Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

HTAN MIA ΠΕΜΠΤΗ

ΤΑ ΞΑΝΘΑ ΜΑΛΛΙΑ



        Επιτέλους πρέπει να στεριώσεις σε μια δουλειά. Δεν πάει άλλο. Άσε τις δικαιολογίες. Πώς να σ΄εμπιστευτεί κανείς, όταν εσύ ο ίδιος δεν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου;.. Είσαι μέσα σε μια συνεχή ρέμβη σαν να μην έχεις υποχρεώσεις. Αφηρημένος ο λογισμός σου, μήτε κοιτάς, μήτε ακούς τι γίνεται τριγύρω σου. Πολύ σε βολεύει αυτός ο κοινωνικός θάνατος, αλλά δεν πάει άλλο. Σου χρειάζεται ένα τρομερό εγερτήριο για ν’ αφυπνιστείς. Να ξεκινήσεις να ζεις πια. Με ψηλαφητές κινήσεις δεν ταράζεις τη ζωή. Πάρε φόρα, όρμησε μέσα στα αισθήματα, κυνήγησε την αγάπη. Έκατσες με σταυρωμένα χέρια, αμέτοχος να περιμένεις ένα τέλμα που καραδοκεί και που ήδη φάνηκε να σου κλέβει τη ζωή, να σου ροκανίζει τις μέρες, άχαρες… Σαν ζητιάνοι ξυπόλυτοι γίναν οι καιροί σου. 

     Πρώτα σου άνοιξαν το κομμωτήριο. Απέκτησες κιόλας μια καλή πελατεία. Μα οι γυναίκες θένε και το μπλα μπλα τους, εσύ αμίλητος εκεί, ένα άγαλμα βουβό που χτένιζε με αργοσάλευτα χέρια. Ο άνθρωπος προηγείται της τέχνης του. Εσένα σαν να σ’ έδερνε ένας παράξενος στοχασμός και μια παγερή ψυχρότητα, που τις έδιωξαν όλες σιγά σιγά. Ειδικά μετά από εκείνο το περιστατικό, με την πελάτισσα που είχε κατάξανθα μακριά μαλλιά και εσύ σαν κουρδισμένος της τα έκοψες άτσαλα, σχεδόν να μη σε προλάβει η κοπέλα. Κι ύστερα είπες ότι είχε τα ίδια μαλλιά με εκείνη. 

     Το΄κλεισες το μαγαζί. Οι γονείς σου σκέφτηκαν τη λύση του ανθοπωλείου. Πιο ανώδυνα τα πράγματα. Δε θα ήσουν αναγκασμένος να μιλάς και πολύ με τους πελάτες. Θα κοίταγαν, θα διάλεγαν, θα πλήρωναν και θα έφευγαν. Χωρίς πολλές κουβέντες. Περίσσευε η πεποίθηση ότι σ’ αυτό θα πετύχαινες μια χαρά... Είχες ένα μυρωδάτο ανθόκηπο να τριγυρίζει τη μοναξιά σου και τις παραξενιές σου. Επιτέλους είχε βρεθεί μια πυξίδα ν’ ακολουθήσεις. Ώσπου έγινε εκείνο το τρελό και άδειασες ολόκληρο το μαγαζί και τα πήγες όλα στο νεκροταφείο. Όλα. Δεν σου πήγαινε να πουλάς τα λουλούδια, μόνο σε εκείνην άξιζαν, είπες.

    Ξανά καινούρια προσπάθεια των δικών σου για να σε βγάλουν από το σαρκοφάγο αδιέξοδό σου. Αφού κούρνιαξες στο σπίτι για κάμποσο καιρό, μακριά από τους αέρηδες του κόσμου, βρήκαν τη δυνατότητα να σου ανοίξουν περίπτερο. Σε κεντρική αρτηρία. Με κίνηση πολλή κάθε μέρα. Ούτε για μερικά δευτερόλεπτα δε θα ήσουν υποχρεωμένος να κουβεντιάζεις με κανέναν… Μα σαν να έγινε μια έκρηξη μέσα σου, όταν άκουσες το διάλογο από κάποιους που σταμάτησαν για εφημερίδες και τσιγάρα. “Αυτός είναι… Δεν τον είχαν φυλακίσει τότε, λόγω ηλικίας…” 

    Δεν ήξεραν ότι η φυλακή μπορεί να’ ναι μια σκοτεινή ψυχή, μέσα στα σίδερα του κενού και στα μπουντρούμια της ενοχής, στα χάσματα του νου και στα πηγάδια της θλίψης.

     Έκλεισες και το περίπτερο και βρέθηκες ανυπεράσπιστος μέσα σ’ έναν κόσμο που θα σε σταύρωνε συνεχώς, χωρίς καρφιά, αλλά με αιχμηρά βέλη. Τρόμαξες, έμεινες κλεισμένος να λουφάξεις μέσα στη μοίρα σου.

    Σαν οπτασία, ψεύτικος, καμιά συμβίωση, καμιά σχέση επικοινωνιακή. Όλοι πια είχαν πειστεί ότι όπως το αίμα είναι κόκκινο, η ψυχή σου είναι μαύρη… Και πια θα ζούσες μέσα στην αφάνεια. Χωρίς ήλιο, χωρίς διάθεση. Κολλημένος σε μια εικόνα, σαν θεατρική παράσταση... 

   Εκείνη την Πέμπτη, η μικρή χοροπηδούσε πάνω στο κρεβάτι και φώναζε ότι θα γίνει γιατρός, κανένα παιδάκι δε θα άφηνε να πονάει, ούτε να πεθάνει… Τα μακριά ξανθά της μαλλιά ανεβοκατέβαιναν μαζί με το πήδημα των ποδιών της και το γέλιο της ηχούσε κελαριστό. 

   Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο χάθηκε το φτερούγισμα της πεταλούδας. Τα μαλλιά της σταμάτησαν το πέταγμά τους στον αέρα. Τα πόδια της ακινητοποιήθηκαν. Η φωνή της έσβησε. Τα όνειρά της μάδησαν.

   Μ’ ένα τόσο δα λάθος. Μια κίνηση μοιραία. Το όπλο εκπυρσοκρότησε. Καθώς το κρατούσες. Η αδερφή σου ήταν έξι χρονών. Κι εσύ δέκα. Και βαδίζατε στο δρόμο των ονείρων….

     Κι ύστερα ο θρήνος. Οι ενοχές του πατέρα που είχε αφήσει την καραμπίνα αφύλακτη. Και η μάνα σου!... Είδες εκείνο το βλέμμα της... Ποτέ δεν είπε λέξη. Μόνο ήξερες ότι σε αγαπούσε, επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αλλά δεν έδειχνε την αγάπη της. Δεν της ήταν πια κατορθωτό. Έτσι απέμεινες μόνος… Ζωντανός, αλλά νεκρωμένος.


Κατερίνα Μαυρομμάτη. 18. 9. 2014