Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

      

     Ο πρώτος έρωτάς μου ήσουν εσύ! Μια ροδαλή φυσιογνωμία με εκφραστικό βλέμμα, πεντακάθαρο σαν την καρδιά σου. Με κρατούσες και η ορμή της αγάπης λαμπύριζε στο χαμόγελό σου. Σε χάζευα με δέος καθώς έπιανες τα μαύρα σου μαλλιά σε κότσο χαμηλό και στερέωνες το φιλέ με φουρκέτες.

     Από γεννησιμιού σου ήρεμη, να ζυγιάζεις τα πράγματα, να ισιώνεις το ριζικό. Να στέκεσαι χωρίς αγκομαχητό μπροστά στα αινίγματα της ζωής, να τα βάζεις με τα νοσηρά και να βγαίνεις με καταλαγιασμένη την ψυχή. Να ασφυχτιάς και να βρίσκεις ανασαιμιά. Να στερείσαι και να λες πως χορταίνεις. Να μη διεκδικείς παρά την αντοχή της οδύνης. 

    Είχες μια τεράστια μεταδοτική υπομονή, λες και η Παναγία, σού την υπαγόρευε, για να κουμαντάρεις τα ζόρια και να τα λογαριάζεις σαν μικροσκοτούρες, που θα κάνεις ένα έτσι με το χέρι σου και θα τις διώξεις από πάνω σου.

    Εσύ έπιανες το κουβάρι της δυστυχίας και το’ πλεκες δαντέλα για να την κάνεις δώρο στην ευτυχία! Δίπλωνες την ανημποριά σε μια παλιά εφημερίδα και την έφτιαχνες βαρκούλα ταπεινή. Τύλιγες τις λαχτάρες σε λαδόχαρτο και τις πρόσφερες για καραμέλες στον εφιάλτη.

    Ποτέ σου δεν ήσουν κακιωμένη με κανέναν. Κι ούτε είπες λέξη πικρή, ακόμα και σε όποιον σε ταπείνωσε. Τίποτε δεν άφηνες να μπλοκάρει την κανονική ροή της αισιοδοξίας. 

    Ήθελα να σου έμοιαζα! Να μην χάνω τον μπούσουλα. Να μην κοιτώ πώς να το σκάσω από την πραγματικότητα. Να έχω τη μέθοδο να φτιάχνω μια ελπίδα. Να απαξιώ τις δαγκωσιές… Εξερεύνησα την ευτυχία και έφτασα σε σένα!

      Αποκαμωμένη σαν τον δειλινό ήλιο, έγερνες και σε ρωτούσα “τι έχεις;” Μου έλεγες σαν κάτι να σε βάραινε: “Είμαι κουρασμένη”. Έπιανα τότε την κιθάρα και σου έπαιζα, πηδηχτά τραγουδώντας. “Με κάνεις πάλι φρέσκια”, έκανες, φροντίζοντας για τη δική μου ευθεία εξομάλυνσης, μην τυχόν και δω το θλιβερό σου ύφος. Η λύπη μοιάζει να είναι ανεξίτηλη πάνω σε κάποιες καρδιές. Αλλά η δική σου λύπη, φαινόταν σαν χαρά. Η αυτάρκεια ήταν καλά στερεωμένη μέσα σου. Εύκολα κατάφερνες να ξεκουβαριάζεις τα δύσκολα. 

      Παλιά νόμιζα πως σε κυρίευε ένα αίσθημα αυτοϋποτίμησης, αλλά τώρα ξέρω καλά πως η σιωπή σου και η τάση να δέχεσαι αγόγγυστα καθετί που θα μπορούσε να σε εξοντώσει, είναι αυτό που θα ευχόταν ο κάθε ακέραιος άνθρωπος.

      Η δημιουργία ήταν μια ελκυστική αναγκαιότητα στην τρεχούμενη αρμονία σου. Έζησες μεταξύ κούρασης και κούρασης. Και έδωσες αγάπη και αγάπη. 

      “Δεν είναι σίγουρο ποιος σχεδιάζει τη δική μας ευτυχία. Αλλά είναι σίγουρο ότι εμείς οι ίδιοι, μπορούμε να υποδείξουμε ένα σχέδιο ευτυχίας…” Αυτά μου έλεγες. Κι έκοβες μια ανθοδέσμη από τον κήπο και μου την πρόσφερες. “Σαν μυρίζεις αυτά τα λουλούδια, νομίζεις ότι όλα τα αντέχεις…” Η απλότητα είναι σύμμαχος με τη ζωή. 

     Νοιώθω μια δροσιά καθώς αγγίζω τη φωτογραφία σου τώρα που πια δεν είσαι κοντά μου. Εσύ, που όσο ζούσες, ξέχασες να αμαρτήσεις, με έμαθες ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι ολιγαρκής. “ Όταν βλέπεις μια πρωινή δέσμη φωτός να μπαίνει στην κάμαρά σου, όταν ακούς τα αεικίνητα σπουργίτια να σου τραγουδούν, όταν φτιάχνεις τις απαλές πλεξούδες της κορούλας σου για το σχολείο, όταν μυρίζεσαι τα ανθάκια της αρωματισμένης σου βεράντας, κι όταν γεύεσαι τη ζεστασιά του καρβελιού στο στόμα, τότε τίποτε δε φοβάσαι, τα’ χεις κανονισμένα όλα με τη ζωή…” Έτσι μου έλεγες...

    “ Και οι χαρές σου δεν είναι ψεύτικες. Και η ψυχή σου ποτέ δεν πιάνει σκουριά…”, συνέχιζες.

       Όλα τα θυμούμαι και σκαλίζοντας την καρδιά μου, σε βρίσκω πάντα χωμένη εκεί…

      Γι’ αυτό, εδώ και τέσσερα χρόνια που έχεις φύγει, εγώ ποτέ δε σταματώ να προφέρω τη λέξη “Μαμά!..”




Κατερίνα Μαυρομμάτη. 10. 5. 2014