Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

   ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

"Στο αεροπλάνο"



       Η δωδεκάωρη πτήση Σαν Φρανσίσκο - Άμστερνταμ δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης στο ίντερνετ, κάτι που για μερικούς είναι εντελώς απαραίτητο, όπως για τον κύριο που καθόταν δίπλα μου και διάβαζε τα μηνύματά του, όταν άρχισε ξαφνικά να χειρονομεί νευρικά, να πιάνει το κεφάλι του έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Γύρισα προς τη μεριά του και πριν προλάβω να σκεφτώ αν θα ήταν πρέπον να ρωτούσα τι του συνέβαινε, εκείνος μου είπε με τρεμάμενη φωνή, σίγουρος πως καταλάβαινα αγγλικά. 

    “ Η Λόρα μου χειροτέρεψε… Θεέ μου, μην παίρνεις το μωρό μου…” Τον λυπήθηκα κι ένιωσα αμηχανία. 

     “Η Λόρα είναι η κόρη σας;” τον ρώτησα. Εκείνος, ενώ έγραφε κάτι στο λάπτοπ του, είπε χωρίς να με κοιτάξει.

     “Είναι σαν κόρη μου. Τη λατρεύω. Δε θα το αντέξω να πεθάνει. Μια στιγμή να σας δείξω φωτογραφίες της…” Σε όλες είναι πολύ χαρούμενος, αγκαλιά με τη Λόρα. Το αδόκητο χτύπημα, σίγουρα θα του καταπληγιάσει την καρδιά. Φαίνεται το δέσιμό του με τούτο το τετράποδο. Η Λόρα είναι το σκυλί του.

     Την ίδια στιγμή σκέφτηκα κάτι που έκανε το μυαλό μου να εξεγερθεί και τη μνήμη μου να σκάψει μια διόρυξη για να φτάσει σ’ εκείνους τους μαθητές που είχαν συμφιλιωθεί με την ιδέα εξολόθρευσης με βασανιστικό τρόπο. Είχα συλλάβει εν ώρα μαθήματος κάποιον να γράφει κάτι στο κινητό του. Μόλις το πήρα, εκείνος σαν ψυχρός άνεμος με έλουσε αστραπιαία.

     “Αν δεν μου το δώσετε αμέσως θα το μετανιώσετε. Ο πατέρας μου έχει τις ψηλότερες γνωριμίες εδώ…” Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι αξιοπερίεργο και ίσως παράνομο, γι’ αυτό πρόλαβα να ρίξω μια ματιά στην οθόνη, πριν τραβήξει το κινητό του μέσα από τα χέρια μου. 

      “Απόψε στις αποθήκες… 50 λίρες…”

     Τον βρήκα το διάλειμμα. “Θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα μου αποκαλύψεις αυτό που θα γίνει απόψε στις αποθήκες κι εγώ δε θα σε μαρτυρήσω…” 

     Δε δίστασε ούτε στιγμή να μου αραδιάσει τα πάντα και με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Σαν να μιλούσε για μια απλή ατασθαλία ή ένα σύνηθες φαινόμενο, που δεν έσερνε φρικτό θάνατο. Η ευαισθησία εκείνων των μαθητών είχε κολλήσει στον πάτο της ψυχής τους κι όσο κι αν την ανακινούσαν δεν κούναγε από εκεί.

    Απόρησα γιατί μου έκανε έτσι εύκολα τόσες αποκαλύψεις, αλλά αμέσως κτύπησε το κουδούνι και εκείνος μου εξήγησε με απειλητικό τόνο: “Αν μαθευτεί κάτι, θα είναι από εσάς, κανείς άλλος από τους καθηγητές δεν το ξέρει. Θα σας κάψουμε το αυτοκίνητο, ακόμα και το σπίτι σας…” Τρόμαξα. Πόσο απέχει ο πολιτισμός του ανθρώπου από τον ίδιο τον άνθρωπο; Και πόσο δυσθέατο είναι το μέσα του καθενός; Είχα στη στιγμή μετανιώσει που δέχτηκα αυτόν τον εκβιασμό, τον οποίο εγώ η ίδια είχα προκαλέσει. Θα έπαιζα λοιπόν το δικό τους παιγνίδι;

      Μετά από λίγο καιρό, επιστρέφοντας από τη σχολική εκδρομή στην Ελλάδα, όπου είχαν συμβεί διάφορα, μέσα σε ημιάγριες καταστάσεις, η αστυνομία περίμενε στο αεροδρόμιο με χειροπέδες. Ανάμεσα σε άλλες κατηγορίες εναντίον των συγκεκριμένων μαθητών, όπως κλοπές, υπεξαιρέσεις χρημάτων με δόλιο τρόπο, και η τοποθέτηση βόμβας σε αμάξια γειτόνων τους, ήταν και η διεστραμένη δράση τους, το βαρίδι στην ψυχή μου. Τους είχε μαρτυρήσει ένας της παρέας, που τον είχαν αποκλείσει από το ταξίδι στην Ελλάδα, λόγω κακής διαγωγής.

       Ως τότε, δεν είχα ποτέ μου ξανακούσει γι’ αυτό το τρομερό “χόμπυ” τους…. 

     Κυνομαχίες!.. Αμολούσαν τα σκυλιά σε μια φρικαλέα αναμέτρηση, να παλέψουν μέχρι τελικής πτώσης και έβαζαν στοιχήματα. Με τόσο άγρια ένστικτα, σχεδόν βακχικά, απολάμβαναν το ανατριχιαστικό θέαμα στην αρένα του θανάτου. Επεφημούσαν το σκυλί που δάγκωνε το κεφάλι του αδύναμου, μέχρι να το σκοτώσει. Πώς άραγε είχε ξεκινήσει η φθορά σ’ αυτά τα παιδιά, και ως πού θα μπορούσε να φτάσει;

      Οι σκέψεις μου σταμάτησαν μόλις προσγειωθήκαμε στο Άμστερνταμ. Πέμπτη μεσημέρι στην Ευρώπη, αλλάζω το ρολόι μου. “Καλή διαμονή!” ευχήθηκα στον συνεπιβάτη μου. Εκείνος βιαστικός, άρπαξε την χειραποσκευή του, λέγοντάς μου: “ Δε θα μείνω. Θα γυρίσω πίσω με την επόμενη πτήση. Πρέπει να προλάβω τη Λόρα μου”. 

     Θα πετούσε άλλες δώδεκα ώρες για ένα σκυλί… Αυτός όμως ο συλλογισμός μου διαλύθηκε αμέσως όταν τον άκουσα να συμπληρώνει: “ Θα πήγαινα να δω τη μαμά μου, αλλά όταν της εξηγήσω, θα καταλάβει. Εκείνη με δίδαξε την αγάπη για τα ζώα!..”


Κατερίνα Μαυρομμάτη. 11. 9. 2014