Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

    HTAN MIA ΠΕΜΠΤΗ

 
ΟΙ ΑΣΠΡΟΙ ΦΑΚΕΛΟΙ






       “Πόσα μαζέψατε;..” Από τούτο το ερώτημα κρεμάστηκε πια η επιτυχία ενός γάμου. 

     Μικρή, θυμάμαι παίρναμε μια εξάδα φτηνά ποτήρια ή ένα τσίγκινο δίσκο από τον μπακάλη της γειτονιάς μας. “Πάρε της αυτά τα κουταλάκια, της αγόρασε τα ίδια πιρουνάκια η κυρία Λέλα, θα τα κάνει σετ”, μας ενημέρωνε εκείνος, που γνώριζε τη γειτονιά καλύτερα και από τα σακιά του με τα όσπρια.

     Και δεν μας ένοιαζε να φορούσαμε το ίδιο φουστάνι, που είχαμε βάλει και σε άλλους πέντε γάμους. Η όλη υπόθεση δεν προκαλούσε άγχος. Μόνο χαρά και ανυπομονησία για το γλέντι. Που πάντα στηνόταν στη μέση του χωματένιου δρόμου. Όλοι το χαιρόντουσαν αληθινά, απονήρευτα. Με ανόθευτα αισθήματα. Τότε… 

     Τότε που τα σπίτια είχαν αυλές με κοτέτσια και ξύλινους φράκτες, προχειροκατασκευές με σκουριασμένα καρφιά. Τότε που στους γάμους ακούγαμε Μητσάκη, Παπαϊωάννου και Χιώτη, για τους καημούς και τα μεράκια των φτωχών, τραγούδια παραπονιάρικα από τους αρχοντορεμπέτες. Τότε που οι εργάτες κρατούσαν μια πετσέτα δεμένη στις άκρες, με το μεσημεριανό τους και λαχταρούσαν την Κυριακή που θα’ χε γάμο στη γειτονιά. Τότε που ο κόσμος έφτιαχνε μικρές παράγκες για να στεγαστεί και μεγάλες φαμίλιες για να πορευτεί. Τότε που οι άνθρωποι παντρεύονταν χωρίς να περιμένουν να βγάλουν τα έξοδα… Τα δώρα γάμου ήταν ασήμαντα, αλλά γλύκαιναν τις ζωές. Τίποτε το τυπικό ή προσποιητό δε χωρούσε στην όλη ιστορία. Ταυτισμένος με την ίδια τη χαρά, ο γάμος στόχευε στο να ζωντανεύει την ευτυχία του αντρόγυνου. 

       Πώς διαστρεβλώθηκε πια το τελετουργικό μιας τόσο γλυκιάς μελωδίας, που κάνει τη ζωή να λικνίζεται στο ρυθμό της αγάπης;.. Χιλιάδες οι καλεσμένοι, χιλιάδες οι σκοτούρες. Και οι νεόνυμφοι, κατάκοποι, αναπόφευκτα χορεύουν, υποχρεωτικά χαμογελούν, αλλά το μυαλό τους είναι εκεί, στη μεγάλη στιγμή. 

     “Επιτέλους, έφτασε η ώρα. Να μετρηθούν τα φακελάκια”. Κι ο απόηχος της μουσικής στ’ αυτιά τους, καλύπτεται από το αιχμηρό σκίσιμο ενός χαρτιού. Κρατάνε τις καρτούλες και αναγράφουν πάνω το ποσόν, για να ανταποδώσουν ακριβώς το ίδιο. Τις προάλλες είχα ακούσει νεαρό ζεύγος να διερωτάται: “Πόσα θα βάλουμε σήμερα στο γάμο του χωριανού μας; Θυμάσαι πόσα ήταν τα δικά τους; Πρέπει να το ελέγξουμε οπωσδήποτε, για να δώσουμε το ίδιο ποσόν, μην παρεξηγηθούμε…” 

      Σε πόσο άγρια και μολυσμένα λιμάνια έχουν αγκυροβολήσει τη βάρκα τους τόσο νέα παιδιά; Ποιος τα οδήγησε ως εκεί; Τι σαθρό σύστημα εξαπατά έτσι τους ανθρώπους, να κάνουν τάχα μου πως χαίρονται στη χαρά του άλλου;

     Αν ήταν να μην έμπαινε καθόλου το πάρε - δώσε στη γαμήλια υπόθεση, πόσοι θα παρευρίσκονταν, από αγνή αγάπη, με τις εγκάρδιες ευχές και μόνο; 

      Έχει απομείνει πια μια καθαρή συναλλαγή. Μια ανταλλαγή άσπρων φακέλων… Καμιά απόλαυση στη βόλτα ως το ευτυχές του ζεύγους. Αντίθετα, μια αγγαρεία που πρέπει να γίνει, να τελειώνουμε και μ’ αυτό. Έτσι συντηρείται το έθιμο που πρόθυμα θα το καταργούσαν όλοι. Και η πολυτέλεια στα άκρα. Όχι χωρίς υστεροβουλία. Μην μας πούνε ότι τσιγγουνευτήκαμε… Κανείς δεν υποψιάζεται ότι θα μπορούσε ο ίδιος να βάλει μια τελεία σε όλο τούτο το ιδιοτελές αλισβερίσι.

       Είδα στην τράπεζα, τον περασμένο Ιούνη, πρωί μιας Πέμπτης, ένα παλιό φίλο. “Πού φτάσαμε!... Να κάνω συνέχεια δάνειο, γιατί έχουμε γάμους. Τα φακελάκια αυτό το μήνα, είναι διπλάσια από το μισθό μου. Αλλά δεν μπορώ να μη δώσω. Ήρθαν στο γάμο και των τριών παιδιών μου. Τώρα πρέπει να τα γυρίσω πίσω, κι ας μην έχω. Άλλοι λένε βάζουν άδειο φακελάκι, γιατί δεν έχουν πια λεφτά. Αλλά πώς να μην ξοφλήσεις τα χρωστούμενα;.. Είναι αυτά που μας έδωσαν τότε, οφείλουμε να τα επιστρέψουμε”. 

      Άδειο φακελάκι!... Το ξανάκουσα. Χωρίς όνομα. Μέσα στους χιλιάδες, πώς θα ξέρουν ποιος δεν έδωσε; Φτάνει να σε δουν όλοι ότι πήγες στο γάμο, ότι έβαλες τον οβολό σου. Ας μην είχες χαρεί όταν πήρες την πρόσκληση, κι ας εκνευρίζεσαι κιόλας που δεν τελειώνει ποτέ αυτό. Εκών άκων. Θέλοντας και μη, μετέχεις σε ένα παζάρι, που κατάντησε καρμανιόλα του ιερού μυστήριου, καπηλεύοντας κάθε σαγήνη που θα εξέπεμπε το γεγονός ενός γάμου και μετατρέποντάς το από ευγενές ιδεώδες σε σύγχρονο ανθρωποπάζαρο.

      Ευτυχώς έχω τις χωματένιες μου αναμνήσεις των γάμων από τα μικράτα μου. Τότε που οι άνθρωποι αντάλλαζαν τις καρδιές τους, όχι τα λεφτά τους.



Κατερίνα Μαυρομμάτη. 16. 10. 2014