Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

                                                     ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ
                            
                                                              Το δωματιάκι
                    

  

   

        "Πέρασε παιδί μου, από δω στα δεξιά είναι το δωμάτιο όπου θα μένεις. Καμαρούλα μια σταλιά, που λέει και ο Πουλόπουλος, αλλά θα σε βολέψει μια χαρά. Όλα τα’ χει. Δεν του λείπει τίποτε. Το κρεβάτι σου, το κομοδίνο, μια ντουλαπίτσα, δυο καρέκλες κι ένα γραφειάκι. Τη λάμπα θα σου την αλλάξω, κατοστάρα να σου βάλω, για το διάβασμα, μη χαλάσεις τα μάτια σου. Να σου καρφώσω και δυο μεγάλα ράφια, πέρα ως πέρα, να βάζεις τα βιβλία σου επάνω…”

         Ο κύριος Χαρίλαος, ευγενικός και καλότροπος, γενναιόδωρος και πονόψυχος, ολοένα να εξυπηρετεί κόσμο όπως μπορούσε. Δικηγόρος, που όλη του την πρότερη ζωή, την πέρασε στην φτώχεια, μέσα στα χωράφια βοηθώντας τον πατέρα του στις καλλιέργειες του βαμβακιού. Στην πολίχνη όπου πήγε γυμνάσιο, κι αυτός νοίκιαζε δωμάτιο σ’ ένα σπίτι. Τώρα στην Αθήνα, γιατί να μην δώσει το καμαράκι σε κάποιον απένταρο φοιτητή;

        “Μπορείς να τρως μαζί μας το ζεστό σου φαγάκι, δε χρειάζονται επιπλέον παράδες”, είπε ο κύριος Χαρίλαος στον Σωτήρη, πρωτοετή της νομικής. “Συνάδελφε!..” Έτσι τον αποκαλούσε κιόλας τον κάπως λιγομίλητο νοικάρη του, κάνοντάς τον να νιώθει πιο οικεία. Τον βοήθησε ακόμα και στη μετακόμιση, κουβαλώντας χαρτόκουτες ΝΟΥΝΟΥ με τα πράγματά του. 

     “Έχεις κάνα κορίτσι βρε Σωτηράκη;” τον ρώτησε μια μέρα. “Μπα, όχι, οι δεσμοί θα με κρατούσαν μακριά από την επιστήμη μου”, απάντησε εκείνος και ο κύριος Χαρίλαος του πρότεινε τότε: “Θα σου συστήσω εγώ ένα σπίτι, ακίνδυνα πράγματα, εκεί είναι όλες καθαρές και εξετάζονται από γιατρό”. Ο Σωτήρης τον κοίταξε κάπως περίεργα, αλλά αμέσως εκείνος του εξήγησε: “Όχι, όχι, δεν είναι αυτό που νομίζεις, εγώ έχω την Εύα μου. Χρυσάφι κοπέλα!.. Δεν μου χρειάζονται ξένοι εκστασιασμοί. Αλλά για σένα θα είναι ένα ξεμούδιασμα από τη μονοτονία του διαβάσματος”. 

        Μικρό παλικαράκι είχε έρθει στο σπίτι τους ο Σωτήρης και τώρα έπαιρνε το πτυχίο του. Θα πήγαιναν στην τελετή ορκωμοσίας να τον καμαρώσουν. Αλλά η Εύα, εκείνο το πρωί, μια Πέμπτη σκουρόχρωμη, εκεί που θήλαζε το τρίτο παιδί της, παρατήρησε κάτι περίεργο στο μωρό. Το χρώμα του δεν ήταν αρκετά ρόδινο. Είχε ένα κιτρινογκριζωπό προσωπάκι που ανάγκασε τους γονείς του να το πάνε αμέσως στο γιατρό.

      “Ίκτερος”, ήταν η διάγνωση, αλλά ακολούθησαν κι άλλες εξετάσεις. “Λυπάμαι Σωτηράκη μου που δεν ήμουν παρών στην τόσο σημαντική στιγμή της ζωής σου”, είχε απολογηθεί ο κύριος Χαρίλαος. Αλλά ακόμα δεν ήξερε τίποτε. Μια χοντρή ψιχάλα δεν προμηνύει πάντα κάποια κακιά θύελλα… Οι αναλύσεις αίματος αποτέλεσαν τον πρώτο κρίκο μιας ολέθριας αλυσίδας. Το μωρό έπασχε από μεσογειακή αναιμία.

      'Αρα και οι δυο γονείς ήσαν φορείς της νόσου, κουβαλώντας το λεγόμενο “στίγμα”. Ευτυχώς τα δυο πρώτα παιδιά είχαν γεννηθεί υγιή. Η ωχρότητα του τρίτου μωρού θα οδηγούσε στην πηγή από όπου αναπήδησε και φούσκωσε το ποτάμι που θα τους έπαιρνε και θα τους παρέσερνε πνίγοντάς τους σε μαύρη θάλασσα.

          Η Εύα είχε το στίγμα, αλλά ο Χαρίλαος δεν το είχε!..

         Μετά από αφόρητη πίεση των γιατρών, εκείνη αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι το παιδί το έκανε με τον Σωτήρη. Ο οποίος κλήθηκε για κάποια εξειδικευμένα τεστ, που τελικά απέδειξαν ότι και τα τρία παιδιά, είχαν βιολογικό πατέρα τον αδιάντροπο νοικάρη.

        Ο κύριος Χαρίλαος κόντεψε να τρελαθεί. Μεγάλωνε ξένα παιδιά, νομίζοντάς τα για δικά του!.. Ο Σωτήρης που τόσο είχε ευεργετηθεί από τον ίδιο, αποδείχτηκε μόνο σκάρτος;.. Και η Εύα, πώς μπόρεσε;..

         Έψαξε στο δωματιάκι να βρει ίχνη που να αποδείκνυαν το σώριασμά του, σαν να γύρευε μια επαλήθευση της συμφοράς ή μια διάψευση ενός γεγονότος ήδη ολοφάνερου, αλλά ο άλλος είχε μαζέψει όλα τα προσωπικά του είδη και εξαφανίστηκε. Σαν αστέρι που εκεί που λαμπυρίζει, ξαφνικά πέφτει και χάνεται, ο Σωτήρης βρέθηκε σκοτωμένος κάποιο χάραμα. Καρφώθηκε με τη μηχανή του σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Η Εύα σαν να της διέρρηξαν το νου, οδηγήθηκε σε μονοπάτια άρρωστα.

         Ο κύριος Χαρίλαος πούλησε το σπίτι και πήγε τα παιδιά στους παππούδες στο χωριό της πρώην πια γυναίκας του. Κάθε κατάρρευση φέρνει τόνους από θραύσματα της ανεξέλεγκτης ζημιάς στην ανθρώπινη ψυχή!..

       Όταν ο νέος αγοραστής είχε έρθει να δει το σπίτι, μπήκε στο μικρό δωματιάκι και το περιεργαζόταν. “Σ΄αυτόν τον μικροσκοπικό χώρο, μπορεί να γίνουν τεράστια πράγματα… Εγώ θα κλείνομαι εδώ μέσα για να γράφω. Είμαι, ξέρετε, συγγραφέας”, είπε και ρώτησε τον κύριο Χαρίλαο: 

       “ 'Εχετε μήπως κάποια ανθρώπινη ιστορία να μου διηγηθείτε;”


Κατερίνα Μαυρομμάτη. 2. 10. 2014