Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

        Τσικνοπέμπτη

 “Τσικνοπέμπτη σήμερα, και ο νους μου γύρισε σε μια άλλη, πολύ παλιά τσικνοπέμπτη, εκείνη του  σαράντα δύο, βαρύς και τότε ο χειμώνας, λίγα και τότε όσα είχαμε από όσα θα έπρεπε να είχαμε.
    Και η ψυχή διψούσε για έθιμα και χαρές, για διασκέδαση, όχι πολλή, όσο πατάει η γάτα, να τσικνιστούμε, να ευφρανθεί  η μύτη και να γευτεί ο ουρανίσκος… Έτσι κι αλλιώς κρέας δεν είχαμε, για κραιπάλες δε συζητούσαμε. Ούτε και κρασί μας είχε απομείνει, λίγη ρακή όμως μας βρισκότανε.  
    Μια παρέα ήμασταν,  στον καφενέ του χωριού μας μαζευτήκαμε. Τουλάχιστον να θυμηθούμε τις αλλοτινές γιορτές μας τέτοια μέρα, σχεδόν βακχικές… Να λιώνει το λίπος και να χαίρεσαι τη μυρωδιά.  Να ανάψουμε φωτιές και να καψαλίσουμε την πέτσα, να τσικνώνει ο μαχαλάς…
    Πόλεμος είναι… Τι να είχαμε; Ούτε μια πηχτή, ούτε ένα λουκάνικο, τι να γιορτάσεις; Και με τι ψυχή; Που γλείφουμε το μέλι ως εκεί που άγγιξε στο πιατάκι. Που βράζουμε χόρτα και τα τρώμε χωρίς λάδι… Ας ευχηθούμε τουλάχιστον του χρόνου να έχουμε τύχη και να γιορτάσουμε με χοιρινά, με παϊδάκια και μπριτζόλες…
     Η παρέα είχε λοιπόν μαζευτεί εκείνη την τσικνοπέμπτη του σαράντα δύο στον καφενέ. Με το φόβο των Γερμανών στην καρδιά μας και με το βάσανο της πείνας στο στομάχι.
     Ο Μανώλης φώναξε να φέρουμε ξυλαράκια για να ανάψουμε μια μικρή φωτιά. Κρατούσε κάτι πάνω σε μια μεγάλη βελόνα, κάτι που σπαρταρούσε… Όταν πλησίασε είδαμε ότι ήταν ένας ποντικός… Μεγάλος ποντικός... Ρε Μανώλη, είσαι στα καλά σου; Καλύτερα να πεθάνουμε από πείνα, παρά από δηλητηρίαση.
    Αλλά τον ψήσαμε τον ποντικό και τον φάγαμε. Μήτε κοκαλάκι δεν έμεινε... Και η τσίκνα ήταν αρκετά έντονη για να φανταστούμε τα παλιά και να νομίζουμε ότι είχαμε κανονικό φαγητό στα κάρβουνα… Φέρανε και λίγες ελιές και τις ψήσαμε κι αυτές και κάτι αυγά και χόρτα του βουνού. Μια βαθιά θλίψη μας έπιασε. Κάποιοι δάκρυσαν. Θα τους κτύπησε η ρακή... Παγιδευμένοι κι εμείς σαν τον ποντικό, μια κακιά τύχη θα μας άρπαξε και μας πέρασε πάνω σε μια σουβλερή βελόνα και σφαδάζαμε...
    Θέλαμε να τραγουδήσουμε, αλλά κανείς δεν έκανε την αρχή. Την έπιανες στον αέρα την επιθυμία για γλέντι, αλλά δεν έβγαινε…  Όλοι τους είχανε κι από ένα σκοτωμένο να θρηνήσουν. Και έτσι πιάσαμε το μοιρολόι. Και τηρήσαμε το έθιμο της τσικνοπέμπτης... Και σαν να αναφάνηκε μισό χαμόγελο στα πρόσωπά μας.
      Η μοίρα θέλει να την ξεγελάς λίγο, να κάνεις ότι τάχα την κατανοείς που γίνεται σκληρή… Να πιστεύεις στη διαδοχή του κακού από το καλό. Να βλέπεις τη συνοχή της ζωής. Να νιώθεις ότι και οι συμφορές είναι προσωρινές και πρόθυμες να πεθάνουν για να δώσουν τη θέση τους στις χαρές…  Οι τσικνοπέμπτες θα περιμένουν με υπομονή… Και θα ψήνουμε και θα γλεντάμε για να διώχνουμε τα κακά πνεύματα του χειμώνα. Και του πολέμου.. Και της κάθε αναποδιάς”.

     Aλλά γιατί τότε  οι άνθρωποι άντεξαν την πείνα, και τα έβαλαν μαζί της με κάθε δυνατό τρόπο και δεν αυτοκτονούσαν από απελπισία; Μήπως επειδή είχαν γεννηθεί μέσα στη λιτότητα, (πόσο χρήσιμη αποδεικνύεται), ενώ εμείς μεγαλώσαμε μέσα στην ευμάρεια; (πόσο επίπλαστη αποδεικνύεται)... Όπως και να’ χει θα τα καταφέρουμε… Κρίση είναι, θα περάσει…
    
Κατερίνα Μαυρομμάτη 12. 2 2015