτός εδώ, που φαίνεται ένας τόσο κεφάτος Άη Βασίλης, μέσα του σφαδάζει από μια κακοριζικιά.  Τελικά, μικρός ο κόσμος μας, μεγάλο το φορτίο μας”. Και ο μπαμπάς μου συνέχισε με μια  φράση που έπεσε με γδούπο στη βαριά γυάλινη πόρτα μπροστά μου:
      “Ο Άη Βασίλης είναι ο Άκης!”
      Ο γείτονας μας ο Άκης από την Κύπρο!.. Στην ίδια οδό τα σπίτια μας. Ένα μοιραίο λάθος, μια τεράστια ενοχή, ένα παράλογο φταίξιμο. Ο Άκης ήταν γιατρός. Από τους καλούς. Εκείνη την Πέμπτη, είχε ένα τηλεφώνημα. Επείγον περιστατικό. Έτρεξε γρήγορα για το νοσοκομείο. Μπήκε στο αμάξι σαν σίφουνας και έβαλε την όπισθεν.
      Με την όπισθεν πηγαίνει από τότε η ζωή του. Όλα αναποδογυρίστηκαν. Δίκες, φυλάκιση, φόνος εξ αμελείας, διαζύγιο, κοινωνική περιφρόνηση, απόπειρα αυτοκτονίας, αλκοολισμός. Έχασε. Όλα τα έχασε…  Έφυγε μακριά από τον τόπο. Όχι όμως μακριά από τη συμφορά.
    “Στις τουαλέτες, όταν έβγαλε τη σκούφια του και τα γένια για να ρίξει νερό στο πρόσωπό του,  τον αναγνώρισα. Μόλις με είδε έγινε ολόκληρος μια σκοτούρα. Ξέρεις τι μου ομολόγησε;”  Περίμενα να ακούσω κι ήμουνα ήδη εκτεθειμένη στην καταιγίδα.
   “Κάνοντας τον Άη Βασίλη, ξαναγίνομαι για λίγο εκείνος. Νομίζω πως ξεφεύγω από το σίφουνα που με είχε τυλίξει, μόλις αγγίξω ένα παιδάκι ξεγλιστρώ από τη δυστυχία. Παίρνω μια δόση εξιλέωσης. Εδώ δε γνωρίζουν για μένα. Με θεωρούν άχρηστο, κηφήνα, μέθυσο… Καλύτερα. Μπορεί και να με έστηναν στα δυο μέτρα αν ήξεραν”.
   Έμεινα για λίγο χωρίς ανάσα, σαν άγαλμα σε μουσείο. Ο Άκης; Ο καλός μας γείτονας. Ο γιατρός που σκότωσε άθελά του τον δίχρονο γιο του…”

Κατερίνα Μαυρομμάτη 1.  1. 2015